Είναι μια ακόμη νύχτα γεμάτη κίνηση στο θορυβώδες Casino de Paris εδώ στη ρωσική πρωτεύουσα, μια εξελιγμένη μετα-σοβιετική Ντίσνεϊλαντ, όπου εύσωμοι άνδρες με ακριβά κινητά και πανέμορφες συνοδούς και ξένοι μιας κάποιας ηλικίας παίζουν «blackjack» μέσα σε ένα σύννεφο καπνού πούρων και πίνουν δυνατά ποτά.
Ωστόσο, αυτό που κάνει το όλο σκηνικό πραγματικά ρωσικό είναι η μουσική. Σε μια σκηνή, πλαισιωμένη από κόκκινες βελουτέ κουρτίνες, μια ομάδα μουσικών παίζει ήχους εμπνευσμένους από μια απίθανη πηγή: τα γκουλάγκ, το φοβερό σύστημα στρατοπέδων καταναγκαστικής εργασίας, στην εποχή Στάλιν.
Ορισμένα από τα τραγούδια, που παίζει το συγκρότημα Lesopoval -η λέξη σημαίνει κοπή ξυλείας στα στρατόπεδα- είναι εύθυμα, άλλα απλώς ρομαντικά. Με μουσική υπόκρουση από ακορντεόν, σινθεσάιζερ, κιθάρα, ντραμς και την παρουσία χορευτών και τραγουδιστών, ο Σεργκέι Κούπρικ τραγουδά για τη μακρινή διαδρομή με το τρένο μέχρι τους στρατώνες, τη ζωή στους στρατώνες, τον έρωτα στους στρατώνες, τις αναμνήσεις. Οι στίχοι του είναι διανθισμένοι με αμετάφραστη «αργκό» της φυλακής, αλλά διαχέονται από μια αλάνθαστη επική διάθεση για την ιστορία αυτού του έθνους.
Ρωσική chanson
Αυτή είναι η ρωσική chanson, ένα είδος άμορφης τέχνης, που έχει γίνει ο ήχος της σύγχρονης Ρωσίας. Οι αξιωματούχοι που έφθασαν το περασμένο Σαββατοκύριακο στην Αγία Πετρούπολη για τη Σύνοδο των Οκτώ ενδεχομένως δεν την άκουσαν· δεν είναι άλλωστε το είδος που παίζει κάποιος για τους εκτός πόλεως. Αλλά οποιαδήποτε άλλη μέρα, σχεδόν σε οποιαδήποτε άλλη πόλη, ηχεί από παντού, σε κιόσκια και αυτοκίνητα και καζίνο και ντίσκο, με πέτρινα τραγούδια της ρωσικής ζωής, που βρίσκουν την ίδια απήχηση στους νέους της εφηβείας και τις ηλικιωμένες κυρίες και βρίσκονται σε οξεία αντίθεση με την «ποπ», που ακούγεται από τα όλα τα ελεγχόμενα Μέσα.
Με τον βαθύ και συχνά αναίσχυντο ρομαντισμό της, με τον οποίο αναφέρεται στο έγκλημα και την τιμωρία, συγκρίνεται συχνά με την αμερικανική gangsta rap και έχει προσελκύσει ένα κοινό μακράν εκείνου του ενεργού υποκόσμου. Οταν δολοφονήθηκε ο Μιχαήλ Κρουγκ, το 2002, ο οποίος συχνά απεκαλείτο ο βασιλιάς του ρωσικού chanson, εκατοντάδες χιλιάδες πήγαν στην κηδεία του. Οι θαυμαστές του ακόμη επισκέπτονται το σπίτι του και θρηνούν σαν σε μια άλλη Γκρέισλαντ, όπου βρίσκεται η έπαυλη του Ελβις Πρίσλεϊ.
Οργή πολιτικών
Αλλά ακόμη περισσότερο απ’ ό,τι η gangsta rap, η ρωσική chanson προκαλεί την οργή των πολιτικών. Ο Βαλντιμίρ Ουστίνοφ, πάλαι ποτέ γενικός εισαγγελέας της Ρωσίας, την αποκήρυξε ανοιχτά, όταν αναφερόμενος σε ένα διαγωνισμό chanson στις φυλακές την αποκάλεσε «προπαγάνδα της εγκληματικής υποκουλτούρας». Στη Σιβηρία, δημόσιος λειτουργός ανακοίνωσε προσφάτως ότι «θα απαγορευτεί στους οδηγούς λεωφορείων να ακούνε chanson και άλλου τέτοιου είδους αποτρόπαιη μουσική». Στη Ρωσία, όπου το ραδιόφωνο και η τηλεόραση αποτελούν συχνά αντικείμενο δωροδοκίας και πολιτικής επιρροής, αυτού του είδους η επίσημη αποστροφή μπορεί να έχει πραγματικές συνέπειες. Κι έτσι η chanson, παρά τη δημοτικότητά της, περιορίζεται σε σποραδικές μεταδόσεις και μεταμεσονύκτιες εκπομπές.
