Από καγκελάριος, διευθυντικό στέλεχος μεγάλης, πολυεθνικής εταιρείας; Γιατί όχι; Η εξήγηση που έδωσε ο Γκέρχαρντ Σρέντερ, ότι στα 61 του χρόνια αισθάνεται παραγωγικός και δεν εννοεί να κάθεται σπίτι και να μπερδεύεται στα πόδια της (τέταρτης) συζύγου του, θα ακουγόταν πειστική σε μια χώρα που φημίζεται για το εργασιακό της ήθος. Το πρόβλημα είναι ότι ο παραγωγικός ζήλος του κ. Σρέντερ δεν αναζήτησε διέξοδο σε μια νομική φίρμα ή σε έναν μεγάλο εκδοτικό οίκο, όπως είθισται σε ανάλογες περιπτώσεις, αλλά στο ενεργειακό κονσόρτσιουμ NEPG, που ελέγχεται από τον Βλαντιμίρ Πούτιν και διευθύνεται από έναν πρώην αξιωματικό της μυστικής αστυνομίας της Ανατολικής Γερμανίας, SΤΑSΙ!
Οι συνήθεις κακόπιστοι ανακάλυψαν άλλο ένα «αγκάθι»: Η NEPG αποτελεί κοινοπραξία τριών ενεργειακών μεγαθηρίων, της ρωσικής Gazprom, που συμμετέχει με ποσοστό 51%, και των γερμανικών ΕΟΝ και BASF. Αποστολή της NEPG είναι να κατασκευάσει υποθαλάσσιο αγωγό που θα μεταφέρει φυσικό αέριο της Σιβηρίας απ’ ευθείας από την Πετρούπολη στη Γερμανία, χωρίς να περνάει από τρίτη χώρα. Ως εδώ, τίποτα το επιλήψιμο. Ωστόσο, η κατασκευή του αγωγού αποφασίστηκε από τους Πούτιν και Σρέντερ στα τέλη του καλοκαιριού, πράγμα που επιτρέπει την κακοηθέστατη υπόθεση ότι ο τότε καγκελάριος φρόντισε να λύσει έγκαιρα, αν και με όχι εντελώς διαφανή τρόπο, το πρόβλημα της μελλοντικής, επαγγελματικής του αποκατάστασης.
Οι πολιτικοί σχεδιασμοί
Μπορεί η ιδιόρρυθμη «πρόσληψη» του Γερμανού πολιτικού από τον Ρώσο πρόεδρο να μονοπώλησε το ενδιαφέρον των δυτικών ΜΜΕ, αλλά δεν ήταν η μοναδική περίπτωση αυτού του είδους. Την περασμένη Τρίτη, η ρωσική εφημερίδα «Κομερσάντ» αποκάλυψε ότι μία εβδομάδα νωρίτερα, ο Πούτιν είχε προτείνει διευθυντική θέση της πετρελαϊκής εταιρείας Rosneft στον Ντόναλντ Ιβανς, υπουργό Εμπορίου στην πρώτη κυβέρνηση του Τζορτζ Μπους. Πέραν των αυτονόητων συνειρμών για την ασφυκτική διαπλοκή χρήματος και πολιτικής στις σύγχρονες Δημοκρατίες, οι υποθέσεις NEPG και Rosneft υπογραμμίζουν την πρωταρχική σημασία της ενέργειας -όχι μόνο ως οικονομικού, αλλά πρωτίστως ως πολιτικού όπλου- στους σχεδιασμούς του Κρεμλίνου.
Η ίδια η υπόθεση του υποθαλάσσιου αγωγού που θα κατασκευάσει η NEPG βρίθει πολιτικών σκοπιμοτήτων. Πρώτα απ’ όλα, θέτει τις βάσεις για μια μακροπρόθεσμη, «συμβιωτική» σχέση ανάμεσα σε μια Ρωσία που έχει άφθονες ενεργειακές πηγές αλλά διψά για τεχνογνωσία και μια Γερμανία με διαμετρικά αντίθετα χαρακτηριστικά. Αυτός ο «γάμος συμφέροντος» μπορεί να έχει πολύ σημαντικότερες και πιο μακροπρόθεσμες συνέπειες από την ευκαιριακή, πολιτική σύμπλευση Μόσχας και Βερολίνου εναντίον της Ουάσιγκτον, στην ιρακινή κρίση.
