Στις 11 Σεπτεμβρίου, ο κόσμος άλλαξε δραματικά για τον Βλαντιμίρ Πούτιν, όπως και για πολλούς άλλους ανθρώπους. Μέσα στους πρώτους είκοσι μήνες της παραμονής του στην ηγεσία της Ρωσίας ο Πούτιν παλινδρόμησε ανάμεσα στις επιλογές που είχε: να αποκαταστήσει τη Ρωσία ως αυτοκρατορία ή να υιοθετήσει μία αντιαμερικανική -αντιδυτική- στάση, που θα μπορούσε να αναθερμάνει τον Ψυχρό Πόλεμο, ή να προσεγγίσει την Ευρώπη.
Μετά τις επιθέσεις του Σεπτεμβρίου και τη διακήρυξη του προέδρου Μπους για παγκόσμιο πόλεμο κατά της τρομοκρατίας, ο Πούτιν επέλεξε την πιο σκληρή και πιο λογική λύση. Ευθυγραμμιζόμενος με τη Δύση στον αντιτρομοκρατικό πόλεμο -στην ουσία έναν πόλεμο που η Ρωσία επί μακρόν διεξήγε μόνη- ο Πούτιν έκανε την κίνηση που ίσως να είναι καθοριστική για την προεδρία του.
Στρατηγική κίνηση
«Ο Πούτιν έλαβε ελάχιστες αποφάσεις τακτικής, αλλά αναμέναμε απ’ αυτόν να λάβει μία στρατηγική απόφαση», δήλωσε ο Ντμίτρι Τρένιν, αντιπρόεδρος του Κέντρου Κάρνεγκι της Μόσχας. Τώρα ο Τρένιν πιστεύει ότι ο Ρώσος πρόεδρος έκανε αυτή την κίνηση. Γνωρίζοντας ότι οι πρώην σοβιετικές δημοκρατίες της Κεντρικής Ασίας δεν θα μπορούσαν ν’ αντισταθούν στις αμερικανικές πιέσεις να διαθέσουν τον εναέριο χώρο και τις χερσαίες βάσεις τους για τις επιδρομές εναντίον του Αφγανιστάν, ο Πούτιν κινήθηκε έτσι ώστε να δώσει στις συμφωνίες αυτές την εικόνα παραχωρήσεων από την ίδια τη Ρωσία. Γνώριζε επίσης ότι η Αμερική χρειάζεται οπωσδήποτε τη Ρωσία ως πολιτικό και στρατιωτικό σύμμαχο, κάτι που του προσέφερε την καλύτερη ευκαιρία για να προσεγγίσει τη Δύση. Και γνωρίζει επίσης ότι θα εισπράξει κάποιο αντίτιμο για τη συνεργασία του.
Η αλληλεγγύη της Ρωσίας προς τις ΗΠΑ και τους συμμάχους τους περιέχει το στοιχείο «σaς το είπα εγώ», με το προηγούμενο της στρατιωτικής περιπέτειάς της στο Αφγανιστάν και τη σύγκρουση που ακολούθησε με τους αντάρτες της Τσετσενίας και του Νταγκεστάν. Εκδηλώνεται επίσης σε μία εποχή έντασής της με τη Γεωργία και την Ουκρανία, και με τις κεντροασιατικές πρώην σοβιετικές δημοκρατίες να βρίσκονται στο επίκεντρο της αμερικανικής εκστρατείας κατά της τρομοκρατίας στο Αφγανιστάν.
«Θα είμαστε σύμμαχοι και συνεταίροι στο βαθμό που θα μπορούμε πραγματικά να συμμετέχουμε στις αποφάσεις», δήλωσε ο Πούτιν. Κι αυτό έχει ιδιαίτερη ψυχολογική σημασία για τη Ρωσία, λέει ο Μαρκ Σμιθ του Κέντρου Ερευνών των συγκρούσεων, που εδρεύει στη Βρετανία: «Οι Ρώσοι θέλουν να αναγνωρισθεί η σημασία τους ως συνεταίρων από τις ΗΠΑ. Δεν θέλουν να τους βλέπουν ως άσχετους και ως περιθωριοποιημένους με τη διεύρυνση, μάλιστα, του ΝΑΤΟ προς ανατολάς».
