Αρση του εμπάργκο προς το ψευδοκράτος του Ντενκτάς. Εναρξη οικονομικών δραστηριοτήτων Ρώσων επιχειρηματιών στα Κατεχόμενα. Εγκατάλειψη του όρου Κυπριακή Δημοκρατία και αναφορά της ως «Νότιας Κύπρου».
Πολιτικό κεραυνό, που προκάλεσε βαθύτατη απογοήτευση στη Λευκωσία και στην Αθήνα, αποτέλεσαν οι όντως βαρυσήμαντες δηλώσεις του Ρώσου προέδρου Βλαντιμίρ Πούτιν, ενώπιον εκατοντάδων Τούρκων επιχειρηματιών, που συνόδευαν τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν στη Μόσχα.
Ενώ η Αθήνα σιωπά αμήχανα, η Λευκωσία καταβάλλει απελπισμένες, αλλά καθόλου πειστικές προσπάθειες να εμφανίσει ως δήθεν αναλλοίωτη τη ρωσική πολιτική στο Κυπριακό. Αυτός ο στρουθοκαμηλισμός όμως δεν ωφελεί σε τίποτα.
Χωρίς αμφιβολία, οι δηλώσεις Πούτιν συνιστούν τη δραματικότερη στροφή της πολιτικής του Κρεμλίνου στο Κυπριακό εδώ και σχεδόν μισόν αιώνα. Δεν έχει νόημα να επιχειρείται η απόκρυψη αυτού του γεγονότος. Εξίσου αντιπαραγωγική όμως είναι και η αποφυγή της απόπειρας κατανόησης του πλαισίου, εντός του οποίου συντελείται αυτή η στροφή της ρωσικής πολιτικής, και η απλή αιτιολόγησή της λόγω δήθεν διολίσθησης της Μόσχας σε «ανθελληνικές» θέσεις.
Δεν πρόκειται φυσικά για κάτι τέτοιο. Ούτε υπήρξαν ούτε θα γίνουν ανθέλληνες οι Ρώσοι. Καθώς όμως η Ρωσία δεν αποτελεί πλέον υπερδύναμη, ικανή να χαράσσει αυτόνομη πολιτική στη διεθνή σκηνή, ολοένα και περισσότερο το Κρεμλίνο προσαρμόζει την πολιτική του στο πλαίσιο που καθορίζουν πρωτίστως οι ΗΠΑ και δευτερευόντως η E.E. Αυτή η διαδικασία δεν είναι αυτόματη ούτε ισομερής, αποτελεί όμως γενική τάση, που εκδηλώνεται στον ένα ή τον άλλο βαθμό σε όλους τους τομείς. Θα ήταν, επομένως, ανεδαφική η άποψη που θα θεωρούσε ότι το Κυπριακό θα έμενε στο διηνεκές εκτός αυτής της διαδικασίας προσαρμογής της ρωσικής πολιτικής. Κάτι τέτοιο είναι αδύνατον.
Καταλύτης η σχέση E.E. – Τουρκίας
Η ριζική αλλαγή θέσης στο Κυπριακό προέκυψε ως συνέπεια της ριζικής αλλαγής της πολιτικής του Κρεμλίνου απέναντι στην Τουρκία, η οποία με τη σειρά της προέκυψε κυρίως από την απόφαση της E.E. να αρχίσει τη διαδικασία ένταξης της Τουρκίας στους κόλπους της!
Η σύντομη προοπτική μιας Τουρκίας-μέλους της E.E., η οποία αναπότρεπτα θα σηματοδοτήσει κάποια χαλάρωση της αμερικανικής επιρροής στην Αγκυρα και τη μετατροπή της γειτονικής μας χώρας σε διεκδικούμενο «γέρας» μεταξύ ΗΠΑ-Ευρώπης, αντικειμενικά διευρύνει τις χαραμάδες δυνατοτήτων κάποιας αύξησης και της ρωσικής επιρροής στην Τουρκία, τουλάχιστον θεωρητικά. Κατ’ ουσίαν, λοιπόν, υποχρεώνει τη Μόσχα να επανακαθορίσει τη πολιτική της απέναντι στην Αγκυρα, ώστε τουλάχιστον να διερευνήσει εμπράκτως αν όντως υπάρχουν τέτοιες δυνατότητες.