Επειτα, ο υποθαλάσσιος αγωγός θα παρακάμψει την Ουκρανία, τις Βαλτικές Δημοκρατίες και την Πολωνία, γεγονός που θα μεταφραστεί σε τεράστια «διαφυγόντα κέρδη» των εν λόγω χωρών και θα μειώσει το γεωπολιτικό τους βάρος. Η εξέλιξη αυτή εντάσσεται στη γενικότερη επιδίωξη του Βλαντιμίρ Πούτιν να «τιμωρήσει» τις χώρες που θεωρεί ως προχωρημένα φυλάκια των ΗΠΑ στην προσπάθεια «ιμπεριαλιστικής περικύκλωσης» της Ρωσίας. Η καχυποψία του Ρώσου προέδρου ενισχύθηκε μετά τις λεγόμενες «βελούδινες εξεγέρσεις» στη Γεωργία και την Ουκρανία, οι νέες κυβερνήσεις των οποίων έχουν θέσει την ένταξη στο ΝΑΤΟ ως στόχο υψηλής προτεραιότητας.
«Μαστίγιο και καρότο»
Δεν πρόκειται για μια καθαρά αμυντική, αντανακλαστική αντίδραση του Ρώσου προέδρου, ο οποίος μπορεί να κατηγορηθεί για οτιδήποτε άλλο εκτός από παρορμητισμό. Εχοντας ανακόψει και ώς ένα βαθμό αντιστρέψει την πορεία οικονομικής αποδιάρθρωσης της Ρωσίας -χάρη και στην άνοδο των διεθνών τιμών του πετρελαίου- ο Βλαντιμίρ Πούτιν φιλοδοξεί να ξαναφέρει τις πρώην σοβιετικές δημοκρατίες, με εξαίρεση τις πλήρως ενσωματωμένες στις ευρωατλαντικές δομές χώρες της Βαλτικής, στη σφαίρα επιρροής του Κρεμλίνου. Σ’ αυτήν τη μακρόχρονη προσπάθεια, η ασφυκτική ενεργειακή εξάρτηση αρκετών πρώην σοβιετικών δημοκρατιών από τη Ρωσία αποτελεί ισχυρότατο όπλο διπλής χρήσεως – ένα «καρότο» που μπορεί να μετατραπεί ανά πάσα στιγμή σε «μαστίγιο» και αντιστρόφως. Το άγριο «παζάρι» των τελευταίων εβδομάδων γύρω από τις τιμές του ρωσικού φυσικού αερίου είναι, από αυτήν την άποψη, άκρως διδακτικό.
Μέχρι πρόσφατα, η Ρωσία πουλούσε φυσικό αέριο στις πρώην σοβιετικές δημοκρατίες της Ουκρανίας, της Γεωργίας και της Μολδαβίας σε πολύ χαμηλές τιμές, της τάξης των 50 δολαρίων για 1.000 κυβικά μέτρα, ενώ οι διεθνείς τιμές του φυσικού αερίου κυμαίνονται στα 180 δολάρια. Σε αντάλλαγμα, οι χώρες αυτές διατηρούσαν τους δεσμούς πολιτικής και στρατιωτικής εξάρτησής τους από τη Ρωσία, παρά τις κατά καιρούς τριβές στις σχέσεις τους με το Κρεμλίνο.
Μετά τις «βελούδινες επαναστάσεις» που έφεραν στην εξουσία τον Μιχαήλ Σαακασβίλι στη Γεωργία και τον Βίκτορ Γιουσένκο στην Ουκρανία, αλλά και τη στροφή 180 μοιρών του μέχρι πρό τινος φιλορώσου προέδρου της Μολδαβίας, Βλαντιμίρ Βορονίν, τα δεδομένα άλλαξαν πλήρως. Δικαιολογημένα, από την πλευρά του, ο Πούτιν δεν εννοεί να τροφοδοτεί με προνομιακούς όρους φυσικό αέριο τους γείτονές του που δηλώνουν πρόθυμοι να φιλοξενήσουν βάσεις του ΝΑΤΟ εντός της προσεχούς τριετίας.