«Φοβούνται ότι οι άνθρωποι που ακούνε ποπ θ’ ακούσουν ξαφνικά chanson και θα τους αρέσει», λέει ο Κούπρικ. «Μπορεί να υπάρχουν και άλλοι λόγοι. Ισως λογοκρισία. Υπάρχει μια άποψη ότι ο σοβιετικός λαός δεν πρέπει να σκέπτεται». Ως αποτέλεσμα, απολαμβάνει μια παράξενη διπλή ταυτότητα μιας μορφής, δυνατής μόνο σε μια χώρα που ισορροπεί τις ελευθερίες του άγριου καπιταλισμού με την κληρονομιά του πρόσφατου ολοκληρωτισμού. Είναι ένα απαγορευμένο προϊόν, που ανθίζει στο φωτεινό προσκήνιο, ένα φαινόμενο που αποθαρρύνεται επισήμως, αλλά ικανοποιεί σιωπηρά, ένα σύμβολο όλο και ισχυρότερο, λόγω της παρανομίας του.
«Μ’ αρέσει η φράση ενός D.J.», λέει ο Μιχαήλ Μεντβεντόφσκι του Radio Petrograd Russky Chanson, ενός ραδιοφωνικού σταθμού της Πετρούπολης, με επιτυχία, παρά τις επικρίσεις για τη μουσική του – ένα παράδοξο χαρακτηριστικό των ρωσικών Μέσων. «Η ρωσική chanson είναι σαν ένα πορνογραφικό περιοδικό. Ολοι το διαβάζουν, όλοι το ακούνε, αλλά φοβούνται να το παραδεχτούν».
Μακρινές ρίζες
Ορισμένοι αξιωματούχοι και τραπεζίτες, λέει, δεν το κρύβουν και ζητούν τις νέες εκδόσεις, πριν ακόμη κυκλοφορήσουν. Στην πραγματικότητα, ορισμένοι από τους δημοφιλέστερους καλλιτέχνες κερδίζουν τα περισσότερα, παίζοντας σε πάρτι και γάμους για τους πλούσιους και διάσημους της Ρωσίας. Και οι «Lesopoval» έπαιξαν πρόσφατα στα γενέθλια του Βλαντιμίρ Ζιρινόφσκι, του υπερεθνικιστή Ρώσου πολιτικού.
Οι μακρινές ρίζες της chanson βρίσκονται στην προεπαναστατική Ρωσία, στα τραγούδια των σκλάβων και των πολιτικών κρατουμένων της εποχής των τσάρων. Ορισμένα από τα κομμάτια της θυμίζουν τη ρωσική εκδοχή των τραγουδιών των καταδίκων, που δούλευαν αλυσοδεμένοι και έχουν βαθιές φολκλορικές ρίζες. Τα τραγούδια διαμαρτυρίας των μελλοντικών ηγετών των μπολσεβίκων, που κρατούνταν στις τσαρικές φυλακές, αποτελούν επίσης κομμάτι της ιστορίας αυτής της μουσικής. Εν τω μεταξύ, η blatnaya pesnya (κατά λέξη εγκληματικά τραγούδια) έχουν έναν ευδιάκριτο αέρα υποκόσμου.
Απέκτησαν βαθιές ρίζες στην πρώιμη σοβιετική εποχή με την αιματηρή περίοδο ενός εμφυλίου πολέμου και εθνικισμού, την οποία ακολούθησε η Νέα Οικονομική Πολιτική, μια σύντομη, χαοτική περίοδος φιλελευθερισμού -και εγκληματικότητας- που πολλοί συγκρίνουν με τη σημερινή εποχή. Το λιμάνι και η πόλη της Οδησσού, ένα οικονομικό και εθνικό σταυροδρόμι, αποτελούσαν τα κέντρα εκείνης της περιόδου και έγιναν η πνευματική εστία αυτού του είδους της μουσικής. Οταν μια πλειάδα Ρώσων μουσικών πήγε να τραγουδήσει στο νυχτερινό Παρίσι το μουσικό είδος απέκτησε όνομα: chanson.
Η καταπίεση του Στάλιν και τα στρατόπεδα πρόσθεσαν άλλο νόημα και το αποτέλεσμα ήταν μια ζωτική νέα μορφή: τραγούδια που μιλούσαν για τον πόνο της ζωής υπό το σοβιετικό σύστημα, ενώ την ίδια στιγμή το διακωμωδούσαν.
