Επιβαρύνσεις και στα δάνεια από τον πόλεμο

Η άνοδος του euribor μεταφέρεται αυτόματα στα στεγαστικά, επιχειρηματικά και καταναλωτικά με κυμαινόμενο επιτόκιο

Φόρτωση Text-to-Speech...

Παρά τη συγκράτηση των επιτοκίων από την ΕΚΤ στα ίδια επίπεδα οι πρώτες επιπτώσεις της κρίσης στη Μέση Ανατολή καταγράφονται ήδη στην πορεία του euribor το οποίο αυξήθηκε τις τελευταίες μέρες περί τις 20 μονάδες βάσης (0,20). Το euribor 3μήνου βρέθηκε στο χαμηλότερο σημείο στις 10 Φεβρουαρίου όταν είχε διαμορφωθεί στο 1,98%, για να ανέβει στις 16 Μαρτίου στο 2,157% και να αποκλιμακωθεί στη συνέχεια στο 2,121%, οπότε και είχε διαφανεί ότι η ΕΚΤ θα τηρήσει στάση αναμονής και δεν θα αυξήσει τα επιτόκια. Ετσι, προς το παρόν η επίπτωση στους δανειολήπτες είναι περιορισμένη, αλλά με δεδομένες τις προβλέψεις για την επιδείνωση της πορείας του πληθωρισμού, η πορεία των επιτοκίων προεξοφλείται ότι θα είναι ανοδική τουλάχιστον σε βραχυπρόθεσμο ορίζοντα, δηλαδή για το 2026. Σε κάθε περίπτωση η εξέλιξη της κρίσης έχει ανακόψει τη μείωση των επιτοκίων που είχαν προεξοφλήσει οι τράπεζες στα επιχειρησιακά σχέδια που ανακοίνωσαν στα τέλη Φεβρουαρίου, εκτιμώντας ότι το euribor 3μήνου θα κινηθεί στην περιοχή του 1,93% για το 2026 από 2,15% το 2025 και πλέον οι εκτιμήσεις τοποθετούν το euribor στην περιοχή του 2,5%.

Για ένα δάνειο 100.000 ευρώ η άνοδος του euribor κατά 25 μονάδες βάσης οδηγεί σε επιβάρυνση 250 ευρώ τον χρόνο.

Για ένα δάνειο 100.000 ευρώ η άνοδος του euribor κατά 25 μονάδες βάσης οδηγεί σε επιβάρυνση 250 ευρώ τον χρόνο. Εφόσον το euribor αυξηθεί κατά 50 μονάδες βάσης η επιβάρυνση μεταφράζεται σε 500 ευρώ τον χρόνο και εφόσον αυξηθεί κατά 100 μονάδες βάσης η επιβάρυνση ανεβαίνει στα 1.000 ευρώ τον χρόνο. Οι αυξομειώσεις του euribor περνούν σχεδόν αυτόματα σε όλα τα δάνεια με κυμαινόμενο επιτόκιο, εφαρμόζοντας την τιμή του επιτοκίου αναφοράς όπως αυτή διαμορφώνεται δύο εργάσιμες ημέρες πριν από την έναρξη της περιόδου εκτοκισμού κάθε δόσης, ενώ σε κάποιες περιπτώσεις οι τόκοι υπολογίζονται ανά τρίμηνο. Με δεδομένο πάντως ότι η συντριπτική πλειονότητα των δανείων στη χώρα μας είναι με κυμαινόμενο επιτόκιο, η άνοδος περνάει αυτούσια σε όλα τα επιχειρηματικά δάνεια –είτε πρόκειται για δάνεια μεγάλων είτε μικρομεσαίων επιχειρήσεων– και στα καταναλωτικά δάνεια.

Στα στεγαστικά δάνεια η στροφή που έχει παρατηρηθεί το τελευταίο διάστημα σε σταθερά επιτόκια προστατεύει από τις αυξομειώσεις και την αβεβαιότητα. Είναι χαρακτηριστικό ότι ένα δάνειο με σταθερό επιτόκιο για 10 χρόνια τιμολογείται σήμερα στο 3,8%-3,9%, ενώ για μικρότερες σταθερές διάρκειες π.χ. 5 ετών το μέσο επιτόκιο είναι κοντά στο 3,5%. Αντίθετα, με κυμαινόμενο επιτόκιο τιμολογούνται όλα τα παλιά στεγαστικά δάνεια, αλλά και τα δάνεια του προγράμματος «Σπίτι μου», που επίσης καθορίζονται με βάση το euribor 3μήνου. Εξαίρεση αποτελεί η Τράπεζα Πειραιώς που ανατιμολογεί τα δάνειά της με βάση το euribor ενός μηνός που διαμορφώνεται κοντά στο 1,9%. Στα παλιά στεγαστικά δάνεια η επιβάρυνση από τις αυξομειώσεις των επιτοκίων έχει να κάνει και με τη διάρκεια που απομένει έως την αποπληρωμή του δανείου, καθώς π.χ. σε ένα δάνειο 20ετίας ο οφειλέτης αποπληρώνει μεγαλύτερο μέρος τόκων τα 10 πρώτα χρόνια και τα υπόλοιπα περισσότερο κεφάλαιο, με αποτέλεσμα όσοι είναι κοντά στην αποπληρωμή να είναι λιγότερο «ευαίσθητοι» στην πορεία των επιτοκίων.

Στις καταθέσεις η εικόνα είναι πιο απλή, αφού ο «αυτοματισμός» που ισχύει για τα δάνεια δεν ισχύει για τους καταθετικούς λογαριασμούς, και δη για τις προθεσμιακές καταθέσεις. Με δεδομένο μάλιστα ότι η μετακύλιση των αλλαγών στα επιτόκια αναφοράς στους καταθέτες, το λεγόμενο deposit beta, διαμορφώθηκε το 2025 κοντά στο 20%-25%, αυτό σημαίνει ότι η τράπεζα «κράτησε» το μεγαλύτερο μέρος της ανόδου των επιτοκίων. Για παράδειγμα, αν το euribor αυξηθεί κατά 1% –κατά 100 μονάδες βάσης– και η τράπεζα αυξήσει τα επιτόκια καταθέσεων κατά 30 μονάδες βάσης, τότε το deposit beta είναι 30%. Το χαμηλό deposit beta που έχουν εφαρμόσει οι τράπεζες ερμηνεύει και γιατί οι προθεσμιακές καταθέσεις αντιπροσωπεύουν λιγότερο από το ένα τέταρτο των συνολικών καταθέσεων και συγκεκριμένα 47,7 δισ. σε σύνολο 207,9 δισ. ευρώ που είναι οι συνολικές καταθέσεις στο τραπεζικό σύστημα στη χώρα μας. Είναι χαρακτηριστικό ότι τα έξοδα για τόκους καταθέσεων αντιπροσωπεύουν το 2025 το ένα έκτο των εσόδων από τόκους δανείων και μέσα από αυτόν τον μηχανισμό και την αύξηση των δανειοδοτήσεων οι τράπεζες αύξησαν τα καθαρά επιτοκιακά έσοδα τα προηγούμενα χρόνια της ανόδου των επιτοκίων.

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT