Με την κρίση στη Μέση Ανατολή περισσότερο ανησυχητική από ποτέ, η επίσκεψη του Κόλιν Πάουελ στην περιοχή αυτή σήμερα είναι ευπρόσδεκτη απόδειξη της ανανεωμένης αμερικανικής εμπλοκής. Ωστόσο, το κρίσιμο ερώτημα, τώρα, δεν είναι η ένταση αυτής της εμπλοκής, αλλά ο στόχος της. Αν ο στόχος εξακολουθεί να είναι συμπληρωματικός -πρώτα η ασφάλεια και μετά τα πολιτικά ζητήματα- η αποτυχία είναι αναπόφευκτη, αδιάφορο πόσο έντονες θα είναι οι πιέσεις από μέρους των ΗΠΑ ή όποιου άλλου. H πρόοδος θα είναι όμηρος του τελευταίου εξτρεμιστή και από τις δύο πλευρές.
Είναι καιρός η διεθνής κοινότητα υπό την ηγεσία των ΗΠΑ να προχωρήσει κατευθείαν στα ζητήματα ουσίας, να θέσει τα όρια μιας δίκαιης διευθέτησης, να ασκήσει τις μεγαλύτερες δυνατές πιέσεις και προς τις δύο πλευρές, για να αποδεχθούν αυτήν τη διευθέτηση και να θέσει σε λειτουργία μηχανισμούς στους οποίους θα προσαρμοστούν οι πάντες.
Με την αμοιβαία δυσπιστία τόσο έντονη και τόσο διαδεδομένη και τον ολομέτωπο πόλεμο να μαίνεται, είναι εξωπραγματικό να ελπίζει κανείς ότι μπορεί να επαναληφθεί η συνεργασία σε θέματα ασφαλείας και να αποκατασταθεί η εμπιστοσύνη στη βάση μιας απλής εκεχειρίας. Ενέργειες που κάποτε θα είχαν σημαντική επίδραση στην πολιτική δυναμική -όπως το πάγωμα των εποικισμών- έχουν χάσει την αίγλη τους.
Σήμερα, περισσότερο από ποτέ είναι σαφές ότι η επίτευξη πολιτικής λύσης πρέπει να είναι προϋπόθεση για την ασφάλεια και όχι συνέπειά της. O φαύλος κύκλος του τρόμου και των στρατιωτικών επιθέσεων μπορεί να κλείσει μόνο με μια δίκαιη και καθολική πολιτική συμφωνία για τον τερματισμό της διένεξης.
Οι κατευθυντήριες γραμμές αυτής της διευθέτησης είναι σαφείς. Τέθηκαν στο Κάμπ Ντέιβιντ, επεξεργάστηκαν στην Τάμπα και προσδιορίστηκαν περαιτέρω σε ανεπίσημες συζητήσεις μεταξύ των δύο πλευρών:
Δύο κράτη, Ισραήλ και Παλαιστίνη, το ένα δίπλα στο άλλο, με παλαιστινιακή κυριαρχία στη Γάζα και το μεγαλύτερο τμήμα της Δυτικής Οχθης και ανταλλαγή εδαφών ίδιου μεγέθους, που θα δίνουν τη δυνατότητα στο Ισραήλ να ενσωματώσει την πλειοψηφία των εποικισμών της Δυτικής Οχθης.
Πρωτεύουσα της Παλαιστίνης θα είναι οι αραβικές γειτονιές της ανατολικής Ιερουσαλήμ και του Ισραήλ, η δυτική Ιερουσαλήμ και οι εβραϊκές γειτονιές της ανατολικής Ιερουσαλήμ.
Η Παλαιστίνη θα έχει τον έλεγχο του Χαράμ αλ-Σαρίφ με διεθνείς εγγυήσεις
Η Παλαιστίνη θα είναι μη στρατιωτικοποιημένη και μια δύναμη υπό την ηγεσία των ΗΠΑ θα παράσχει ασφάλεια και στις δύο πλευρές
Το προσφυγικό ζήτημα θα επιλυθεί μ’ έναν τρόπο που θα ανταποκρίνεται στο περί δικαίου αίσθημα των Παλαιστινίων, χωρίς να διαταραχθεί η δημογραφική ισορροπία του Ισραήλ με τη μαζική επιστροφή προσφύγων. Μια τέτοια λύση θα μπορούσε να περιλαμβάνει όχι μόνον οικονομικές αποζημιώσεις και την επιλογή μετεγκατάστασης στην Παλαιστίνη ή αλλού, αλλά και τη δυνατότητα επιστροφής σε τμήματα του σημερινού Ισραήλ που θα αποτελέσουν αντικείμενο ανταλλαγής στη Δυτική Οχθη.
Η δυναμική
Υπό τις παρούσες συνθήκες, είναι φυσικά υπερβολικά φιλόδοξο να θεωρεί κανείς ότι οι σημερινές ηγεσίες μπορούν να διαπραγματευθούν μόνες μια τέτοια συμφωνία. Ωστόσο, η δυναμική θα ήταν εντελώς διαφορετική, αν οι βασικοί όροι της διευθέτησης είχαν συμφωνηθεί από τις ΗΠΑ και την Ευρωπαϊκή Ενωση, τη Ρωσία και τα αραβικά κράτη και μεταφέρονταν στις δύο πλευρές μέσω μιας Ομάδας Επαφής στην οποία θα μετείχαν όλα τα παραπάνω μέρη, καθώς και ο ΟΗΕ.
Τα κρίσιμα νέα πολιτικά στοιχεία θα ήταν μια αμερικανική δέσμευση σ’ ένα συγκεκριμένο σχέδιο και η στήριξή του από σημαντικά αραβικά κράτη (Αίγυπτος, Ιορδανία) που θα ασκούσαν πίεση, αλλά και προστασία στην παλαιστινιακή ηγεσία.
Η διεθνοποίηση της διένεξης είναι πλέον γεγονός και η διεθνής κοινότητα υπό την ηγεσία των ΗΠΑ οφείλει να πιέσει απέξω για μια δίκαιη και συνολική πολιτική επίλυσής της.

