ΘΑ ΜΠΟΡΟΥΣΕ να περιγράψει κανείς τo σκηνικό στην οδό Ερμού σαν μια εκδοχή της ιστορίας του Δαυίδ και του Γολιάθ. Γίγαντες οι αλυσίδες πολυεθνικών που έχουν ξεπηδήσει τα τελευταία χρόνια στον φημισμένο δρόμο, ο οποίος κατατάσσεται στη λίστα με τους πιο ακριβούς εμπορικούς του κόσμου. «Δαυίδ» οι μικρές, ιστορικές ή νέες επιχειρήσεις που βρίσκονται εδώ, διεκδικώντας μια θέση στην καρδιά των αγοραστών. Είναι απόγευμα Δευτέρας, λίγες μέρες πριν από τις γιορτές, τις μέρες αιχμής όπως τις αποκαλούν, που περνούν από εδώ 100.000 επισκέπτες τη μέρα. «Βαβέλ» η κεντρική ιστορική οδός, όπου ακούει κανείς αραβικά, τουρκικά, αγγλικά αλλά και κυπριακά, θυμίζοντας ίσως χρόνια παλαιότερα.
Η οδός Ερμού είναι από τους πρώτους δρόμους της σύγχρονης πόλης της Αθήνας, σύμφωνα με το πολεοδομικό σχέδιο που εκπόνησαν το 1833 οι αρχιτέκτονες Κλεάνθης και Σάουμπερτ. Μαζί με την Αιόλου αποτελούσαν τους κεντρικούς δρόμους της Παλιάς Αθήνας κατά τα πρώτα οθωνικά χρόνια. Γεμάτη εμπορικά καταστήματα, κυρίως γυναικείων ρούχων, η Ερμού ήταν ανέκαθεν η πολυτελής αγορά της πόλης. Ακόμη και οι Βαυαροί την επισκέπτονταν, και της έδωσαν το παρατσούκλι η οδός της «τρυφηλής ασωτίας», δηλαδή του πολυτελούς βίου, όπως αναφέρει στο βιβλίο του «Αι Αθήναι 1850» ο δημοσιογράφος και θεατρικός συγγραφέας Μπάμπης Αννινος.

Ολες οι εθνικότητες περνούν και σήμερα από εδώ. Τα Airbnb αλλά και τα μπουτίκ ξενοδοχεία που έχουν ξεπηδήσει τα τελευταία χρόνια, καθώς και τα οικονομικά αεροπορικά εισιτήρια έχουν ενισχύσει τον τουρισμό, που επιλέγει την Αθήνα σαν city break προορισμό ακόμη και τους χειμερινούς μήνες.
Η Ερμού κατετάγη φέτος στη 15η θέση της λίστας ανεβαίνονοντας μια θέση από πέρυσι, καθώς οι τιμές των ενοικίων σημείωσαν αύξηση κατά 7% και πλέον ανέρχονται σε 310 ευρώ/τ.μ. σε μηνιαία βάση, ή 3.720 ευρώ/τ.μ. ετησίως.
Η Ερμού συγκαταλέγεται άλλωστε μεταξύ των ακριβότερων εμπορικών δρόμων παγκοσμίως. Σύμφωνα με την τελευταία ετήσια έκθεση για τους δημοφιλέστερους εμπορικούς δρόμους, που επιμελείται η Cushman & Wakefield, η Ερμού κατετάγη φέτος στη 15η θέση της σχετικής λίστας σκαρφαλώνοντας μια θέση από πέρυσι, (από τη 16η θέση), καθώς οι τιμές των ενοικίων σημείωσαν αύξηση κατά 7% και πλέον ανέρχονται σε 310 ευρώ/τ.μ. σε μηνιαία βάση, ή 3.720 ευρώ/τ.μ. ετησίως. Η New Bond Street του Λονδίνου κατέκτησε για πρώτη φορά τον τίτλο του ακριβότερου εμπορικού δρόμου παγκοσμίως, καθώς τα ενοίκια αυξήθηκαν κατά 22% σε μόλις έναν χρόνο φτάνοντας πλέον στα 20.482 ευρώ/τ.μ. ετησίως.

