Μπήκε στις ζωές μας ξαφνικά, τη χρησιμοποιούμε όλο και περισσότερο, πιστεύουμε ότι θα τις κάνει πιο εύκολες, αλλά την ίδια στιγμή δεν την εμπιστευόμαστε τυφλά και θέλουμε να μπουν όρια στη χρήση της το συντομότερο δυνατόν. Αυτή είναι σήμερα συνοπτικά η σχέση των Ελλήνων με την τεχνητή νοημοσύνη (Τ.Ν.) όπως προκύπτει από τη νέα δημοσκοπική έρευνα της διαΝΕΟσις με τίτλο «Τι πιστεύουν οι Ελληνες για την τεχνητή νοημοσύνη», που θα παρουσιαστεί επίσημα την ερχόμενη Τετάρτη 11 Μαρτίου στον Φάρο του Κέντρου Πολιτισμού Ιδρυμα Σταύρος Νιάρχος με κεντρικό ομιλητή τον Ιωσήφ Σηφάκη (Βραβείο Turing 2007).
Ισως το πιο εντυπωσιακό από τα ευρήματα της έρευνας που διεξήγαγε η Metron Analysis σε ένα πανελλαδικό αντιπροσωπευτικό δείγμα 1.111 ατόμων και παρουσίασε ο πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος Στράτος Φαναράς είναι η ταχύτατη εξοικείωση της ελληνικής κοινωνίας με το νέο τεχνολογικό εργαλείο τόσο σε σχέση με την κατά πολύ βραδύτερη διείσδυση του Διαδικτύου πριν από τρεις δεκαετίες όσο και με τα αποτελέσματα αντίστοιχων ερευνών προ ολίγων μηνών, όπου ο βαθμός εξοικείωσης εντοπιζόταν στην περιοχή του 47% έναντι του συντριπτικού 95% σήμερα.
Η «φιλοσοφική» στάση
«Δεν μιλάμε για απλώς “αυξητική πορεία”, αλλά για “εκθετική αύξηση”», επισημαίνει ο Στράτος Φαναράς. Η εξήγηση είναι σχετικά απλή, καθώς η έκρηξη της Τ.Ν. συντελείται σε ένα περιβάλλον γενικευμένης εξοικείωσης με τον ψηφιακό κόσμο. Αναμενόμενα, επίσης, το 5% που δηλώνει ότι δεν γνωρίζει ούτε έχει ακούσει κάτι για την Τ.Ν. ανεβαίνει στο 12,3% στις ηλικίες άνω των 65 ετών. Οταν, όμως, μετακινούμαστε από το «κάτι έχω ακούσει» στο «χρησιμοποιώ», το 95% προσγειώνεται στο επίσης υψηλό 65% (χρήση έστω και για μία φορά). Μεγαλύτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν εδώ οι απαντήσεις όσων δεν έχουν χρησιμοποιήσει ποτέ Τ.Ν. (35%). Στην πρώτη θέση βρίσκουμε μια περισσότερο «φιλοσοφική» στάση: το 48,6% δηλώνει πως δεν έχει χρησιμοποιήσει ποτέ την Τ.Ν. με το σκεπτικό ότι «θέλω να παραμείνω “ανθρώπινος”». Πάντως, η διαφοροποίηση μεταξύ χρηστών και μη αντανακλά διαφοροποιήσεις στις στάσεις αλλά και στις αντιλήψεις για την Τ.Ν. εν γένει: η έστω μικρή επαφή με την Τ.Ν. στην πράξη σημαίνει συνήθως και μεγαλύτερη δεκτικότητα, ενώ για όσους δεν είχαν ποτέ καμία επαφή με αυτήν, η Τ.Ν. παραμένει ένα «μαύρο (και μάλλον απειλητικό) κουτί».

Σε κάθε περίπτωση η χρήση και η μη χρήση Τ.Ν. συνδέεται και με επιμέρους δημογραφικά χαρακτηριστικά. Η έστω και περιστασιακή χρήση είναι ενισχυμένη στους άνδρες σε σχέση με τις γυναίκες (70,5% έναντι 59,8%), αυξάνεται στις νεότερες ηλικίες (από 34% στους 65+ σε 87,4% στους 17-24 ετών), στο υψηλότερο εκπαιδευτικό επίπεδο (89,4% στους κατόχους μεταπτυχιακού/διδακτορικού), στις υψηλότερες κοινωνικές τάξεις, στον οικονομικά ενεργό πληθυσμό και στους φοιτητές – δηλαδή σε στρώματα για τα οποία η Τ.Ν. μπορεί να είναι πιο οικεία και να έχει περισσότερες πρακτικές εφαρμογές.
