Η συντριπτική πλειονότητα των φορολογικών προσφυγών οδηγείται σε απόρριψη, επιβεβαιώνοντας ότι η αμφισβήτηση των επιβαρύνσεων αποτελεί πλέον μια ιδιαίτερα δύσκολη υπόθεση. Η φορολογική διοίκηση έχει θωρακίσει τους ελέγχους της, ενώ τα σύγχρονα ηλεκτρονικά συστήματα περιορίζουν δραστικά τα περιθώρια παρερμηνειών και λαθών. Παρ’ όλα αυτά, χιλιάδες φορολογούμενοι επιλέγουν την προσφυγή σε πρώτη φάση στη Διεύθυνση Επίλυσης Διαφορών και εν συνεχεία στα δικαστήρια. Σε αυτή την επιμονή καθοριστικό ρόλο διαδραματίζουν και οι δικηγόροι, οι οποίοι συχνά πείθουν τους εντολείς τους ότι υπάρχουν βάσιμες πιθανότητες δικαίωσης, διατηρώντας ζωντανή τη ροή των προσφυγών.
Ανάμεσα σε μια φορολογική διοίκηση που εμφανίζεται πιο θωρακισμένη από ποτέ και σε φορολογουμένους που δεν παραιτούνται από τη διεκδίκηση διαμορφώνεται ένα πεδίο έντονης αντιπαράθεσης. Το αποτέλεσμα είναι ένα διαρκές κύμα υποθέσεων που μεταφέρεται από τη διοικητική διαδικασία στις αίθουσες των δικαστηρίων (μάλιστα εκκρεμούν περισσότερες από 13.000 υποθέσεις), οι οποίες θα εκδικασθούν μετά δύο ή τρία χρόνια.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων, το 2025 απορρίφθηκε σχεδόν το 80% των προσφυγών που υπέβαλαν φορολογούμενοι και επιχειρήσεις στη Διεύθυνση Επίλυσης Διαφορών, αμφισβητώντας φόρους και πρόστιμα που τους επιβλήθηκαν. Ενα σημαντικό μέρος αυτών των υποθέσεων δεν έκλεισε εκεί, καθώς πολλοί προσφεύγοντες επέλεξαν να συνεχίσουν τη διεκδίκησή τους στα διοικητικά δικαστήρια, θεωρώντας ότι υπέστησαν αδικία. Συνολικά, περισσότεροι από 2.800 φορολογούμενοι κατέφυγαν στη Δικαιοσύνη το προηγούμενο έτος.
Μεγάλος αριθμός προσφυγών προήλθε από επαγγελματίες που αμφισβήτησαν τη συνταγματικότητα του τεκμαρτού προσδιορισμού του φορολογητέου εισοδήματος. Ωστόσο, μετά τη σχετική κρίση του Συμβουλίου της Επικρατείας, οι συγκεκριμένες προσφυγές σταμάτησαν. Παράλληλα, πολλές υποθέσεις αφορούσαν γονικές παροχές και δωρεές που πραγματοποιήθηκαν με μετρητά και όχι μέσω τραπεζικού συστήματος, όπως προβλέπει η νομοθεσία.
Σημαντικός ήταν και ο αριθμός των προσφυγών που στρέφονταν κατά φόρων που υπολογίστηκαν με βάση τα τεκμήρια διαβίωσης, ενώ εκατοντάδες υποθέσεις δεν εξετάστηκαν εγκαίρως και απορρίφθηκαν λόγω παρέλευσης της προθεσμίας.
Μεγάλος αριθμός προσφυγών προήλθε από επαγγελματίες που αμφισβήτησαν τη συνταγματικότητα του τεκμαρτού.
Η αύξηση των απορριπτικών αποφάσεων αποδίδεται τόσο στη βελτίωση της ποιότητας των ελέγχων όσο και στην υιοθέτηση πιο αυστηρών και ορθών πρακτικών από τη φορολογική διοίκηση, γεγονός που περιορίζει τα περιθώρια επιτυχούς αμφισβήτησης. Επιπλέον, η Διεύθυνση Επίλυσης Διαφορών λειτουργεί ουσιαστικά ως ένα «μικρό δικαστήριο», εφαρμόζοντας διαδικασίες αντίστοιχες με εκείνες των διοικητικών δικαστηρίων.
Οπως προκύπτει από τα στατιστικά στοιχεία της ΑΑΔΕ, το 2025 υποβλήθηκαν συνολικά 10.492 προσφυγές, εκ των οποίων εξετάστηκαν οι 9.685. Από αυτές, 1.736 έγιναν δεκτές εν όλω ή εν μέρει, ενώ 7.835 απορρίφθηκαν. Επιπλέον, 76 προσφυγές απορρίφθηκαν σιωπηρά λόγω εκπρόθεσμης εξέτασης και 38 φορολογούμενοι παραιτήθηκαν από τη διαδικασία.
Σε βάθος χρόνου, από το 2013 έως σήμερα έχουν υποβληθεί 104.952 προσφυγές, με τις 100.558 να έχουν εξεταστεί. Από αυτές, 24.281 έγιναν δεκτές εν όλω ή εν μέρει, ενώ 57.291 απορρίφθηκαν. Παράλληλα, 15.148 υποθέσεις απορρίφθηκαν σιωπηρά και 696 φορολογούμενοι αποχώρησαν από τη διαδικασία. Αξιοσημείωτο είναι ότι 39.405 υποθέσεις οδηγήθηκαν τελικά στα δικαστήρια.
Η διαδικασία υποβολής προσφυγών πραγματοποιείται πλέον ηλεκτρονικά μέσω της πλατφόρμας της ΑΑΔΕ με χρήση των προσωπικών κωδικών Taxisnet. Οι φορολογούμενοι υποβάλλουν ψηφιακά τόσο την προσφυγή όσο και τα απαραίτητα δικαιολογητικά σε μορφή αρχείων. Σε περίπτωση νομικών προσώπων, η διαδικασία γίνεται από τον νόμιμο εκπρόσωπο με τους δικούς του κωδικούς πρόσβασης.
Η ενδικοφανής προσφυγή πρέπει να περιλαμβάνει πλήρη στοιχεία του υπόχρεου, την πράξη που προσβάλλεται, τους λόγους και τα αποδεικτικά στοιχεία που τη στηρίζουν, καθώς και τα στοιχεία επικοινωνίας για την κοινοποίηση των αποφάσεων.