Επέκταση προς τη Δύση
Από την πλευρά του ο αρθρογράφος Ρατζικόφσκι λέει: «Δεν είναι το ΝΑΤΟ που διευρύνεται προς ανατολάς. Είναι η Ρωσία που επεκτείνεται δραστικά προς τη Δύση». Αμεσα ή έμμεσα, η Ρωσία και η Δύση ίσως αρχίσουν να συζητούν μία ευρεία κλίμακα θεμάτων: τη διεύρυνση του ΝΑΤΟ, το εθνικό πυραυλικό αμυντικό σύστημα που επιδιώκει η Αμερική, τη Συνθήκη αντιβαλλιστικών πυραύλων, τις δυνατότητες των πυρηνικών όπλων, την επιθυμία της Ρωσίας να ενταχθεί στον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου.
Μεγάλης σημασίας θα είναι επίσης οποιαδήποτε αμερικανική οικονομική βοήθεια προς τις πέντε κεντροασιατικές δημοκρατίες και η εγκατάσταση κυβέρνησης μετά τους Ταλιμπάν στο Αφγανιστάν, που θα δώσει ζωτικό ρόλο στη Συμμαχία του Βορρά, προοπτική αποδεκτή από τη Μόσχα.
«Είναι προς το άμεσο συμφέρον της Ρωσίας να διασφαλίσει ότι τα κεντροασιατικά κράτη θα γίνουν πράγματι κυρίαρχα και σταθερά -λέει ο Αλεξάντερ Ούμνοφ στη Μόσχα- διαφορετικά η Ρωσία δεν θα έχει ποτέ σταθερότητα στα ασιατικά σύνορά της. Νέα ανοίγματα προς τη Δύση απειλούν τη σταθερότητά της». Κι όπως συμπληρώνει ένας άλλος αναλυτής, «είναι προφανέστατο ότι η Κοινοπολιτεία Ανεξαρτήτων Κρατών διαλύεται και η Μόσχα δεν θα μπορέσει ποτέ να την επανασυνδέσει, αν οι ΗΠΑ βάλουν το πόδι τους εκεί».
Ενώ οι αναλυτές τείνουν να θεωρούν κάτι τέτοιο ως θετική πραγματικότητα, πολλοί στο πολιτικοστρατιωτικό κατεστημένο της Ρωσίας δεν συμφωνούν. Λένε ότι η Ρωσία δύσκολα θα επανακτήσει τον έλεγχο επί του Ουζμπεκιστάν, αν είναι παρόντες εκεί οι Αμερικανοί.
Αλλά η Μόσχα δεν προτίθεται να χαλαρώσει τον στενό έλεγχό της επί του Τατζικιστάν και κατασκευάζει εκεί μία στρατιωτική βάση. «Η Ρωσία εξοπλίζει τη Βόρεια Συμμαχία, όχι επειδή προσδοκά αυτή να κυβερνήσει στο Αφγανιστάν, αλλά επειδή θέλει να τη δει ως ένα Τείχος του Βερολίνου στην κεντρική Ασία», λέει ο Ολεγκ Πανφίλοφ, έμπειρος ασιατολόγος.
Στην πρώτη γραμμή
Μία άλλη αναλύτρια, η Οξάνα Αντονένκο, τονίζει ότι η Ρωσία δεν θέλει να δει την Αμερική να παραμένει με οποιονδήποτε ημιμόνιμο ρόλο, ούτε να αφεθεί να απεργάζεται οποιαδήποτε αποσταθεροποίηση στην περιοχή. Η καλύτερη περίπτωση αποφυγής της αποσταθεροποίησης είναι να παίξει ηγετικό ρόλο η Βόρεια Συμμαχία σε οποιαδήποτε κυβέρνηση σχηματισθεί στο Αφγανιστάν. Το θέμα είναι πολύ ευαίσθητο για τον Πούτιν. Οι Ρώσοι λένε εδώ και χρόνια ότι βρίσκονται στην πρώτη γραμμή του πολέμου κατά της διεθνούς τρομοκρατίας. Τώρα νιώθουν ότι τον αγώνα τους έχουν «κλέψει» οι Αμερικανοί, επειδή επλήγησαν οι ίδιοι. Πράγματι ο Πούτιν μίλησε για τις εξτρεμιστικές «Ηνωμένες Πολιτείες του Ισλάμ» και για «ένα τόξο αστάθειας που αρχίζει από τις Φιλιππίνες και τελειώνει στο Κοσσυφοπέδιο».
Αναμφισβήτητα, οι τελευταίες κινήσεις του Πούτιν εκδηλώνουν την πρόθεσή του να είναι πραγματιστής σ’ έναν αβέβαιο κόσμο, όπου οι πάντες χρειάζονται φίλους.

