Τι κι αν ο αγγλόφωνος Τύπος ένθεν και ένθεν του Ατλαντικού αρέσκεται να τον χαρακτηρίζει «νέο τσάρο πασών των Ρωσιών»; Ο Βλαντιμίρ Πούτιν έγινε ο πρώτος ξένος ηγέτης που έτυχε του προνομίου να φιλοξενηθεί και στις δύο επαύλεις της οικογένειας Μπους: Στο Κρόφορντ του Τέξας, στην Αγρια Δύση, τον Νοέμβριο του 2001 και στο Κένεμπουνκπορτ του Μέιν, στο κατ’ εξοχήν «ευρωπαϊκό», βορειοανατολικό άκρο των Ηνωμένων Πολιτειών, την περασμένη εβδομάδα.
Διασκεδάζοντας την αίσθηση των τελευταίων μηνών για υποτροπή της ψυχροπολεμικής ατμόσφαιρας στις σχέσεις των δύο πυρηνικών υπερδυνάμεων, οικοδεσπότης και φιλοξενούμενος εμφανίστηκαν ενώπιον των τηλεοπτικών συνεργείων σαν δύο αγαθής προαίρεσης γείτονες, που μοιράζονται την τρυφερότητα για τον καλύτερο φίλο του ανθρώπου, την αγάπη για τον (μαγειρεμένο) αστακό και την κλίση στο ψάρεμα. Η παρουσία του Τζορτζ Μπους του πρεσβύτερου πρέπει να βοήθησε αρκετά: ως διευθυντής της CIA επί Ψυχρού Πολέμου, ο 41ος πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών μπορεί να βρει πιο εύκολα από τον ιδεοληπτικό γιο του κοινή γλώσσα με τον ρεαλιστή συνάδελφο, πρώην πράκτορα της KGB, Βλαντιμίρ Πούτιν.
Απογοήτευση στην Ε.Ε.
Ωστόσο, η καλή προσωπική σχέση μεταξύ δύο ηγετών όσο χρήσιμη κι αν είναι, δεν θα μπορύσε να κάνει πολιτικά θαύματα. Η σύνοδος του Κένεμπουνκπορτ επιβεβαίωσε μεν ότι ούτε η Ουάσιγκτον ούτε η Μόσχα εννοούν να τραβήξουν τις μεταξύ τους αντιθέσεις στα όρια της μετωπικής ρήξης, αλλά πέραν τούτου ουδέν. Στα δύο βασικά μέτωπα όπου επικεντρώνονται αυτήν την εποχή οι μεταξύ τους αντιπαραθέσεις, το Κοσσυφοπέδιο και την αμερικανική, αντιπυραυλική ασπίδα σε Πολωνία και Τσεχία, απλώς συμφώνησαν ότι διαφωνούν. Αμέσως μετά τη συνάντησή τους οι τόνοι ανέβηκαν αισθητά.
Απογοητευμένη από την αδιαλλαξία του Πούτιν, η Ευρωπαϊκή Ενωση, διά στόματος της Κριστίνα Γκάλιακ, εκπροσώπου του Χαβιέρ Σολάνα, δήλωσε ορθά-κοφτά την περασμένη Τρίτη ότι, αν η Μόσχα επιμείνει να εμποδίσει την ανεξαρτησία του Κοσσυφοπεδίου με κάλυψη του Συμβουλίου Ασφαλείας, η Δύση θα προχωρήσει μόνη της. Την ίδια περίπου στιγμή, ο πρώην πρωθυπουργός της Ρωσίας, Γεβγένι Πριμακόφ -ο οποίος θεωρείται από πολλούς μόνιμος «ειδικός απεσταλμένος» του Κρεμλίνου για λεπτές υποθέσεις- πρότεινε ανοιχτά αυτό που οι Σέρβοι κατά βάθος θα ήθελαν, αλλά δεν τολμούν να προτείνουν: τη διχοτόμηση του Κοσσυφοπεδίου και την ενσωμάτωση του βόρειου τμήματός του στη Σερβία.
