Οταν η Ρωσία εισέβαλε στην Ουκρανία, οι τιμές του πετρελαίου εκτινάχθηκαν κατά σχεδόν 50% μέσα σε λίγες εβδομάδες, ξεπερνώντας με ορμή τα 100 δολάρια το βαρέλι.
Εκείνος ο πόλεμος έθετε σε κίνδυνο τρία εκατ. βαρέλια ρωσικού αργού την ημέρα. Ο πόλεμος με το Ιράν διαταράσσει τώρα τη ροή 20 εκατ. βαρελιών πετρελαίου από ολόκληρη τη Μέση Ανατολή. Αφού παρουσίασαν αξιοσημείωτες αυξήσεις –6% τη Δευτέρα και 7% την Τρίτη– οι τιμές μέχρι στιγμής διαμορφώνονται κάτω από τα 80 δολάρια το βαρέλι και συγκεντρώνουν πιθανότητες να αποφύγουν επίπεδα που θα σηματοδοτήσουν μια ενεργειακή κρίση, η οποία θα ξυπνούσε το «φάντασμα» του 2022. Δύο φαίνεται να είναι οι βασικές διαφορές από την κρίση της Ουκρανίας.
Η δημοτικότητα του Τραμπ
Η πρώτη έχει να κάνει με το γεωπολιτικό πλαίσιο αυτής της σύγκρουσης, υπό την έννοια ότι εδώ τον πόλεμο δεν τον ξεκίνησε η Ρωσία αλλά οι Ηνωμένες Πολιτείες. Αυτό σημαίνει ότι η Ουάσιγκτον μπορεί να τερματίσει τις στρατιωτικές επιχειρήσεις όποτε κρίνει σκόπιμο, ανάλογα με τις εξελίξεις και στην οικονομία, εκτίμηση την οποία φαίνεται να αποτιμούν οι αγορές.
Τα τελευταία 24ωρα Αμερικανοί αναλυτές υπογραμμίζουν ότι η πολιτική και οικονομική πραγματικότητα στο εσωτερικό των ΗΠΑ βάζει εκ των πραγμάτων χρονικό φρένο στους σχεδιασμούς του Λευκού Οίκου στη Μέση Ανατολή, εν μέσω των πτωτικών ποσοστών της δημοτικότητας του Ντόναλντ Τραμπ, με οδηγό το ήδη υψηλό κόστος ζωής. Η αγοραστική δύναμη των Αμερικανών παραμένει η βασική τους προτεραιότητα ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών. Με άλλα λόγια, το σενάριο των παρατεταμένα υψηλών τιμών στην ενέργεια και στα καύσιμα θα υπονόμευε τους εκλογικούς στόχους του Αμερικανού προέδρου. Υπ’ αυτή την έννοια, δεν είναι τυχαία η αναφορά του υπουργού Αμυνας των ΗΠΑ: «Αυτό δεν είναι Ιράκ. Δεν είναι ατέρμονη σύγκρουση. Είναι το αντίθετο». Εξάλλου, η ασάφεια που συνοδεύει τους διακηρυγμένους στόχους της κυβέρνησης Τραμπ ως προς την κατάληξη της εκστρατείας στο Ιράν αφήνει και τα αντίστοιχα περιθώρια για αιφνίδια λήξη του πολέμου, χωρίς να στερεί τη δυνατότητα για ένα αφήγημα νίκης.
Δεν υπάρχει έλλειψη
Η δεύτερη και κύρια διαφορά από την ενεργειακή κρίση που προκάλεσε η εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία σχετίζεται με την εικόνα της αγοράς ενέργειας πριν από την έναρξη της αμερικανοϊσραηλινής επίθεσης στο Ιράν. Αυτή τη φορά δεν αναμένεται φυσική έλλειψη πετρελαίου, ακόμη και στα πιο δυσχερή σενάρια. Η αγορά φέρεται κατακλυσμένη από απούλητο αργό πετρέλαιο. Ακόμη και η Κίνα, η οποία εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το πετρέλαιο του Κόλπου και συγκεκριμένα του Ιράν, φαίνεται ότι έχει συσσωρεύσει αποθέματα τους τελευταίους δύο μήνες ακριβώς για να αντισταθμίσει αυτό το σενάριο – όπως και άλλοι εισαγωγείς, αντλώντας διδάγματα από τον προηγούμενο πόλεμο.
