ΟΥΑΣΙΓΚΤΟΝ. Η εθνική ταυτότητα εξακολουθεί να αποτελεί παράγοντα ισχύος στη διεθνή πολιτική, ό,τι και να λένε οι προφήτες της παγκοσμιοποίησης και της οικονομικής ολοκλήρωσης, που πιστεύουν ότι υπάρχει ένα καλούπι κατάλληλο για όλο τον κόσμο. Ευτυχώς ή δυστυχώς, οι άνθρωποι εξακολουθούν να βλέπουν τους εαυτούς τους ως προϊόντα κοινών εμπειριών σε μια κοινή γη και να ενεργούν αναλόγως.
Τουλάχιστον αυτό ισχύει για τους ηγέτες τους. Οι πολιτικοί που αγωνίζονται να εξασφαλίσουν ψήφους και οι δικτάτορες που κυβερνούν με διατάγματα πρέπει να βρουν το πολιτικό κέντρο βάρους στο εσωτερικό των εθνών τους. Οταν παίρνουν μεγάλες αποφάσεις, ο Τζορτζ Μπους, ο Χου Ζιντάο, ο Ούγο Τσάβες και άλλοι ηγέτες στηρίζονται στα εθνικά στερεότυπα του μέσου πολίτη των ΗΠΑ, της Κίνας, της Βενεζουέλας κ.ο.κ.
Δεν ήταν τα κληρονομημένα γονίδια που ανάγκασαν τους ηγέτες της Ρωσίας, της Ουκρανίας, της Γερμανίας, της Γαλλίας και των άλλων ευρωπαϊκών χωρών να απαντήσουν στην καινούργια πολιτική θύελλα που ξέσπασε την τελευταία εβδομάδα με γνώριμους από το παρελθόν τρόπους. Ξεκινώντας ένα μικρό «ψυχρό πόλεμο» στην ίδια τη γειτονιά του -με τη διακοπή της παροχής φυσικού αερίου στην Ουκρανία, καταμεσής του χειμώνα- ο Βλαντιμίρ Πούτιν έπραξε αυτό που του υπαγόρευε η πολιτική του κουλτούρα. Προσπάθησε να υπαγορεύσει τη θέλησή του, με επιτακτικό και αδέξιο τρόπο, σε ανθρώπους που επιμένει να θεωρεί ως υπηκόους της Ρωσίας. Οπως οι τσάροι και οι κομισάριοι πριν από αυτόν, ο Πούτιν αισθάνεται πιο άνετα όταν επιστρατεύει τη δύναμη, παρά όταν προσφεύγει στην πειθώ.
Το φυσικό αέριο και το πετρέλαιο της Ρωσίας έχουν αντικαταστήσει τα πυρηνικά όπλα της Σοβετικής Ενωσης ως εργαλεία εκφοβισμού ή, αν πρόκειται για φίλους του Πούτιν, ανταμοιβής. Ο ίδιος αποκαλεί αυτήν την προσέγγιση «ενεργειακή ασφάλεια».
Εδώ δεν έχουμε να κάνουμε απλώς με μια διαμάχη ανάμεσα στη Ρωσία και μια πρώην σοβιετική δημοκρατία που πασχίζει να ξεφύγει από τη σφαίρα επιρροής της Μόσχας. Ο Πούτιν επέλεξε να διακόψει την παροχή φυσικού αερίου για να επιβάλει δρακόντειες αυξήσεις τιμών στην Ουκρανία την ημέρα που η Ρωσία ανέλαβε την προεδρία της Ομάδας των Οκτώ (G8), της επιτροπής των ισχυρότερων κρατών που συνδέει Βόρεια Αμερική, Ευρώπη, Ιαπωνία και Ρωσία. Η απόφαση να ανατεθεί η διοργάνωση της συνόδου κορυφής του G8, τον προσεχή Ιούλιο, στη Ρωσία του Πούτιν ήταν ούτως ή άλλως ένα αμφιλεγόμενο βήμα. Κύκλοι της κυβέρνησης Μπους υποστήριζαν ότι το γεγονός αυτό θα βοηθούσε τους Ρώσους να μάθουν αρκετά πράγματα στο πεδίο της κρατικής πολιτικής: Να βιώσουν την ευθύνη της οικοδόμησης συναίνεσης και του καθορισμού της πολιτικής ατζέντας, σε συνεννόηση με δημοκρατικών αντιλήψεων εταίρους. Η προσπάθεια σύνθλιψης της Ουκρανίας δείχνει πόσο δύσκολη είναι η διαδικασία της «μάθησης» για τη Ρωσία και θολώνει το φωτοστέφανο που χάρισε η Ουάσιγκτον στον Πούτιν, αναγορεύοντάς τον σε παγκοσμίου διαμετρήματος ηγέτη.
Αλλά τα κληροδοτημένα εθνικά αντανακλαστικά ενεργοποιήθηκαν και στη Γερμανία, όπου οι πολιτικοί αναζητούσαν τρόπους αντιμετώπισης της «εξ ανατολών απειλής» και εξασφάλισης της ενεργειακής τους σταθερότητας. Στο Παρίσι, το κύριο άρθρο της εφημερίδας «Λε Μοντ» υποστήριζε ότι ο Πούτιν κήρυξε «τον πρώτο πόλεμο του 21ου αιώνα». Συνόδευε, όμως, αυτήν τη μαχητική κραυγή με τις καθησυχαστικές διαβεβαιώσεις των κρατικών αξιωματούχων, ότι η Γαλλία δεν πρόκειται, σε οποιαδήποτε περίπτωση, να υποφέρει καθώς έχει ήδη συνάψει ξεχωριστές συμφωνίες με Νορβηγία, Αλγερία και άλλους προμηθευτές.
Δικαιώνεται ο Ρόναλντ Ρέιγκαν
Ο σύντομος «πόλεμος» του Πούτιν δικαιώνει εν μέρει τόσο τον Ρόναλντ Ρέιγκαν όσο και τον Φρανσουά Μιτεράν, οι οποίοι είχαν έρθει σε σύγκρουση γύρω από την αποτελεσματικότητα η όχι του οικονομικού πολέμου. Σήμερα, ο Βλαντιμίρ Πούτιν έρχεται να δικαιώσει εν μέρει τον Ρέιγκαν, αποδεικνύοντας ότι το Κρεμλίνο όντως εννοεί να χρησιμοποιήσει την ενέργεια ως όπλο πολιτικού εκβιασμού.