«Πύραυλος» Ιβανόφ
Την επομένη, ήταν η σειρά του Σεργκέι Ιβανόφ, πρώτου αντιπροέδρου της ρωσικής κυβέρνησης και πιθανού διαδόχου του Πούτιν, να εκτοξεύσει τον δικό του πολιτικό «πύραυλο»: Αν η Αμερική επιμείνει να στήσει την αντιπυραυλική της ασπίδα σε Πολωνία και Τσεχία, δήλωσε ο κ. Ιβανόφ, τότε η Μόσχα θα εγκαταστήσει αντιβαλλιστικούς πυραύλους στο Καλίνινγκραντ, ρωσικό θύλακο στη Βαλτική, ανάμεσα στην Πολωνία και στη Λιθουανία.
Ηταν άλλη μια ισχυρή, τουλάχιστον στο επικοινωνιακό επίπεδο, κίνηση του Πούτιν, μετά τον αντιπερισπασμό κατά τη σύνοδο κορυφής του G-8, στη Γερμανία, όταν είχε προκαλέσει αμηχανία στους Αμερικανούς αντιπροτείνοντας να δημιουργηθεί κοινή, αμερικανορωσική αντιπυραυλική ασπίδα όχι στην Ανατολική Ευρώπη, αλλά στο Αζερμπαϊτζάν. Αυτήν τη φορά, ο Πούτιν φέρνει σε άκρως δυσχερή θέση την Ευρωπαϊκή Ενωση, η οποία θα υποχρεωθεί να επιτρέψει τη διέλευση, μέσω κρατών-μελών της (Λιθουανία, Λεττονία) ρωσικών πυραύλων που θα σημαδεύουν άλλα κράτη-μέλη της. Επιπλέον, ενισχύει τους φόβους των απλών Πολωνών και Τσέχων, οι οποίοι στη μεγάλη πλειονότητά τους, σύμφωνα με τις δημοσκοπήσεις, ήδη τάσσονται εναντίον της εγκατάστασης αμερικανικών βάσεων.
Και στα δύο μέτωπα της αντιπαράθεσης, η Μόσχα απαντά με ψύχραιμες «σκακιστικές» κινήσεις σε μια Ουάσιγκτον, η οποία επιδίδεται σε υψηλού ρίσκου γεωπολιτικό «πόκερ». Στο Κοσσυφοπέδιο, η Ρωσία εμφανίζεται να υπερασπίζεται τη διεθνή σταθερότητα -την εδαφική ακεραιότητα των κρατών και τις αποφάσεις του ΟΗΕ- απέναντι σε μια Αμερική που απειλεί να ανοίξει το κουτί της Πανδώρας. Ο χρόνος σίγουρα δεν κυλάει προς όφελος των ΗΠΑ. Ηδη πλειάδα χωρών που αντιμετωπίζουν εθνοτικά- μειονοτικά προβλήματα (Ισπανία, Βέλγιο, Σλοβακία, Ρουμανία, Βουλγαρία) δεν εμφανίζονται καθόλου πρόθυμες να ακολουθήσουν τις ΗΠΑ σε ενδεχόμενη, μονομερή αναγνώριση της ανεξαρτησίας του Κοσσυφοπεδίου, χωρίς απόφαση του ΟΗΕ.
Αν όμως το κουτί της Πανδώρας τελικά ανοίξει με την αλλαγή των συνόρων -λέει η Μόσχα διά στόματος Πριμακόφ- τότε, τουλάχιστον, ας φροντίσουμε να εξασφαλίσουμε το συντομότερο δυνατόν βιώσιμες λύσεις, αντί να διαιωνίζουμε θνησιγενή μορφώματα τύπου Κοσσυφοπεδίου, τα οποία το μόνο που θα εξυπηρετούν θα είναι η παράταση της κρίσης και η διατήρηση αμερικανικών προτεκτοράτων στην καρδιά της Ευρώπης.
