Το πρόσφατο κύμα βομβιστικών επιθέσεων στη Μόσχα και στις ορεινές, αυτόνομες περιοχές του Νταγκεστάν και της Ινγκουσετίας ανέδειξε για άλλη μια φορά τον Βόρειο Καύκασο ως ευαίσθητο «πιεσόμετρο» της μετακομμουνιστικής Ρωσίας. Ο αδιέξοδος πόλεμος του 1994 – 1996, με στόχο να ανακοπεί η πορεία της Τσετσενίας προς την απόσχιση, σηματοδότησε το ναδίρ της έκπτωτης υπερδύναμης επί προεδρίας Γέλτσιν. Οι βομβιστικές επιθέσεις στο κέντρο της Μόσχας, το καλοκαίρι του 1999, έφεραν στο Κρεμλίνο τον Βλαντιμίρ Πούτιν και στην ανήσυχη οροσειρά τον δεύτερο τσετσενικό πόλεμο. Η σχετική αναστήλωση της ρωσικής ισχύος επί Πούτιν επισφραγίστηκε και πάλι στον Καύκασο, με τον πόλεμο – αστραπή εναντίον της Γεωργίας, το καλοκαίρι του 2008.
Εναν χρόνο αφ’ ότου ο Ρώσος πρόεδρος Ντμίτρι Μεντβέντεφ κήρυξε το τέλος του δεύτερου τσετσενικού πολέμου, ο εφιάλτης επέστρεψε με σειρά επιθέσεων που άφησαν πίσω τους 54 νεκρούς. Ο συμβολισμός ήταν εξαιρετικά ισχυρός, δικαιώνοντας τον παραλληλισμό τους με τις επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου 2001 στους Δίδυμους Πύργους και στο Πεντάγωνο. Οι ισλαμιστές εγκέφαλοι των τρομοκρατικών πληγμάτων κατηύθυναν τις καμικάζι «μαύρες χήρες» -συγγενείς θυμάτων των τσετσενικών πολέμων- εναντίον του περίφημου μοσχοβίτικου μετρό και ενός συμβόλου κρατικής ισχύος, στην πλατεία Λιουμπιάνκα, όπου βρίσκεται το αρχηγείο της μυστικής υπηρεσίας FSB, διαδόχου της KGB. Σε μια περίοδο που η Ρωσία πασχίζει να επουλώσει τις βαθιές πληγές της από τη διεθνή οικονομική κρίση, η επιστροφή των παλιών φαντασμάτων από τον Καύκασο ήρθε να υπογραμμίσει πόσο εύθραυστη είναι ακόμη η ανόρθωση.
Πολιτικές επιπτώσεις
Τα ερωτήματα των διεθνών μέσων ενημέρωσης επικεντρώνονται στις πολιτικές επιπτώσεις των επιθέσεων στο εσωτερικό της Ρωσίας. Αναλυτές όπως ο Τσαρλς Κλόβερ των Financial Times έσπευσαν να εικάσουν ότι κατ’ εξοχήν ζημιωμένοι θα είναι οι siloviki, οι ισχυροί παράγοντες των μυστικών υπηρεσιών, οι οποίοι χρεώνονται ανικανότητα στην αντιμετώπιση της τρομοκρατίας. Και βέβαια, ο πλέον επιφανής εκ των siloviki δεν είναι άλλος από τον πρώην αξιωματούχο της KGB και νυν πρωθυπουργό της Ρωσίας, Βλαντιμίρ Πούτιν, ο οποίος, σύμφωνα με διπλωματικούς κύκλους, δεν αποκλείεται καθόλου να αναμετρηθεί με τον σημερινό πρόεδρο, Ντμίτρι Μεντβέντεφ, στις εκλογές του 2012.
Η ανάλυση αυτή εμφανίζεται άκρως επισφαλής. Πρώτα απ’ όλα διότι ουδείς, έξω από τα τείχη του Κρεμλίνου, μπορεί ακόμη να εκτιμήσει στα σοβαρά κατά πόσο το στερεότυπο περί «σκληρού Πούτιν – πιο διαλλακτικού Μεντβέντεφ» εκφράζει κάτι περισσότερο από ευσεβή πόθο των δυτικών ελίτ ή και διπλωματικό στρατήγημα της Μόσχας, κατά το πρότυπο του καλού και του κακού αστυνομικού. Επειτα, ο Πούτιν ουδόλως ζημιώθηκε από προηγούμενες επιθέσεις Τσετσένων επί προεδρίας του: Ούτε η εφιαλτική περιπέτεια των ομήρων σε θέατρο της Μόσχας, το 2002, με 117 αθώους νεκρούς, ούτε η τραγωδία του Μπεσλάν, το 2004, με πάνω από 330 θύματα τον έβλαψαν στο ελάχιστο. Αντίθετα, εκμεταλλεύθηκε τα κρούσματα αυτά για να περιορίσει δραστικά την ισχύ των επαρχιακών κυβερνητών και να ενισχύσει ένα συγκεντρωτικό, αυταρχικό κράτος στο όνομα της ασφάλειας.