Μαζί με μεσίτη της περιοχής, που γνωρίζει καλά την Ερμού, ανοίγουμε μια δίοδο ανάμεσα στο πλήθος αναζητώντας τους ιδιοκτήτες επιχειρήσεων που είτε έδωσαν έναν αγώνα και παρέμειναν εδώ, έχοντας μια μακρά εμπορική ιστορία, είτε τόλμησαν να βρουν ένα μαγαζί για να εγκατασταθούν πρόσφατα παρά τα υψηλά ενοίκια και τον υψηλό ανταγωνισμό. Είναι μια χούφτα όλοι και όλοι.


«ΦΑΓΑΜΕ ΠΟΡΤΑ»
Ξεκινάμε αντίστροφα τον δρόμο, στο νούμερο 57, κάτω από την Παναγιά Καπνικαρέα, την ιστορική εκκλησία στην οδό Ερμού που οικοδόμησε ένας φοροεισπράκτορας που «κυνηγούσε» σπίτια με πολλές καμινάδες, εξού και το όνομά της. «Μελετήσαμε λίγο τη δυναμική των Ελλήνων και αποφασίσαμε πως αυτός είναι ο κατάλληλος δρόμος γιατί συνδυάζει και τον τουρισμό και τους Ελληνες», λέει ο Δημήτρης Nάτσης, 40 χρόνων, με καταγωγή από την Κόνιτσα, έμπορος και ιδιοκτήτης καταστήματος κοσμημάτων και αξεσουάρ.
Ακόμη και αν έχεις τα χρήματα, δεν φτάνει. Ζητάνε όλο σου το βιογραφικό. Πρέπει να έχεις ένα «παρελθόν», να αποδείξεις πως μπορείς να αντέξεις εδώ, να πληρώνεις το ενοίκιο, μήνας μπαίνει, μήνας βγαίνει.
«Οταν προσπαθήσαμε την πρώτη φορά να έρθουμε εδώ, πριν από την πανδημία, μας είπαν: “Ποιοι είστε εσείς που θέλετε να έρθετε στην Ερμού;”. Δηλαδή, φάγαμε πόρτα. Γιατί ακόμη και αν έχεις τα χρήματα, δεν φτάνει. Ζητάνε όλο σου το βιογραφικό. Πρέπει να έχεις ένα “παρελθόν”, να αποδείξεις πως μπορείς να αντέξεις εδώ, να πληρώνεις το ενοίκιο, μήνας μπαίνει, μήνας βγαίνει», περιγράφει για να εξηγήσει τη δυσκολία που συναντά κάποιος που δεν έχει ένα γνωστό όνομα στην αγορά και θέλει μια θέση στον δρόμο.

«Παίζει ρόλο ότι έχουμε μεγάλες αλυσίδες γύρω μας. Γιατί φέρνουν κόσμο. Και οι τουρίστες ξέρουν αυτά τα μαγαζιά», συνεχίζει. «Ο κόσμος που επισκέπτεται την Ελλάδα από το εξωτερικό μάς βοηθάει αρκετά, αλλά θεωρώ ότι και αυτό έχει ένα όριο. Θα πρέπει να μείνουν και τα δικά μας πιο ελληνκά μαγαζιά για να υπάρχει και ένας χαρακτήρας. Είμαστε σε γενικές γραμμές ευχαριστημένοι. Παρ’ όλα αυτά βλέπουμε με τι ταχύτητα αυξάνονται τα ενοίκια και ακούμε νούμερα εξωφρενικά. Ανησυχούμε για την επόμενη μέρα». Ο μεσίτης επιβεβαιώνει πως υπάρχουν ενοίκια που αγγίζουν τις 35.000 ευρώ τον μήνα, ενώ δεν μένει μαγαζί ανοιχτό πάνω από μερικές μέρες, συνήθως, καθώς όλοι ψάχνουν «να μπουν στην Ερμού».
«Είναι άλλα τα ενοίκια ψηλά στην Ερμού και άλλα πιο χαμηλά που είμαστε εμείς», λέει και η συνιδιοκτήτρια της επιχείρησης, Ελένη Κουργιαντάκη, από τα Χανιά της Κρήτης. «Πράγματι, ο τουρισμός μάς έχει βοηθήσει πολύ, αλλά είναι πολλοί και οι Ελληνες που αναζητούν κάτι πιο ξεχωριστό».

