Ανησυχητικές ενδείξεις σχετικά με την εξέλιξη του έιτζ στη χώρα μας καταγράφονται στην τελευταία ετήσια έκθεση του Κέντρου Ελέγχου Ειδικών Λοιμώξεων (ΚΕΕΛ), γεγονός που αναδεικνύει την ανάγκη συνεχούς εγρήγορσης και ενημέρωσης του πληθυσμού σχετικά με τους τρόπους πρόληψης της νόσου. Το πρώτο εξάμηνο του 2005 σημειώνεται μια μικρή αύξηση των νεοδηλωθέντων φορέων και ασθενών -έναντι των περιπτώσεων που είχαν δηλωθεί στην αντίστοιχη χρονική περίοδο των προηγούμενων τεσσάρων ετών- ενώ αυξάνεται συνεχώς το ποσοστό των μολύνσεων από ετεροφυλοφιλική σεξουαλική επαφή.
Αυξητική τάση
Ειδικότερα, σύμφωνα με την έκθεση, το πρώτο εξάμηνο του 2005 δηλώθηκαν 248 νέα περιστατικά έιτζ, έναντι 221 που καταγράφηκαν στο αντίστοιχο διάστημα του 2004. Συνολικά 35 άτομα είχαν ήδη νοσήσει από έιτζ κατά τη στιγμή της δήλωσης. Από την αρχή της «επιδημίας» έως και το πρώτο εξάμηνο του 2005 δηλώθηκαν στη χώρα μας 7.371 φορείς και ασθενείς του έιτζ, εκ των οποίων οι 5.898 (ποσοστό 80%) ήταν άνδρες, και οι 1.433 (ποσοστό 19,4%) γυναίκες. Σε ένα πολύ μικρό ποσοστό το φύλο δεν δηλώθηκε. Σύμφωνα με το Κέντρο Ελέγχου και Πρόληψης Νοσημάτων, διαχρονικά η τάση της επιδημίας ήταν αυξητική στη χώρα μας έως το 2000 οπότε και παρατηρήθηκε για πρώτη φορά μία σχετική μείωση των νεοδηλωθέντων περιστατικών στη χώρα μας. Ωστόσο το 2003 και το 2004 καταγράφεται ξανά αύξηση των νεοδηλωθέντων κρουσμάτων, τάση που όπως διαφαίνεται συνεχίζεται και το 2005, αν και ακριβή συμπεράσματα δεν μπορούν ακόμα να εξαχθούν καθώς η καταγραφή για το φετινό έτος δεν έχει ολοκληρωθεί. Στο σύνολο των περιστατικών από το 1984 έως και τον Ιούνιο του 2005, ο κυριότερος τρόπος μετάδοσης είναι μέσω της σεξουαλικής επαφής. Ειδικότερα, το 44,7% των περιστατικών ήταν άνδρες που δήλωσαν ότι μολύνθηκαν μέσω σεξουαλικής επαφής με άλλους άνδρες, και το 20,8% ήταν άνδρες και -κυρίως- γυναίκες που μολύνθηκαν μέσω ετεροφυλοφιλικής επαφής. H κατηγορία μετάδοσης παραμένει αδιευκρίνιστη σε ποσοστό 25,9%. Οπως αναφέρεται στην έκθεση, διαχρονικά καταγράφεται μία μικρή αλλά συνεχής αύξηση της ετεροφυλοφιλικής μετάδοσης του έιτζ.
Η πλειονότητα των φορέων του έιτζ ήταν ηλικίας μεταξύ 25 έως 44 ετών κατά τη στιγμή της δήλωσης, ενώ στους άνδρες η ηλικία με τη μεγαλύτερη συχνότητα ήταν 30-34 ετών και στις γυναίκες 25-29 ετών. O αριθμός των φορέων-παιδιών (ηλικίας έως 12 ετών) παραμένει χαμηλός στη χώρα μας και ανέρχεται σε 73 περιπτώσεις, εκ των οποίων οι 48 αφορούν σε παιδιά που μολύνθηκαν από τη μητέρα τους και τα 12 ήταν πολυμεταγγιζόμενα παιδιά.
Μείωση θανάτων
Από το 1984 έως και τον περασμένο Ιούνιο έχουν δηλωθεί στην Ελλάδα 1.236 θάνατοι από έιτζ, εκ των οποίων οι 14 καταγράφηκαν το πρώτο εξάμηνο του 2005. Από το 1996 όπου δηλώθηκαν 151 θάνατοι από τη νόσο παρατηρείται μία σημαντική μείωση του αριθμού των ατόμων που καταλήγουν λόγω του έιτζ, η οποία οφείλεται στην εισαγωγή των νέων θεραπευτικών εξελίξεων που καθυστερούν σημαντικά την εξέλιξη της νόσου.

