H λέξη που ο πρόεδρος Πούτιν χρησιμοποιούσε τα τελευταία τέσσερα χρόνια για να περιγράψει την κατάσταση στην Τσετσενία ήταν «ομαλοποίηση». Κατ’ επανάληψιν διαβεβαίωνε τους Ρώσους ότι η σύγκρουση με την Τσετσενία έχει τερματιστεί, ότι η αδιάλλακτη τακτική της μη διαπραγμάτευσης με τους Τσετσένους αντάρτες έχει αποδώσει καρπούς και ότι δεν χρειάζεται την παραμικρή διεθνή παρουσία στην ταραγμένη δημοκρατία.
Ωστόσο, η όλη τακτική του Ρώσου προέδρου εμπεριέχει αντιφάσεις. Ως τώρα ο κ. Πούτιν έχει εμμείνει στην άποψη ότι το πρόβλημα της Τσετσενίας εντάσσεται στην κατηγορία των διεθνών προβλημάτων, καθώς αποτελεί κομμάτι του φιλέτου του πολέμου κατά της τρομοκρατίας. Την ίδια ώρα, όμως, ο Πούτιν αρνείται πεισματικά οποιαδήποτε έξωθεν παρέμβαση, αρνείται στον OHE να αναλάβει ρόλο, όπως αποκλείει οποιαδήποτε συνεργασία με τον Οργανισμό για την Ασφάλεια και τη Συνεργασία στην Ευρώπη.
Αυτή η πολιτική λειτούργησε αρνητικά κατά τη διάρκεια της κατάληψης του Θεάτρου στη Μόσχα τον Οκτώβριο του 2002, όταν περισσότεροι από 129 Ρώσοι θεατές έχασαν τη ζωή τους μαζί με τους Τσετσένους αντάρτες. Το ίδιο συνέβη και αργότερα, με τη δολοφονία του Αχμάντ Καντίροφ, του φιλορώσου προέδρου της Τσετσενίας. Σήμερα, η ομαλοποίηση έχει διαλυθεί εις τα εξ ων συνετέθη, καθώς ο πρόεδρος Πούτιν βρίσκεται αντιμέτωπος με τη χειρότερη κρίση της προεδρίας, μιας προεδρίας που στηρίχθηκε στη λογική ενός αμείλικτου και χωρίς έλεος πολέμου εναντίον των εχθρών του. Μόλις χθες, το Συμβούλιο Ασφαλείας συνεκλήθη και εξέδωσε καταδικαστικό ψήφισμα για την απαγωγή εκατοντάδων ανθρώπων και κυρίως παιδιών στη Βόρεια Οσετία. Και μόλις προ διημέρου, ο Γάλλος πρόεδρος Σιράκ και ο Γερμανός καγκελάριος Σρέντερ συναντήθηκαν στο θέρετρο της Βαλτικής Σότσι με τον πρόεδρο Πούτιν, για να του δηλώσουν ότι βρίσκονται στο πλευρό του, εμμένοντας, ωστόσο, στην απαίτηση για πολιτική λύση στην Τσετσενία. Θα υπέθετε κανείς ότι μετά την έφοδο των Τσετσένων ανταρτών στο σχολείο της Βόρειας Οσετίας, ο πρόεδρος Πούτιν θα έσπευδε να ζητήσει έστω και έμμεσα τη συμπαράσταση των μεγάλων κρατών της Ευρώπης. Εκείνος, όμως, προτίμησε να έλθει σε επαφή με το Ιράν. Το ερώτημα είναι για πόσο διάστημα ακόμη ο πρόεδρος Πούτιν θα συνεχίσει να μιμείται τη μονομέρεια του Αμερικανού ομολόγου του, αποκλείοντας οποιαδήποτε συνεργασία με τους Ευρωπαίους ηγέτες. Και για πόσο διάστημα ακόμη θα επιμένει σ’ ένα καθεστώς συσκότισης γύρω από τα όσα συμβαίνουν στην Τσετσενία. H πιο πρόσφατη έρευνα στη Ρωσία έδειξε ότι το 68% των Ρώσων πιστεύουν πως ήλθε η ώρα για την έναρξη διαπραγματεύσεων με τους Τσετσένους αυτονομιστές. Πόσο όμως ο πρόεδρος Πούτιν στήνει ευήκοον ους στις προσδοκίες των Ρώσων για ειρήνευση, αλλά και στις προσδοκίες της Ευρώπης για αγαστή συνεργασία;