Το ρωσικό άνοιγμα προς την Αγκυρα επισημοποιήθηκε με τον πιο θεαματικό τρόπο στις αρχές Δεκεμβρίου, όταν ο Πούτιν επισκέφθηκε την τουρκική πρωτεύουσα, ακριβώς πριν υποδεχθεί στη Μόσχα τον Ελληνα πρωθυπουργό K. Καραμανλή – και όταν είχε πλέον καταστεί απολύτως βέβαιο ότι η E.E. θα αποφάσιζε την έναρξη ενταξιακών διαπραγματεύσεων με την Τουρκία.
«Ηρθε η ώρα αλματώδους προόδου στις σχέσεις μας… Ανοιξε καινούργια σελίδα στις ρωσοτουρκικές σχέσεις» είχε δηλώσει τότε ο Πούτιν, προσθέτοντας: «Τελευταία η Τουρκία δείχνει την ανεξαρτησία της με την πλήρη έννοια αυτής της λέξης και το κύρος της στη διεθνή σκηνή αυξάνεται σημαντικά».
Δεν είχει φεισθεί, μάλιστα, και προσωπικών επαίνων προς τον Ερντογάν: «Αυτό που μου αρέσει σε αυτόν τον άνθρωπο είναι η ικανότητά του να τηρεί τις υποσχέσεις του. Πράγματα για τα οποία είχε μιλήσει ήταν δύσκολο να εκπληρωθούν μερικές φορές, αλλά αυτός πάντα τα εκπλήρωσε», είχε τονίσει ο Ρώσος πρόεδρος, μιλώντας στα τουρκικά μέσα ενημέρωσης. Ευνόητο, επομένως, γιατί τα τουρκικά MME μιλούσαν για «συνάντηση ευρασιατικών γιγάντων».
Την Τρίτη, ο B. Πούτιν δεν παρέλειψε να χαιρετίσει δημοσίως την επιτυχία της Αγκυρας στις διαπραγματεύσεις με την E.E., τονίζοντας ότι η πορεία συμμετοχής της Τουρκίας στην ευρωπαϊκή ενοποίηση θα διευκολύνει και τις διμερείς σχέσεις της με τη Ρωσία, η οποία, επίσης, ενισχύει τη συνεργασία της με την Ευρώπη.
Περιχαρής ο Ερντογάν χαρακτήρισε τη ρωσοτουρκική προσέγγιση «μεγάλη υπόθεση που θα εκτιμήσουν όπως της αξίζει οι μελλοντικές γενιές».
Ανατροπή συσχετισμών
Η στροφή προς την ενίσχυση των ρωσοτουρκικών σχέσεων έχει και σοβαρότατη οικονομική βάση. Οι εμπορικές ανταλλαγές των δύο χωρών ξεπέρασαν το 2004 κάθε προσδοκία, υπερβαίνοντας τα 10 δισ. δολάρια – κάτι που ώθησε τον Πούτιν και τον Ερντογάν να κάνουν λόγο για εκτόξευσή τους στα 25 δισ. δολάρια μέχρι το τέλος του 2007 (αυτά τη στιγμή που οι ελληνορωσικές εμπορικές ανταλλαγές ήταν λιγότερες από 2,7 δισ. δολάρια το 2003, για να έχουμε ένα μέτρο σύγκρισης).
