Οι εκλογές, το περασμένο Σαββατοκύριακο, στο Ιράκ ήταν μια τεράστια επιτυχία για τον λαό της χώρας. Το ήρεμο κλίμα υπό το οποίο διεξήχθησαν, συνιστά σοβαρές ενδείξεις ότι το Ιράκ έχει μπει για τα καλά σε τροχιά εκδημοκρατισμού.
Οι κάλπες στήθηκαν στις 14 από τις 18 επαρχίες της χώρας (στο Κουρδιστάν θα γίνουν ξεχωριστές εκλογές, όπως και στην αμφισβητούμενη πετρελαιοπαραγωγό πόλη του Κιρκούκ). Ηταν η πρώτη εκλογική αναμέτρηση μετά την ανατροπή του Σαντάμ Χουσεΐν, την οποία διοργάνωσαν και επέβλεψαν μόνοι τους οι ίδιοι οι Ιρακινοί. Τα εκλογικά κέντρα φυλάσσονταν αποκλειστικά από ντόπιους στρατιώτες. Διεθνείς παρατηρητές επέβλεψαν τη διαδικασία και στις 712 εκλογικές περιφέρειες. Το 2005 δεν είχε συμβεί κάτι τέτοιο, εξαιτίας του φόβου τρομοκρατικών επιθέσεων. Τότε μάλιστα είχαν δολοφονηθεί πάνω από 200 υποψήφιοι – ενώ αυτή τη φορά 8. Συνολικά, 14.412 πολίτες έθεσαν υποψηφιότητα, αριθμός αναμφισβήτητα εντυπωσιακός.
Επίσης, αυτή ήταν η πρώτη εκλογική αναμέτρηση από την οποία δεν απείχε καμία εθνοτική ή θρησκευτική ομάδα. Το εύρος των απόψεων που εκπροσωπούσαν οι υποψήφιοι ήταν μοναδικό για τα αραβικά δεδομένα – το Ιράκ είναι η μοναδική χώρα της περιοχής όπου επετράπη η ελεύθερη συμμετοχή ακόμη και τροτσκιστών και βασιλοφρόνων στις εκλογές.
Το ποσοστό προσέλευσης ήταν μικρότερο του αναμενομένου και ανήλθε στο 51%, το σημαντικό όμως είναι ότι συμμετείχαν στις εκλογές και οι σουνίτες, οι οποίοι τις είχαν μποϊκοτάρει το 2005. Σε κάποιες σουνιτικές πόλεις μάλιστα, το ποσοστό συμμετοχής έφτασε το 60%. Υπάρχουν επομένως βάσιμες ελπίδες ότι οι σουνίτες έπαψαν να επηρεάζονται από την Αλ Κάιντα, η οποία κυριάρχησε στις πολιτικές τους ζυμώσεις τα πρώτα χρόνια μετά την ανατροπή του Σαντάμ.
Οσο αξιοθαύμαστη ήταν η ομαλότητα της διαδικασίας, άλλο τόσο εντυπωσιακά ήταν τα αποτελέσματα. Ολα τα ισλαμικά κόμματα υπέστησαν απώλειες, ιδιαίτερα εκείνα που συμμάχησαν με τον σκληροπυρηνικό σιίτη ιερέα Μοκτάντα αλ Σαντρ, ο οποίος είδε τα ποσοστά του να μειώνονται από το 11 στο 3%. Η εκλογική δύναμη του βασικού σουνιτικού σχηματισμού, του Ισλαμικού Κόμματος του Ιράκ, σχεδόν μηδενίστηκε.
Το μοναδικό ισλαμικό κόμμα που βγήκε κερδισμένο ήταν το «Ντάγουα» του πρωθυπουργού Νούρι αλ Μαλίκι – ακόμη και αυτό όμως αφαίρεσε από την ονομασία του τη λέξη ισλαμικό. Η επιρροή του Μαλίκι, ο οποίος αποδείχθηκε ικανότερος ηγέτης απ’ όσο αναμενόταν, ενισχύθηκε σημαντικά με τις εκλογές. Καμία επαρχία πλέον δεν θα ελέγχεται από αυτοδύναμους ισλαμικούς σχηματισμούς. Εν ολίγοις, οι εκλογές αυτές ήταν μια ήττα για το Ιράν, που ήλπιζε πως τα σιιτικά κόμματα θα θριάμβευαν στον Νότο του Ιράκ, μετατρέποντάς τον σε μια αυτόνομη σιιτική πολιτεία.
Αντιθέτως, στο προσκήνιο βρίσκεται πλέον μια νέα γενιά Ιρακινών πολιτικών, μικρής ηλικίας και κοσμικών αντιλήψεων. Εχουν ζήσει όλη τους τη ζωή στο Ιράκ, όχι στην εξορία. Αυτό σημαίνει ότι είναι Ιρακινοί με τοπικές ρίζες και όχι οπαδοί του παν-αραβισμού ή του παν-ισλαμισμού, ούτε και έχουν ιδιαίτερες διασυνδέσεις με τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Η δημοκρατία του Ιράκ παραμένει βέβαια εύθραυστη. Οι βουλευτικές εκλογές στο τέλος του χρόνου θα είναι ένα ακόμη τεστ για να αποδειχθεί αν πράγματι αποτελεί παρελθόν η θρησκευτική μισαλλοδοξία που ταλάνισε τη χώρα για χρόνια. Το σίγουρο είναι ότι η χώρα δεν είναι ακόμη ενωμένη και χρειάζονται τεράστιες επενδύσεις σε υποδομές. Οι ελπίδες όμως ότι οι Ιρακινοί θα φτιάξουν μια σωστή πολιτεία έχουν αναζωογονηθεί και είναι πιο ζωντανές από οποιαδήποτε άλλη φορά στο παρελθόν. Κάτι τέτοιο δεν θα είχε ποτέ καταστεί δυνατόν αν η Αμερική δεν εξεδίωκε την ψυχωτική οικογένεια του Σαντάμ από την εξουσία.
Οι Αμερικανοί
Η κατοχή που ακολούθησε σημαδεύτηκε από αναρίθμητα λάθη, τα οποία με τη σειρά τους δημιούργησαν πρόσφορο έδαφος για την ανάπτυξη του εθνοθρησκευτικού μίσους, με αποτέλεσμα να απειληθεί η χώρα με διάσπαση. Τα τελευταία δύο χρόνια όμως, η αριθμητική ενίσχυση των αμερικανικών δυνάμεων υπό τον στρατηγό Ντέιβιντ Πετρέους διέλυσε το μεγαλύτερο μέρος του δικτύου των τρομοκρατών και ελαχιστοποίησε την υποστήριξη προς τα αιτήματά τους. Τώρα, τα αμερικανικά στρατεύματα είναι σε θέση να αποχωρήσουν σταδιακά και ο -εκπαιδευμένος από τους Αμερικανούς- ιρακινός στρατός αναλαμβάνει να προστατεύσει μόνος του την εσωτερική σταθερότητα, από τους φανατικούς ισλαμιστές. Θα υπάρξουν βέβαια και άλλα εμπόδια στον δρόμο.
Ποιος ξέρει όμως, μπορεί σύντομα το Ιράκ να γίνει υπόδειγμα εκδημοκρατισμού και για τα υπόλοιπα αραβικά κράτη. Εάν γίνει κάτι τέτοιο, ποιοι θα είναι εκείνοι που αξίζουν συγχαρητήρια; Ο Τζορτζ Μπους και ο Τόνι Μπλερ.