«Αυτό που μας κρατάει, αυτό που κρατάει την Ερμού, θεωρώ πια ότι είναι ο τουρισμός. Για αυτό και η καλοκαιρινή περίοδος είναι η πιο δυνατή», λέει στην «Κ» ο Ανδρέας Νικολόπουλος, 48 χρόνων, έμπορος πουκαμίσων και ανδρικών ενδυμάτων. «Για αυτόν τον λόγο έχουμε προσαρμόσει και το προϊόν μας προς τον τουρισμό. Δηλαδή, έχουμε πολλά πουκάμισα τουριστικά, αλλά λίγο πιο κυριλέ. Για παράδειγμα, αυτό το πουκάμισο με τους μαιάνδρους είναι ένα τέτοιο προϊόν. Η αλήθεια είναι ότι ο τουρίστας λειτουργεί όπως λειτουργώ εγώ. Οταν βρίσκομαι ταξίδι στο εξωτερικό δεν θα πάω σε έναν κεντρικό δρόμο για να δω μεγάλες αλυσίδες – μεγάλες αλυσίδες βλέπω και εδώ στην Ερμού. Θα πάω να βρω τα μικρότερα μαγαζιά που είναι ντόπιες επιχειρήσεις, τοπικές επιχειρήσεις, όπου θα δω κάτι διαφορετικό», εξηγεί την τάση στην αγορά ο επιχειρηματίας.
Η αλήθεια είναι ότι ο τουρίστας λειτουργεί όπως λειτουργώ εγώ. Θα πάω στο εξωτερικό σε έναν κεντρικό δρόμο για να μπορέσω να βρω τα μικρότερα μαγαζιά, τις ντόπιες επιχειρήσεις που θα μου προσφέρουν κάτι διαφορετικό.
Ο χειμώνας όμως, όταν το κέντρο αδειάζει, αποτελεί ένα διαφορετικό σκηνικό για τους μαγαζάτορες, όπως εξηγεί. «Νοικιάζουμε έναν χώρο 25 τετραγωνικών και πληρώνουμε 100. Ο μόνος λόγος που τον χειμώνα το παλεύουμε λίγο είναι επειδή έχουμε και κάποια άλλα μαγαζιά σε άλλες γειτονιές», περιγράφει την κατάσταση στην Ερμού περιμένοντας την εορταστική περίοδο για να ξεκινήσει η κίνηση. «Αυτό που λέω πάντα είναι από τη στιγμή που καταφέραμε σαν εταιρεία και σαν επιχείρηση να ξεπεράσουμε την κρίση, που ήταν σχεδόν δέκα χρόνια που μας γονάτισε όλους, αλλά και τον κορωνοϊό, και είμαστε ακόμα εδώ πέρα, κάτι έχουμε κάνει σωστά. Το κάνουμε με πολλή αγάπη, με πολλή συνέπεια και προσπαθούμε πάντα για το καλύτερο. Ενώ παίρνουμε πάντοτε και τις συμβουλές του πατέρα μας, Παναγιώτη, που ήταν και ράφτης εκτός από έμπορος, και έχει ζήσει πολλές διαφορετικές εποχές», καταλήγει.