Η «μαλακή ισχύς» της νέας Ρωσίας
Στο πεδίο της αντιπυραυλικής άμυνας, η Μόσχα εκθέτει την Ουάσιγκτον στα μάτια των Δυτικοευρωπαίων συμμάχων της εμφανίζοντάς την ως αποκλειστικά υπεύθυνη για την αναβίωση των ψυχροπολεμικών διαχωρισμών στη Γηραιά Ηπειρο. Το λάιτ μοτίφ του Πούτιν θα μπορούσε να συνοψισθεί ως εξής: «Πραγματοποιήσαμε ριζική αλλαγή κοινωνικού καθεστώτος, με τη μετάβαση από τον γραφειοκρατικό σοσιαλισμό στην ελεύθερη αγορά αναίμακτα, ένα μικρό θαύμα. Οικοδομήσαμε μια Δημοκρατία που μπορεί μεν να μην είναι άψογη, αλλά δεν είχε προηγούμενο στην ιστορία της χώρας μας. Μας κατηγορείτε για αυταρχισμό επειδή πήραμε μέτρα εναντίον επτά οικογενειών ολιγαρχών, που κατείχαν το 50% του εθνικού πλούτου τη δεκαετία του ’90. Επιτέλους, η σημερινή Ρωσία δεν είναι ιδεολογικός αντίπαλος της Δύσης, όπως ήταν επί σοβιετικής εποχής, αλλά μια κανονική, καπιταλιστική δύναμη και ως τέτοια εννοεί να έχει ισότιμες σχέσεις μαζί σας. Τι άλλο μπορεί να δικαιολογήσει την ψυχροπολεμική αντιμετώπισή της, εκτός από την προσπάθεια των ΗΠΑ να διατηρήσουν την παγκόσμια ηγεμονία σε βάρος όχι μόνο της Ρωσίας, αλλά και της Ευρώπης»;
Η στάση αυτή, σε συνδυασμό με τις δελεαστικές προσφορές ενεργειακής συνεργασίας, ενισχύει τη ρωσική «μαλακή ισχύ» στην Ευρώπη και κυρίως στη χώρα που αποτελούσε πάντα το κλειδί της ρωσικής στρατηγικής, τη Γερμανία. Δεν είναι μόνο το «Αριστερό Κόμμα» του Οσκαρ Λαφοντέν, που εκπροσωπεί τις «αντιιμπεριαλιστικές» και αρκετά φιλορωσικές τάσεις στη γερμανική πολιτική ζωή. Πρόσφατα, ο πρόεδρος της κοινοβουλευτικής ομάδας του συγκυβερνώντος Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος Πέτερ Στρουκ υποστήριξε δημοσίως ότι η Γερμανία πρέπει στο εξής να υιοθετήσει πολιτική «ίσων αποστάσεων» ανάμεσα σε ΗΠΑ και Ρωσία. Οσο κι αν μια τόσο θεαματική, για τα γερμανικά δεδομένα, στροφή είναι απίθανο να υιοθετηθεί στο ορατό μέλλον, γεγονός είναι ότι η Ρωσία ενισχύει σταθερά τα ερείσματα και την εικόνα της στην Ευρώπη. Αντιθέτως, όπως έδειξε πρόσφατη δημοσκόπηση των «Φαϊνάνσιαλ Τάιμς», η Αμερική του Τζορτζ Μπους τα έχει έτσι καταφέρει ώστε να θεωρείται η μεγαλύτερη… απειλή για την παγκόσμια ασφάλεια από τους συγκριτικά περισσότερους Ευρωπαίους, με ποσοστό 32%, ενώ οι αντίστοιχοι αριθμοί είναι 19% για την Κίνα, 17% για το Ιράν και μόλις 5% για τη Ρωσία.