Σε αυτή την κατεύθυνση, ο Πούτιν αξιοποίησε την ισλαμοφοβία της κυβέρνησης Μπους μετά την 11η Σεπτεμβρίου, μη διστάζοντας να αντιγράψει το «καουμπόικο» στυλ του Αμερικανού προέδρου. Ο Μπους ήθελε τον Οσάμα μπιν Λάντεν «ζωντανό ή νεκρό», ο Πούτιν καλούσε τους άνδρες των μυστικών υπηρεσιών του «να γαζώσουν τους τρομοκράτες μέσα στις τουαλέτες τους». Ο πρώτος δήλωσε ότι οι άνδρες του «θα βγάλουν τους εχθρούς από τα λαγούμια τους» · ο δεύτερος ότι οι δικοί του «θα σύρουν τους φονιάδες έξω από τους υπονόμους». Και οι δύο πολιτικοί αρέσκονταν να φωτογραφίζονται καβάλα στ’ άλογα, σε πιλοτήρια μαχητικών αεροσκαφών και σε άλλες, αρκούντως «ανδροπρεπείς» πόζες.
Αν όμως η αντιτρομοκρατική σταυροφορία του Μπους είχε τόσο άσχημο τέλος, δελεάζεται κανείς να αναρωτηθεί μήπως και εκείνη του Πούτιν θα έχει την ίδια τύχη. Εδώ η αναλογία σταματάει να ακούγεται πειστική. Το αμερικανικό έθνος δεν είχε αναπτύξει, στη σύντομη ιστορία του, αντιπαλότητα με το ισλαμικό στοιχείο, από το οποίο το χωρίζουν δύο ωκεανοί. Οι πόλεμοι του Μπους στους μακρινούς τόπους της Μέσης Ανατολής και της Κεντρικής Ασίας εύκολα ενοχοποιούνταν κατά το σχήμα «αίμα για το πετρέλαιο». Αντίθετα, το ρωσικό έθνος διαμορφώθηκε μέσα από διαρκείς αναμετρήσεις με τρεις παραλλαγές του Ισλάμ – τους Μογγόλους, τους Οθωμανούς και τους Πέρσες, ενώ μουσουλμανικές μειονότητες ενοχοποιήθηκαν τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο για συνεργασία με τους ναζί. Το κυριότερο, η Ρωσία δεν εμφανίζεται να δίνει έναν αγώνα για την αποικιοκρατική κατοχή και εκμετάλλευση ξένης γης, αλλά για την προστασία της εθνικής της ακεραιότητας.
Το πρότυπο του Μακιαβέλι
Οπως σημειώνουν οι New York Times, ο Πούτιν είναι σε θέση να εκμεταλλευθεί το κληροδοτημένο εθνικό στερεότυπο του «καλού τσάρου με τους κακούς συμβούλους» – στερεότυπο που επιβίωσε των Ρομανόφ, του Λένιν, του Στάλιν και του Πούτιν. Θα μπορούσαμε να προσθέσουμε ότι ο Πούτιν, σε δραματική αντίθεση με τον Μπους, ενσάρκωσε, ώς ένα βαθμό, το πρότυπο του Μακιαβέλι, που ήθελε τον καλό πρίγκιπα να συμμαχεί με τον φτωχό λαό εναντίον των διεφθαρμένων ευγενών. Πράγματι, ο Πούτιν δεν έδειξε τη σιδερένια πυγμή του μόνον εναντίον των Καυκάσιων λήσταρχων και πολέμαρχων, αλλά και απέναντι στους πολύ ισχυρότερους ολιγάρχες της Μόσχας, τους οποίους κατάφερε είτε να υποτάξει είτε να απαλλοτριώσει, για να ανασυστήσει κάτι που να μοιάζει με σύγχρονο κράτος. Σε αυτό το φόντο, είναι πιθανότερο το κύμα των επιθέσεων, αντί για κατακραυγή εναντίον του Πούτιν, να τροφοδοτήσει νοσταλγία για την προεδρία του και λαϊκό ρεύμα υπέρ της επιστροφής του στο υψηλότερο αξίωμα της αχανούς χώρας.