Στις αρχές Δεκεμβρίου, η Gazprom καθόρισε νέες, κατά πολύ αυξημένες τιμές, της τάξης των 110 δολαρίων για τη Γεωργία και των 150 για την Ουκρανία. Αντιθέτως, η Λευκορωσία του Αλεξάντρ Λουκατσένκο ανταμείφθηκε για τη νομιμοφροσύνη της, καθώς η τιμή του φυσικού αερίου έμεινε σταθερή, για την περίπτωσή της, στα 47 δολάρια. Ας σημειωθεί ότι, σύμφωνα με μελέτη του ουκρανικού Εθνικού Συμβουλίου Ασφαλείας, η ενεργοβόρα χημική βιομηχανία της χώρας θα καταστεί αυτομάτως ζημιογόνος αν η τιμή του φυσικού αερίου που καταναλώνει υπερβεί τα 95 δολάρια ανά 1.000 κυβικά μέτρα, ενώ το αντίστοιχο κατώφλι για τη μεταλλουργία εκτιμάται τα 106 δολάρια.
Η απολύτως νόμιμη, στο πλαίσιο της ελεύθερης αγοράς, αλλά και πολιτικά εκβιαστική παρέμβαση της Gazprom εκδηλώθηκε τη στιγμή που η φιλοαμερικανική κυβέρνηση του Γιουσένκο βαδίζει σε κρίσιμες εκλογές, έχοντας απολέσει τη λαϊκή εμπιστοσύνη εξαιτίας ενός κυκεώνα σκανδάλων. Ο Βλαντιμίρ Πούτιν, ο οποίος κάθε άλλο παρά έχει παραιτηθεί από την ελπίδα να ξανακερδίσει την Ουκρανία στη ρωσική σφαίρα επιρροής, στέλνει στους ψηφοφόρους το σαφέστατο, διαχρονικό μήνυμα: «Δεινόν προς κέντραν λακτίζειν»!
Ανατροπή στην Κεντρική Ασία
Παράλληλα, ο πρόεδρος της Ρωσίας επιχειρεί να αντεπιτεθεί στο δεύτερο, μετά την ενέργεια, πεδίο όπου η χώρα του διατηρεί, σε σημαντικό βαθμό, το προνομιακό καθεστώς της παλιάς υπερδύναμης, στον στρατιωτικό τομέα. Η απόφαση του Ουζμπεκιστάν να κλείσει την αμερικανική βάση που είχε προσφέρει στο πλαίσιο του πολέμου κατά των Ταλιμπάν και η απόσυρσή του από τον φιλοαμερικανικό συνασπισμό GUUAM (τα άλλα μέλη του οποίου είναι η Γεωργία, η Ουκρανία, το Αζερμπαϊτζάν και η Μολδαβία) ανέτρεψαν υπέρ της Ρωσίας τους συσχετισμούς στην Κεντρική Ασία.
Σημαντική επίσης είναι η ενίσχυση του συμφώνου συλλογικής ασφαλείας CEI, στο οποίο μετέχουν Ρωσία, Λευκορωσία, Καζακστάν, Τατζικιστάν, Κιργιζιστάν και Αρμενία. Στη σύνοδο της 29ης Νοεμβρίου, η Ρωσία πρότεινε τη δημιουργία δυνάμεων ταχείας επέμβασης, οι οποίες θα μπορούν να αναλάβουν δράση «σε περίπτωση που οποιαδήποτε χώρα-μέλος του συμφώνου πέσει θύμα σχεδίων αποσταθεροποίησης». «Η Ρωσία είναι έτοιμη να δημιουργήσει το δικό της ΝΑΤΟ» ήταν το συμπέρασμα της εφημερίδας «Κομερσάντ».