Η έστω και περιστασιακή χρήση είναι ενισχυμένη στους άνδρες σε σχέση με τις γυναίκες, αυξάνεται στις νεότερες ηλικίες και στο υψηλότερο εκπαιδευτικό επίπεδο.
Γιατί, όμως, χρησιμοποιούμε τεχνητή νοημοσύνη; Για «πληροφόρηση και ενημέρωση» απαντά το 64,8% και για «μάθηση και εκπαίδευση» το 64,1%. Συνοπτικά ένας στους δύο δηλώνει ότι χρησιμοποιεί την Τ.Ν. στο πλαίσιο της εργασίας του. Κατά τα άλλα, οι χρήσεις της Τ.Ν. αφορούν τόσο πρακτικές πτυχές της ζωής (45,7% δηλώνουν ότι τη χρησιμοποιούν για «τεχνική βοήθεια και επισκευές») όσο και ψυχαγωγικές (37%), αλλά και πεδία που άπτονται του πιο μύχιου πυρήνα της ιδιωτικής μας σφαίρας, όπως τα «θέματα υγείας» (31,1%) και «ψυχολογικής βοήθειας» (10,9%), ενώ για την ώρα η Τ.Ν. μπορεί να είναι και ένα είδος «συντροφιάς» για το 6,1%.

Κάνοντας μια πρώτη αποτίμηση της έρευνας, με τη βοήθεια του πολιτικού αναλυτή Γιάννη Μπαλαμπανίδη και των Στράτου Φαναρά και Πέννυς Αποστολοπούλου εκ μέρους της Metron Analysis, θα λέγαμε ότι η Τ.Ν. μάς προκαλεί ανάμεικτα συναισθήματα και μάλλον περισσότερο συγκρατημένα παρά έντονα. Πιστεύουμε ότι θα έχει θετική επίδραση σε ορισμένους τομείς της ανθρώπινης δραστηριότητας, όπως η παραγωγικότητα/αποδοτικότητα και η επιστήμη, αλλά αρνητική σε άλλους, όπως η ψυχο-κοινωνική ισορροπία ή η αγορά εργασίας· εμπιστευόμαστε φορείς συνδεδεμένους με τη γνώση για να μαθαίνουμε για την Τ.Ν., αλλά λιγότερο τους θεσμούς της πολιτείας.
Οι περιορισμοί
Ενα ακόμη πολύ ενδιαφέρον εύρημα είναι ότι η συντριπτική πλειοψηφία θεωρεί ότι θα πρέπει να υπάρξουν περιορισμοί στη χρήση της Τ.Ν. και, επομένως, ότι αυτό το καινοφανές πεδίο θα πρέπει να ρυθμιστεί με κάποιον τρόπο (90,3%) – και μόνο ένα 8,9% πιστεύει ότι θα πρέπει να αφεθεί ελεύθερη.
Αλλά τι θα ήταν η Τ.Ν. αν ήταν «άνθρωπος»; Σε ποσοστό 58% οι χρήστες απαντούν ότι αντιλαμβάνονται την Τ.Ν. ως «βοηθό», κατά 37,3% ως «απλό συνομιλητή» και κατά 30,4% ως «δάσκαλο/σύμβουλο». Μάλιστα, οι γυναίκες τείνουν περισσότερο να θεωρούν την Τ.Ν. «απλό συνομιλητή», ένδειξη μεγαλύτερης αποστασιοποίησης, ενώ οι άνδρες τείνουν περισσότερο στην περιγραφή μιας πιο «στενής» σχέσης με την Τ.Ν. σε ρόλο δασκάλου. Λέξεις που περιγράφουν περισσότερο φορτισμένα τη σχέση αυτή, είτε θετικά είτε αρνητικά («φίλος», «αντικαταστάτης», «ψυχοθεραπευτής» κ.ά.), αναφέρονται σαφώς λιγότερο – «εις επίρρωσιν και της παραπάνω παρατήρησης, ότι τα συναισθήματά μας απέναντι στην Τ.Ν. δεν έχουν ακόμη αποκτήσει βάθος, αλλά παραμένουν σε ένα επίπεδο στο οποίο η σχέση μας μαζί της είναι μια σχέση συνεργασίας, όπου το ενδιαφέρον και η καχυποψία συνυπάρχουν».

