Σχεδόν έξι χρόνια μετά την ανάληψη των καθηκόντων του ως προέδρου της Ρωσικής Ομοσπονδίας (ήταν Μάρτιος του 2000 όταν διαδέχθηκε τον Μπόρις Γέλτσιν), ο Βλαντιμίρ Πούτιν μοιάζει να βρίσκεται κοντά στην επίτευξη ενός διπλού στόχου:
– Αφενός να προσδώσει στη διεθνή εικόνα της χώρας του μέρος της λάμψης και της ισχύος που κάποτε είχε – υπό εντελώς διαφορετικές συνθήκες, βεβαίως, και με άλλα, συγκριτικώς με τα σημερινά, μέσα.
– Αφετέρου να μπολιάσει με ενέσεις αξιοπρέπειας, την πληγωμένη, από πολυετείς και συχνά εξαιρετικά οδυνηρές κρίσεις, κοινωνία των Ρώσων.
Το εγχείρημα ήταν και εξακολουθεί να παραμένει εξαιρετικά δύσκολο, αφού η πρώην μητρόπολη της Δικτατορίας του Προλεταριάτου έπρεπε να ξεπεράσει σύνδρομα και στρεβλώσεις του παρελθόντος, αλλά και να αντιμετωπίσει είτε την επιφυλακτικότητα είτε και την εχθρότητα άλλων δυνάμεων της τρέχουσας ιστορικής συγκυρίας.
Ενέργεια και όπλα
Στη Μόσχα επισημαίνουν ότι κρίσιμο στοιχείο για την επανάκτηση της χαμένης επιρροής της χώρας ήταν η στρατηγική επιλογή του Ρώσου προέδρου να κάνει χρήση «των δύο πλέον προσοδοφόρων προϊόντων της»: Της ενέργειας κατ’ αρχήν και, δευτερευόντως, των όπλων.
Μια προσεκτική παρατήρηση των διαδραματιζόμενων τα τελευταία χρόνια στη Ρωσία οδηγεί στο συμπέρασμα ότι «κλειδί» των εξελίξεων αποτέλεσε η απόφαση του κ. Πούτιν να θέσει ως κεντρική προτεραιότητα της πολιτικής του την αναβάθμιση της ποιότητας της καθημερινής ζωής της ρωσικής κοινωνίας.
Ρώσος διπλωμάτης αναφέρει στην «K» ότι «η Ρωσία έχει αποδεχθεί τον νέο ρόλο της στο διεθνές γίγνεσθαι και θέτει ως πρωταρχικό στόχο την εσωτερική της ανοικοδόμηση, επιζητώντας ένα σταθερό εξωτερικό περιβάλλον».
Τρεις προτεραιότητες
Ποιες, όμως, κωδικοποιημένα ήταν και είναι οι επιλογές Πούτιν στην εξωτερική πολιτική, μέσω των οποίων επιχειρεί να διαμορφώσει ένα κατά το δυνατόν καλύτερο περιβάλλον για την επιδιωκόμενη εσωτερική πρόοδο; Ανώτερος Ρώσος αξιωματούχος, που θέλησε να κρατήσει την ανωνυμία του, ανοίγει τα «χαρτιά» της εξωτερικής πολιτικής της Μόσχας:
– H ρωσική διπλωματία προσπαθεί να ισορροπήσει μεταξύ Δύσης (ΗΠΑ – E.E.) και Ανατολής (η Κίνα θεωρείται αναδυόμενος ισχυρός πόλος στη διεθνή σκακιέρα), αναζητώντας συνεχώς «κοινό παρονομαστή στις σχέσεις της με τους ισχυρούς του πλανήτη». Παράλληλα, επιχειρεί να επιδείξει «ευελιξία έως και αποδοχή εξελίξεων που μπορεί μεν να αποτελούν «πλήγμα» για τον ρωσικό ψυχισμό, αλλά προάγουν τα συμφέροντα της χώρας (επί παραδείγματι η αμερικανική επέμβαση στο Αφγανιστάν)».
– Επέφερε αλλαγές στον τρόπο «αντιμετώπισης» των πρώην σοβιετικών Δημοκρατιών: «Σταματήσαμε να ωθούμε τα κράτη της πρώην Σοβιετικής Ενωσης στην αγκαλιά της Δύσης και των ΗΠΑ, μη αποδεχόμενοι την πλήρη ανεξαρτησία τους», σημειώνει ο Ρώσος συνομιλητής μας. Αξιοσημείωτο είναι, όπως παρατηρούν διπλωματικές πηγές της Δύσης, ότι επήλθε αλλαγή και στην τακτική των επαφών της Ρωσίας με τις προαναφερθείσες χώρες. Λέγεται, χαρακτηριστικά, ότι επιλέγει να συνομιλεί σε διμερές επίπεδο και όχι σε πολυμερές, καθώς κρίνει ότι μπορεί να αξιοποιήσει τα πλεονεκτήματα που διαθέτει απέναντι σε όλες τις πρώην σοβιετικές Δημοκρατίες, όταν στο τραπέζι κάθονται «ενώπιος ενωπίω», και όχι όταν κάθεται η Ρωσία από τη μία, και το σύνολο των χωρών της Κοινοπολιτείας ανεξαρτήτων Κρατών από την άλλη».
– Επιτεύχθηκε προσέγγιση με τις ΗΠΑ, με επίκεντρο τον πόλεμο εναντίον της παγκόσμιας τρομοκρατίας.
Αγκάθια
Πέραν των προαναφερομένων, με τη στάση της σε κρίσιμα ζητήματα που απασχολούν τη διεθνή κοινότητα και μέσα από θέσεις-κλειδιά που εξακολουθεί να έχει, κυρίως ως μόνιμο μέλος του Συμβουλίου Ασφαλείας του OHE, η Ρωσία αποτελεί ξανά, με θετικό τρόπο, σημείο αναφοράς τμημάτων της παγκόσμιας κοινότητας.
Ολα αυτά, ασφαλώς, δεν σημαίνουν ότι δεν υπάρχουν και «σύννεφα» στην εξωτερική πολιτική της Μόσχας. Αλλοτε είναι οι «φίλοι» της που ασκούν κριτική σε επιλογές της Ρωσίας (είτε είναι οι ΗΠΑ είτε πρώην σοβιετικές χώρες, όπως η Γεωργία). Αλλες φορές είναι η ρωσική κυβέρνηση που έχει να διαμαρτύρεται: Ειδικά όταν αντιμετωπίζει κατηγορίες περί καταπάτησης ανθρώπινων και δημοκρατικών ελευθεριών στην επικράτειά της, ή και περί ιμπεριαλιστικών διαθέσεων έναντι των κρατών της Κοινοπολιτείας.
Και κοντά σε όλα αυτά, υπάρχει πάντα στην «αγκαλιά» της το εκρηκτικό αγκάθι των Τσετσένων, που κάνει το σώμα της πρώην υπερδύναμης να αιμορραγεί ακόμα…

