Ηταν 12 Μαρτίου όταν η ΠΟΥ σήμανε διεθνή συναγερμό για μια «μυστηριώδη ασθένεια».Στις 10 Φεβρουαρίου οι Υγειονομικές Αρχές της Κίνας ανακοίνωσαν, με αρκετή καθυστέρηση, αυξημένο αριθμό κρουσμάτων «ασθένειας που προσομοιάζει σε πνευμονία». Αναφέρθηκαν 305 κρούσματα και πέντε θάνατοι στην κινεζική επαρχία του Γκουανγκντόνγκ. H διάρκεια καταγραφής των κρουσμάτων ήταν μεταξύ Νοεμβρίου 2002 και της 10ης Φεβρουαρίου 2003. Στις 20 Μαρτίου οι αρμόδιοι των υγεινομικών υπηρεσιών του Χονγκ Κονγκ συνέδεσαν το 80% των ασθενών που έχουν προσβληθεί από τον περίφημο SARS με ένα γιατρό που φρόντισε ασθενείς στην επαρχία Γκουανγκτόνγκ. Στις 21 Φεβρουαρίου ο γιατρός αυτός βρισκόταν στο Χονγκ Κονγκ, στο ξενοδοχείο «Μετροπόλ». Πέθανε στις 4 Μαρτίου. O γαμπρός του, με τον οποίο είχε δειπνήσει στις 19 Μαρτίου, πέθανε και αυτός.
Παραμονές του Πάσχα των χριστιανών και ενώ δινόταν μάχη για τη σημασία του ρόλου του OHE -που προΐσταται της ΠΟΥ- η ασθένεια εμφάνισε έξαρση. Τη Δευτέρα 21η Απριλίου ο αριθμός των θυμάτων από τη φοβερή πνευμονοπάθεια ανερχόταν σε 217 νεκρούς και τα κρούσματα σε 267 κράτη σε 4.059. Εως το τέλος της εβδομάδας οι αριθμοί αυξάνονταν αλματωδώς. Στα μέσα της εβδομάδας, όμως, τα μεγάλα κέντρα διαγνωστικής, κυρίως αμερικανικά, εξέφραζαν απαισιοδοξία ως προς τη δυνατότητα πρόβλεψης της επιδημίας. Και η Γκρο Χάρλεμ Μπρούντλαντ της Νορβηγίας, επικεφαλής της ΠΟΥ μετά την υποσκέλισή της από τον Κόφι Ανάν στη διεκδίκηση του αξιώματος του γ.γ. του OHE το 1994, πάγωσε τις ψυχές όλων, αναγγέλλοντας ότι δεν υπάρχει εμβόλιο. Περισσότερο παγερή η Τζούλι Γκέρμπερντιγνκ, διευθύντρια του Κέντρου Ελέγχου Ασθενειών των ΗΠΑ (CDC) δεν διέκρινε καμία δυνατότητα πρόβλεψης ως προς την εξέλιξη της επιδημίας. Το καταπληκτικό της επιδημίας είναι ότι κατέλυσε κάθε δόγμα στατιστικής επιστήμης, διαγνωστικής ιατρικής, επιδημιολογίας και όλων των συναφών με την ιατρική πειραματική έρευνα υποεπιστημών.