Σημειωτέον, έως και το 70% του παγκόσμιου LNG είθισται να πωλείται με μακροπρόθεσμα συμβόλαια και σταθερές τιμές. Οι αυξήσεις στις τιμές LNG που συγκεντρώνουν αυτές τις ώρες την προσοχή, αναφέρονται συνήθως σε τιμές spot market, οι οποίες αντιπροσωπεύουν μόνο ένα μέρος του παγκόσμιου εμπορίου LNG. Οι δυτικές χώρες διατηρούν επίσης στρατηγικά αποθέματα σχεδιασμένα να καλύπτουν τις ανάγκες για τουλάχιστον 90 ημέρες και οι Ηνωμένες Πολιτείες διαθέτουν σημαντικά αποθέματα έκτακτης ανάγκης, που θεωρητικά μπορούν να απελευθερώσουν όταν κρίνουν ότι θα χρειαστεί. Eπιπλέον, σύμφωνα με αξιωματούχους στις Βρυξέλλες, η Ε.Ε. εξακολουθεί να έχει επαρκή εφοδιασμό, καθώς η πλειονότητα των εισαγωγών LNG –περίπου το 58%– προέρχεται από τις ΗΠΑ, με το Κατάρ να παρέχει μόλις το 8%.
«Ο κύριος αντίκτυπος του αποκλεισμού στα Στενά του Ορμούζ αφορά λιγότερο τη φυσική διαθεσιμότητα και περισσότερο την τιμή. Οι τιμές αυξάνονται κυρίως επειδή οι traders αγοράζουν “χάρτινα” βαρέλια για να επωφεληθούν από την αστάθεια, όχι επειδή η αγορά ξεμένει από πετρέλαιο. Τις τελευταίες εβδομάδες οι τιμές είχαν ήδη αυξηθεί από περίπου 60 σε 70 δολάρια ανά βαρέλι εν αναμονή, επομένως μέρος του ασφαλίστρου κινδύνου είχε τιμολογηθεί πριν από την ανακοίνωση της εκστρατείας», τονίζει στην «Κ» ο Ελάι Ρέτιγκ, λέκτορας Γεωπολιτικής και Ενέργειας στο Bar-Ilan University, ο οποίος αποτυπώνει ως εξής τις επιπλοκές σ’ αυτά τα πρώτα 24ωρα των εξελίξεων στο Ιράν: «Οσον αφορά την προμήθεια πετρελαίου, η Σαουδική Αραβία και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα διαθέτουν χερσαίους αγωγούς που μπορούν να παρακάμψουν το Ορμούζ και να μεταφέρουν περίπου 9-10 εκατ. βαρέλια την ημέρα, από τα περίπου 20 εκατ. βαρέλια την ημέρα που συνήθως διέρχονται από τα Στενά. Ο OPEC+ έχει ήδη ανακοινώσει πρόσθετες αυξήσεις στην παραγωγή για να αντισταθμίσει πιθανές διαταραχές. Οσον αφορά την αύξηση των τιμών του LNG, οι ευρωπαϊκές τιμές αυξήθηκαν κατά 35%-45% τη Δευτέρα, μετά την απόφαση του Κατάρ να σταματήσει την παραγωγή. Αλλά στο σημερινό πλαίσιο η κίνηση είναι μέτρια. Οι τιμές του LNG στην Ευρώπη ήταν σχετικά χαμηλές τον τελευταίο χρόνο, επομένως ακόμη και μια απότομη ποσοστιαία αύξηση είναι πολύ λιγότερο δραματική από αυτήν που βίωσε η Ευρώπη το 2022-2023».
Μεγάλη αβεβαιότητα
Ωστόσο, ακόμη και στον βαθμό που η αγορά δεν προεξοφλεί ένα σενάριο ανάλογο με το σοκ στις τιμές το 2022, οι τιμές θα μπορούσαν δυνητικά να εκτοξευθούν σε απρόβλεπτα επίπεδα, δεδομένου ότι η σύρραξη με το Ιράν ενέχει αναμφίβολα μεγαλύτερα ρίσκα στα οποία εμπλέκει περισσότερες χώρες. Με άλλα λόγια, ουδείς μπορεί να προβλέψει με απόλυτη ασφάλεια πώς θα εξελιχθεί ένας πόλεμος στη Μέση Ανατολή και κατ’ επέκταση τη διάρκεια των επιβαρυντικών παραγόντων για την αγορά ενέργειας.
Εξάλλου, εάν ο πόλεμος παραταθεί και δεν αποκατασταθεί η παραγωγή στο Κατάρ, τότε χώρες όπως η Κίνα, η Νότια Κορέα, η Ιαπωνία και η Ινδία, δηλαδή οι βασικοί καταναλωτές LNG του Κατάρ, θα στραφούν προς τις ΗΠΑ. Σε αυτό το σενάριο, η ενίσχυση του διεθνούς ανταγωνισμού για την πρόσβαση στο LNG των ΗΠΑ θα ενίσχυε δραστικά τις τιμές. Πάντως, σε αυτή τη φάση και μέχρις αποδείξεως του εναντίου, το 2026 δεν φαίνεται να είναι 2022, σε όρους ενεργειακής κρίσης.

