Μετά την επίμονη εκστρατεία του Κρεμλίνου κατά της αντιπολίτευσης, στην οποία έβαλε απανωτές τρικλοποδιές, το κόμμα του προέδρου Πούτιν εξασφάλισε σαρωτική νίκη στις βουλευτικές εκλογές της Κυριακής. Αλλά, παρ’ ότι το αποτέλεσμα σημαίνει θρίαμβο για τον Βλαντιμίρ Πούτιν, ταυτόχρονα εγκαινιάζει νέα εποχή πολιτικής αστάθειας για τη Ρωσία. Εχοντας συγκεντρώσει στα χέρια του την εξουσία, ο κ. Πούτιν δημιουργεί βαθιά αβεβαιότητα για τις προθέσεις του και καθιστά απίθανη την απάντηση σ’ ένα θεμελιώδες ερώτημα για το μέλλον της Ρωσίας: Μετά ένα εξάμηνο, ποιος θα κρατά τα ηνία; Ο Πούτιν έχει αναγγείλει ότι δεν θα είναι υποψήφιος πρόεδρος τον Μάρτιο, σεβόμενος το συνταγματικό όριο που δεν επιτρέπει πάνω από δύο συνεχόμενες θητείες. Παράλληλα, ωστόσο, διακήρυξε ότι θα διατηρήσει σημαντική επιρροή στη χώρα, είτε ως πρωθυπουργός είτε ως ηγέτης κόμματος είτε υιοθετώντας κάποιον αόριστο ρόλο, την «πατρότητα του έθνους», όπως περιγράφεται εδώ στη Μόσχα.
Η σύγχυση για τα κίνητρά του σκιάζει αυτό που θεωρεί ότι είναι το μεγαλύτερό του επίτευγμα – η αποκατάσταση της οικονομικής ισχύος και του διεθνούς κύρους της Ρωσίας. Θα ήταν δύσκολο να περιγράψουμε τη Ρωσία ως μια χώρα που στέκει γερά στα πόδια της, όταν υπάρχουν τόσες αμφιβολίες για κάτι τόσο θεμελιώδες όσο η μετάβαση της ηγεσίας. Οι αμφιβολίες έχουν ενταθεί εν μέρει εξ αιτίας των προφανών αντιφάσεων στην πολιτική στάση του προέδρου τους τελευταίους μήνες. Μετέτρεψε τις εκλογές της Κυριακής σε δημοψήφισμα για την ηγεσία του. Ακόμη και ο πιο αδιάφορος ψηφοφόρος μπορεί να αντιληφθεί ότι δεν έχει πρόθεση να αποσυρθεί. Επιπλέον, η σκληρή μεταχείριση της αντιπολίτευσης από το Κρεμλίνο και οι πιέσεις που άσκησε στους εκπροσώπους της περιφέρειας να εξασφαλίσουν ψήφους για την «Ενιαία Ρωσία» αποδεικνύουν ότι ήθελε να αποφύγει και την παραμικρή διαφυγή ψήφων προς αντίπαλα κόμματα. Κατά μήκος της Ρωσίας, τους τελευταίους μήνες, τα μέλη των αντιπολιτευόμενων κινημάτων διαμαρτύρονται ότι υπέστησαν παρενοχλήσεις από τις Αρχές και από άτομα που εργάζονται για τις κυβερνητικές υπηρεσίες, ενώ εταιρείες που είχαν λάβει κρατική χρηματοδότηση ανέφεραν ότι διατάχθηκαν να ψηφίσουν υπέρ της «Ενιαίας Ρωσίας».
Με τον Πούτιν να παραμένει απρόθυμος να αποκαλύψει τι θέλει να κάνει μετά τη λήξη της θητείας του, εσωτερικές διαμάχες έχουν ξεσπάσει στο Κρεμλίνο και ποικίλες θεωρίες συνωμοσίας ακούγονται σε μια χώρα, που άλλωστε είναι συνηθισμένη σε αυτές. Ορισμένοι από τους συμμάχους του τού ζητούν να βρει νομικά παραθυράκια για να παραμείνει στην εξουσία. Αλλοι προβλέπουν ότι θα διορίσει πρόεδρο έναν έμπιστο συνεργάτη, τον οποίον θα κατευθύνει ή θα αναγκάσει να παραιτηθεί μόλις λίγους μήνες μετά, ώστε να αναλάβει ξανά ο ίδιος την προεδρία. Οι εντάσεις έχουν κλιμακωθεί ακριβώς εξ αιτίας του τρόπου με τον οποίο ο Πούτιν καταργεί τον πολιτικό διάλογο. Στη Ρωσία του σήμερα, ομάδες συμφέροντος -ειδικά επιχειρηματίες, μέλη της ολιγαρχίας, που ελέγχουν μεγάλο μέρος της οικονομίας, ή πολιτικοί της επαρχίας που έχουν τα δικά τους φέουδα- δεν τολμούν να εμπλακούν δημοσίως στη συζήτηση για τη διαδοχή από φόβο μήπως προκαλέσουν αντίποινα του Κρεμλίνου. Ο Γκριγκόρι Γιαβλίνσκι, ηγέτης του φιλελεύθερου Γιάμπλοκο, περιγράφει ότι ο Πούτιν «έχει δημιουργήσει, στ’ αλήθεια, ένα αυταρχικό σύστημα, στο οποίο έχει απομείνει μόνος του… Δεν υπάρχει κανείς γύρω του. Εχει έλθει η ώρα για τη μετάβαση της εξουσίας και δεν έχει ιδέα πώς θα το κάνει». Επιπλέον, πολλά από τα προβλήματα της Ρωσίας, περιλαμβανομένων του πληθωρισμού και της διαφθοράς, είναι πιθανόν να επιδεινωθούν μέσα στο επόμενο έτος και ο νέος πρόεδρος ενδέχεται να αποδώσει την ευθύνη στον Πούτιν, καταστρέφοντας τα μελλοντικά σχέδια του προκατόχου του, εκτιμά ο Στανισλάβ Μπελκόφσκι, επιφανής πολιτικός αναλυτής. Ο ίδιος υποστηρίζει ότι η αύρα του Πούτιν θα σβήσει εύκολα και ότι η ηγεσία θα περάσει με φυσικό τρόπο στον νέο πρόεδρο. «Σε τρεις μήνες, περίπου, θα αρχίσουμε να ξεχνάμε τον Πούτιν»…

