ΜΟΣΧΑ. «Δεν εξαρτάται από την εκλογική επιτροπή. Εξαρτάται από τον Βλαντιμίρ Πούτιν». Με αυτή τη δήλωση υποδέχτηκε την, ούτως ή άλλως, αναμενόμενη επιβεβαίωση του αποκλεισμού του από την προεκλογική κούρσα ο πρώην πρωθυπουργός της Ρωσίας, Μιχαήλ Κασιάνοφ, ο οποίος περιγράφεται από τον δυτικό Τύπο ως «ο μοναδικός φιλελεύθερος επικριτής του Κρεμλίνου» που είχε απομείνει στην πολιτική αρένα. Η σχετική ανακοίνωση της εκλογικής επιτροπής έδωσε, χθες, νέο έναυσμα στους Δυτικούς σχολιαστές να καταγγέλλουν την ελεγχόμενη από το κράτος εκλογική διαδικασία.
Σύμφωνα με την εκλογική επιτροπή, ο Μιχαήλ Κασιάνοφ δεν θα πρέπει να είναι υποψήφιος στις προεδρικές εκλογές της 2ας Μαρτίου, αφού διαπιστώθηκε ότι παρουσίασε χιλιάδες πλαστές υπογραφές υποτιθέμενων υποστηριχτών του. Ο ίδιος βέβαια απέρριψε την ανακοίνωση ως «απλή προπαγάνδα». Η ρωσική νομοθεσία προβλέπει ότι οι διεκδικητές της προεδρίας, οι οποίοι δεν συνδέονται με πολιτικά κόμματα, θα πρέπει να υποβάλουν δύο εκατομμύρια υπογραφές υποστηριχτών τους προκειμένου να κατέβουν υποψήφιοι. Η έως τώρα εκστρατεία του Μιχαήλ Κασιάνοφ επέτυχε τη συγκέντρωση συνολικά 2.067.000 υπογραφών, αλλά σύμφωνα με την εκλογική επιτροπή τουλάχιστον 80.000 από αυτές ήταν πλαστές. «Αυτό σημαίνει ότι ο αριθμός των γνήσιων υπογραφών δεν φθάνει τα δύο εκατομμύρια, γεγονός που αποτελεί βάση για την απόρριψη της συμμετοχής», δήλωσε ο Νικολάι Κονκίν, γραμματέας της κεντρικής εκλογικής επιτροπής. Ο ίδιος διευκρίνισε, πάντως, ότι η επίσημη απόφαση για τη συμμετοχή του Μιχαήλ Κασιάνοφ θα ανακοινωθεί στις 27 Ιανουαρίου.
Σύμφωνα με τις δημοσκοπήσεις, ο πρώην πρωθυπουργός δεν είχε καμία ελπίδα να υπερισχύσει του Ντιμίτρι Μεντβέντεφ, του εκλεκτού του προέδρου Πούτιν για την προεδρία. Ωστόσο, πολιτικοί παρατηρητές σημειώνουν ότι η παρουσία του στην προεκλογική σκηνή θα ήταν ενόχληση για το δίδυμο Πούτιν – Μεντβέντεφ, εξ αιτίας της σκληρής κριτικής που ασκεί στο Κρεμλίνο. Ο Μιχαήλ Κασιάνοφ, έμπιστος του Μπόρις Γέλτσιν, διετέλεσε πρωθυπουργός από το 2000 έως το 2004. Στην πρώτη επέτειο της αποπομπής του, στις 24 Φεβρουαρίου του 2005, διακήρυξε ότι θα διεκδικήσει την προεδρία το 2008, ενώ το πέρασμά του στο στρατόπεδο των αντιπάλων του προέδρου Πούτιν είχε ήδη επιβεβαιωθεί μέσω των στενών διασυνδέσεών του με τον εξόριστο πολυεκατομμυριούχο Μπόρις Μπερεζόφσκι. Εκτοτε καταγγέλλει με κάθε ευκαιρία την αυταρχική πολιτική Πούτιν. Ο Ντιμίτρι Μεντβέντεφ δεν αντιμετωπίζει πλέον καμία ισχυρή πρόκληση στην προεκλογική διαδικασία μετά και την απόσυρση του Γκάρι Κασπάροφ.