Οπως λέει ο Αντον Γιάκοβλεφ, διευθυντής του ραδιοφωνικού σταθμού Russky Chanson «το ολοκληρωτικό σύστημα σοβιετικής εξουσίας εξελίχθηκε σε δεύτερη κουλτούρα των πάντων».
Στη διάρκεια της εποχής Χρουστσόφ και την «περίοδο στασιμότητας» των χρόνων του Μπρέζνιεφ, τραγουδούσαν αυτά τα τραγούδια στο σπίτι και σε κλειστές συναυλίες και τα ηχογραφούσαν σε μυστικά στούντιο. Οι ηχογραφήσεις μοιράζονταν χέρι με χέρι, όπως τα αντίγραφα των απαγορευμένων μυθιστορημάτων του Σολζενίτσιν.
Μέχρι τη δεκαετία του 1980, αυτή η μουσική είχε γίνει τόσο δημοφιλής, ώστε ο θάνατος του Βλαντιμίρ Βιζότσκι μια μεγάλη φωνή αυτού του είδους της μουσικής, η Μόσχα σχεδόν έκλεισε. Ωστόσο, η μουσική αναπτύχθηκε και από την άλλη πλευρά του Σιδηρού Παραπετάσματος.
Στη Μικρή Οδησσό
Στη δεκαετία του 1970, η Μικρή Οδησσός -στο Μπράιτον Μπιτς της Νέας Υόρκης- έγινε το λίκνο της chanson στη Δύση. Στον κύκλο των εμιγκρέδων, αυτή η απρόσκοπτη επίκληση της σοβιετικής ζωής προσέφερε στο κοινό γλυκόπικρες αναμνήσεις από την πατρίδα. Ωστόσο, οι δίσκοι επέστρεφαν στη Ρωσία, όπου τους μετέφεραν ναυτικοί και διπλωμάτες, πολλές φορές οι ίδιοι που μετέφεραν απαγορευμένα βιβλία.
Ακόμη και ο Βλαντιμίρ Πούτιν μπορεί να έδωσε ώθηση στην chanson. Το 1999 το εβδομαδιαίο «Argumenty i Fakty» έγραψε ότι κάποιος από την παλιά εποχή, ως σπουδαστής της σχολής της «Κα Γκε Μπε» στο Λένινγκραντ έκανε αντίγραφα δίσκων των Μιχαήλ Σουφουτίνσκι και Βίλι Τοκάρεφ, οι οποίοι εγκατέλειψαν μια επιτυχημένη καριέρα στη Ρωσία και έφυγαν για τις ΗΠΑ στη δεκαετία του 1970.
Ο Τοκάρεφ οδηγούσε ταξί στη Νέα Υόρκη και ξόδευε τα χρήματά του για να ηχογραφεί δίσκους, που τον έκαναν ξανά αστέρι στο Μπράιτον Μπιτς και ολόκληρη τη Σοβιετική Ενωση. Εκείνη την εποχή τραγουδούσε για τη ζωή των εμιγκρέδων. Σήμερα, στα 72 του, εξακολουθεί να παίζει με τέτοια ενέργεια, που θα ζήλευε κάθε ηλικία.
Οσο για τον Σουφουτίνσκι, σήμερα έχει σπίτι στο Λος Αντζελες. Αλλά και αυτός περνάει μεγάλο μέρος της ζωής του στη Ρωσία, παίζοντας σε χολιγουντιανές παραγωγές, με όμορφα κορίτσια να τον συνοδεύουν στη φωνή και τον χορό.
Ο Μιχαήλ Τάνιχ, ο 80άρης των «Lesopoval» και δημιουργός ολων των στίχων του, που πέρασε έξι χρόνια στα στρατόπεδα, επειδή εξήρε τους γερμανικούς δρόμους, όταν επέστρεψε από το μέτωπο του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου έχει τη δική του ερμηνεία της ρωσικής chanson: «Για τη Ρωσία», λέει, «αυτό το είδος είναι εξαιρετικά οργανικό, επειδή έχουμε μια τέτοια ζωή».
Εχουμε μια παροιμία: μην αποκλείεις τη φυλακή ή την παραφροσύνη», προσθέτει. «Με άλλα λόγια, σ’ αυτή τη χώρα μπορεί πάντα να σου συμβεί. Γι’ αυτό, ίσως, αυτά τα τραγούδια πρωτοεμφανίστηκαν εδώ, απ’ αυτή την πλευρά του συρματοπλέγματος».