ΤΑΞΙΔΙ ΣΤΗ ΔΕΚΑΕΤΙΑ ΤΟΥ 1960
Στην αρχή της Ερμού, το κατάστημα της Λένας Καλυβιώτη θυμίζει άλλες εποχές, όταν ακόμη οι Ελληνίδες και οι Ελληνες έραβαν τα ρούχα τους. Η οικογένεια δραστηριοποιείται στον χώρο των υλικών ραπτικής και αξεσουάρ μόδας από το 1956, όταν ο Κώστας Καλυβιώτης ανοίγει το ιστορικό κατάστημα της Ερμού, στον αριθμό 8. Εδώ ο χρόνος σταματάει στο 1960. Το κατάστημα έχει τα πάντα, κουμπιά, τρέσες, υφάσματα, φόδρες, καρίνες αλλά και καπέλα και αξεσουάρ για να προσαρμοστεί στη νέα εποχή. Η Λένα Καλυβιώτη, κόρη του ιδρυτή, είναι αυτή που τρέχει σήμερα την επιχείρηση.
«Η Ερμού αλλάζει αρκετά συχνά, περίπου ανά δεκαετία. Εμείς είμαστε εδώ από τις αρχές του 1960. Αρα έχουμε δει όλες τις αλλαγές. Αν θέλουμε να μιλήσουμε για την τελευταία δεκαετία, το αγοραστικό κοινό πια στην Ερμού είναι είτε τουρίστες από το εξωτερικό, αλλά και από άλλες περιοχές της Ελλάδας, είτε νέα παιδιά που κατεβαίνουν πιο πολύ για να κάνουν τη βόλτα τους, να δουν το κέντρο και να ψωνίσουν στις αλυσίδες που αυτή την εποχή κυριαρχούν στην Ερμού».

«Εμείς παραμένουμε εδώ προσπαθώντας να σταθούμε, ευτυχώς έχοντας μια πολύ καλή συνεργασία και με τους ιδιοκτήτες», λέει η κυρία Καλυβιώτη. «Οι ιδιοκτήτες είναι της λογικής τού έχουμε έναν συνεργάτη 60 χρόνια και δεν τον βγάζουμε επειδή θα πάρουμε περισσότερα χρήματα. Αλλά οι επισκέψεις των μεσιτών είναι συνεχείς. Και προφανώς προσφέρουν και πάρα πολλά. Και όσο και αν ακούγεται ότι η Ερμού είναι ένας πάρα πολύ εμπορικός δρόμος, υπάρχει και ένα όριο. Θα προσπαθήσω να μείνουμε εδώ όσο αντέχουν και οι προσωπικές δυνάμεις, διότι οι υπόλοιποι δεν είναι πια κοντά μας», λέει με λύπη αναφερόμενη στον πατέρα της και εμπνευστή της επιχείρησης, που έχει αφήσει εποχή.

Λίγα μέτρα πιο κάτω μια ρετρό βιτρίνα σε κάνει να σταθείς. «Η επιχείρησή μας αυτή τη στιγμή πρέπει να είναι η παλαιότερη επιχείρηση που υπάρχει στην Αθήνα, από το 1860. Το κατάστημα φτιάχτηκε με τον αρχιτέκτονα Στάμο Παπαδάκη, και είναι πραγματικά είναι κομψοτέχνημα. Καταφτάνουν επισκέπτες μόνο για να το δουν», λέει η κυρία Κατερίνα Αλεξανδράκη, ιδιοκτήτρια της επιχείρησης γυναικείων ενδυμάτων «Αλεξανδράκης» την οποία ξεκίνησε ο πατέρας της, Ευτύχιος, εμβληματική μορφή της Ερμού, ο οποίος άφησε την τελευταία του πνοή πριν από μερικά χρόνια.
Ο πατέρας μου ήταν η ψυχή της οικογενειακής επιχείρησης. Τον αποκαλούσαν βασιλιά της Ερμού, δανδή του εμπορίου.
«Ο πατέρας μου είχε τον ωραιότερο θάνατο που μπορεί να φανταστεί κανείς. Δηλαδή, πέθανε όρθιος στα 98 του χρόνια. Την προηγούμενη μέρα ήμασταν μαζί εδώ στο μαγαζί. Εκείνη την ημέρα πήγε να πιει το τσάι του και απλώς έγειρε στο πλάι. Φορούσε το παπιγιόν του, όπως πάντοτε», διηγείται η κόρη του, η οποία κυριολεκτικά μεγάλωσε μέσα στο κατάστημα και αποφάσισε να συνεχίσει τη δουλειά παρά τις αντιξοότητες.