Περιττό να υπογραμμισθεί ότι η προσέγγιση Μόσχας-Αγκυρας ανατρέπει τους μέχρι τώρα συσχετισμούς στην τριγωνική σχέση Ρωσίας, Τουρκίας και Κύπρου-Ελλάδας. H ραγδαία τουρκική αναβάθμιση στην ιεράρχηση της ρωσικής πολιτικής οδηγεί σε επαναπροσδιορισμό των πολιτικών θέσεων του Κρεμλίνου απέναντι στα ζητήματα που ενδιαφέρουν την Τουρκία, την Ελλάδα και την Κύπρο, αφού οι θέσεις αυτές αντανακλούν συσχετισμούς και προτεραιότητες του παρελθόντος που δεν ισχύουν πλέον. Δεν χρειάζεται φιλοσοφία για να αντιληφθεί κανείς ότι οποιαδήποτε επαναστάθμιση των ρωσικών θέσεων οδηγεί αναπότρεπτα σε υιοθέτηση τοποθετήσεων εγγύτερων προς τις τουρκικές απόψεις.
Ερχονται χειρότερα
Η σύγκλιση των θέσεων Μόσχας – Αγκυρας έχει αυτοτελή δυναμική. Αυτή η διαδικασία επιταχύνεται όμως έμμεσα και από κυπριακές ή ελληνικές πολιτικές επιλογές.
Οταν π.χ. η E.E. επιχειρεί προκλητικά να παρακάμψει την κυπριακή κυβέρνηση για να αναβαθμίσει το παράνομο τουρκοκυπριακό κρατίδιο χωρίς να συναντά σφοδρή αντίσταση από τη Λευκωσία ή την Αθήνα, γιατί ο Πούτιν να μη μιμηθεί την E.E.; Οταν η Λευκωσία και η Αθήνα δεν τολμούν να θέσουν βέτο στις Βρυξέλλες, απαιτώντας να μην αρχίσουν ενταξιακές διαπραγματεύσεις αν η Τουρκία δεν αναγνωρίσει επίσημα την Κυπριακή Δημοκρατία, δεν αποτελεί αφέλεια να νομίζουμε ότι θα σέβεται την Κυπριακή Δημοκρατία το Κρεμλίνο περισσότερο από όσο οι εταίροι μας ή από όσο την υπερασπίζονται στην πράξη η Λευκωσία και η Αθήνα;
Η Ρωσία θέλει καλές σχέσεις με την Ελλάδα. Ομως, οι θέσεις της -και όχι μόνο αυτής- στο Κυπριακό ή στα ελληνοτουρκικά θα συγκλίνουν όλο και περισσότερο με εκείνες της Τουρκίας, με την πάροδο του χρόνου. O λόγος είναι απλός. H Τουρκία ανέκαθεν είχε ασύγκριτα μεγαλύτερη γεωπολιτική σημασία από την Ελλάδα, αλλά το στρατοκρατικό ολοκληρωτικό καθεστώς της και η εξάρτησή της από τις ΗΠΑ την καθιστούσαν απωθητική για τους Ευρωπαίους.
Μετά όμως τη μοιραία απόφαση για έναρξη ενταξιακών διαπραγματεύσεων που «νομιμοποίησε» και «εξάγνισε» το καθεστώς αυτό, τις διεκδικήσεις και τις μεθόδους του, υπάρχουν πλέον όλα τα προσχήματα για να την προσεγγίσουν και να επιδιώξουν να την προσεταιριστούν όλες οι μεγάλες ευρωπαϊκές δυνάμεις, αυξάνοντας κατακόρυφα την αξία της τουρκικής μετοχής στο διεθνές γεωπολιτικό χρηματιστήριο.
Αυτό αναπότρεπτα θα αποθρασύνει την Αγκυρα και στα ελληνοτουρκικά και στο Κυπριακό. Μια πρώτη γεύση πήραμε με τις προκλήσεις στα Ιμια. Θα ακολουθήσουν χειρότερα.
Η τραγωδία είναι πως λόγω της «ευρωπαϊκής» αναβάθμισης της Τουρκίας πολύ περισσότεροι θα είναι εκείνοι που θα είναι πρόθυμοι να ανεχθούν την επιθετική συμπεριφορά της προκειμένου να μη βλάψουν τις σχέσεις τους με την Αγκυρα.