«Ο πατέρας μου ήταν η ψυχή της οικογενειακής επιχείρησης. Τον αποκαλούσαν βασιλιά της Ερμού, δανδή του εμπορίου», συμπληρώνει. «Πώς τα καταφέρατε;», τη ρωτάω, «να κρατηθείτε ζωντανοί τόσα χρόνια;». «Συνετή διαχείριση», απαντάει, για να πει και μια ιστορία. «Του είχε δώσει κάποια στιγμή ο Σημίτης ένα βραβείο. Πείτε μας με δυο λόγια πώς τα καταφέρατε, του λέει. Και λέει ο πατέρας μου “συνετή διαχείριση”. Δεν είχε χρέη. Δεν έπαιρνε δάνεια για να μην έχει».

«Ερχονται διάφοροι και μου λένε “πάρε τόσα και άλλα τόσα”, για να φύγω. «Μα τι θα κάνεις; Πώς θα επιβιώσεις», ρωτάνε. «Είναι και ορισμένα πράγματα που δεν έχουν τιμή. Αυτό τους απαντάω. Αυτό είναι το κληροδότημά μου. Εγώ θυμάμαι την Ερμού με αυτοκίνητα, να φανταστείτε. Υπήρχαν τόσα μαγαζιά που δεν υπάρχουν πια, ο Πετρόπουλος, ο Κανελλόπουλος. Μετά υπήρχε ο Παπαγιάννης. Δίπλα μας ήταν ο Τσαντίλης. Οικογενειακές επιχειρήσεις. Αυτός ο χαρακτήρας πλέον έχει χαθεί. Τώρα είναι κυρίως οι μεγάλες αλυσίδες», λέει με συγκίνηση, καθώς ετοιμάζεται να εξυπηρετήσει δύο τουρίστριες που έχουν εισέλθει στο μαγαζί.
Οπως εξηγεί η κυρία Αλεξανδράκη, αυτό που δίνει ελπίδα για μια συνέχεια είναι το γεγονός πως το κατάστημα αποτελεί πόλο έλξης για τους τουρίστες και φιγουράρει σε πολλούς τουριστικούς οδηγούς. «Μπαίνουν στο μαγαζί και μας λένε πως είναι σαν να σταμάτησε ο χρόνος», λέει η κυρία Αλεξανδράκη. «Οσο αντέξουμε, λέω πολλές φορές στον εαυτό μου. Οσο εγώ είμαι όρθια, θα είμαι εδώ, στην Ερμού». Eίναι περασμένη η ώρα και ο πεζόδρομος σφύζει από ζωή. Νεαρά κορίτσια εισέρχονται ορμητικά σε γνωστή αλυσίδα ρούχων αρπάζοντας τα ρούχα από τις κρεμάστρες. Και όπως έλεγε και ο νεαρός ρεπόρτερ Δημήτρης Ψαθάς στα «Αθηναϊκά Νέα» (1931): «Ιερά στιγμή. Η κυρία βαδίζει προς τα μαγαζιά. Η οδός Ερμού πρώτα, και κατόπιν όλοι οι άλλοι δρόμοι της οικουμένης. Είναι η οδός που οδηγεί κατ’ευθείαν εις την ευτυχίαν της».
Βίντεο: Νίκος Κοκκαλιάς, Κωνσταντίνος Γεωργόπουλος
Ρεπορτάζ: Νίνα Μαρία Πασχαλίδου
