Βιώσιμες αυξήσεις στους μισθούς με ενίσχυση της παραγωγικότητας

Βιώσιμες αυξήσεις στους μισθούς με ενίσχυση της παραγωγικότητας

Ο κίνδυνος υπονόμευσης της ανταγωνιστικότητας και υψηλότερου πληθωρισμού

Φόρτωση Text-to-Speech...

Η αύξηση της παραγωγικότητας αποτελεί το «κλειδί» για την ενίσχυση της αγοραστικής δύναμης των πολιτών. Συνεπώς, η αύξηση των μισθών στην Ελλάδα, χωρίς επενδύσεις, τεχνολογική αναβάθμιση των επιχειρήσεων, αλλά και αναβάθμιση των δεξιοτήτων των εργαζομένων καθώς και χωρίς διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις, θα παραμένει περιορισμένη και ευάλωτη σε κάθε εξωτερικό κλυδωνισμό.

Με φόντο την επικείμενη αύξηση του κατώτατου μισθού και τη γεωπολιτική συγκυρία με τη γενίκευση και επιδείνωση της κρίσης στη Μέση Ανατολή, η συζήτηση για το ύψος της αναπροσαρμογής επανέρχεται δυναμικά. Ωστόσο, όπως επισημαίνει στην «Κ» ο εργατολόγος – δικηγόρος Γιάννης Καρούζος, το πραγματικό κλειδί για τη διατηρήσιμη ενίσχυση των αποδοχών δεν βρίσκεται μόνο στις κυβερνητικές αποφάσεις, αλλά πρωτίστως στην πορεία της παραγωγικότητας της εργασίας. «Εάν δεν αυξηθεί ουσιαστικά η παραγωγικότητα, οι μισθοί δύσκολα θα αυξηθούν με σταθερό και μη πληθωριστικό τρόπο», τονίζει, θέτοντας τη συζήτηση σε πιο στέρεη οικονομική βάση.

Τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία της Διεθνούς Οργάνωσης Εργασίας (International Labour Organization, ILO) δείχνουν ότι η Ελλάδα το 2026 εμφανίζει παραγωγικότητα εργασίας –μετρημένη ως παραγωγή ανά εργατοώρα με βάση το ΑΕΠ του 2021 σε σταθερές τιμές– στις 49,6 μονάδες, έναντι 45,8 μονάδων το 2016. Η βελτίωση είναι οριακή σε βάθος δεκαετίας και δεν αρκεί για να καλύψει το χαμένο έδαφος της κρίσης. Σύμφωνα με πρόσφατη μελέτη του Κέντρου Φιλελεύθερων Μελετών (ΚΕΦίΜ), παρά τη μερική ανάκαμψη των τελευταίων ετών, η παραγωγικότητα ανά ώρα εργασίας το 2024 παραμένει περίπου 14% χαμηλότερα από το 2009, ενώ η παραγωγικότητα ανά εργαζόμενο υπολείπεται κατά περίπου 18% σε σχέση με τα προ κρίσης επίπεδα.

Η υστέρηση δεν είναι ομοιόμορφη. Το εμπόριο και η εστίαση καταγράφουν πτώση παραγωγικότητας 38,5% από το 2009, οι διοικητικές υπηρεσίες 37% και οι κατασκευές 13%. Την ίδια ώρα, τα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος (ΤτΕ) στην τελευταία έκθεσή της για τον κατώτατο μισθό δείχνουν ότι στο εννεάμηνο του 2025 η παραγωγικότητα ανά εργαζόμενο αυξήθηκε κατά 1,2%, έναντι 1,1% την αντίστοιχη περίοδο του 2024. Ρυθμοί αναιμικοί, σύμφωνα με τον κ. Καρούζο, που δεν συμβαδίζουν ούτε με τις ονομαστικές αυξήσεις των κατώτατων αποδοχών ούτε με τους ρυθμούς μεγέθυνσης της οικονομίας.

Εμπόριο και εστίαση καταγράφουν πτώση παραγωγικότητας 38,5% από το 2009, οι διοικητικές υπηρεσίες 37% και οι κατασκευές 13%.

Υπάρχουν πάντως έντονες διαφοροποιήσεις ανά κλάδο. Το 2025 (εννεάμηνο), η παραγωγικότητα στον αγροτικό τομέα αυξήθηκε κατά 16,3% και στις κατασκευές κατά 3,5%, ενώ στη βιομηχανία μόλις κατά 1,1%. Αντίθετα, οι επαγγελματικές υπηρεσίες κατέγραψαν πτώση 5,4%. Θετικούς ρυθμούς παρουσίασαν επίσης η δημόσια διοίκηση, η εκπαίδευση και η υγεία, ενώ αρνητικούς το εμπόριο, οι μεταφορές, ο τουρισμός, οι τέχνες και ο χρηματοπιστωτικός τομέας.

Σε διεθνές επίπεδο, η εικόνα δεν είναι εντυπωσιακά καλύτερη, αλλά οι συγκρίσεις γίνονται από διαφορετική αφετηρία. Η ΤτΕ καταγράφει για το 2025 αύξηση παραγωγικότητας 1,1% στις ΗΠΑ (με εκτίμηση 1,7% για το 2026), 1,4% στο Ηνωμένο Βασίλειο (εκτίμηση 0,9% για το 2026), 0,7% στην Ευρωζώνη (εκτίμηση 0,6%), 0,2% στη Γερμανία (εκτίμηση 1%) και 1% στην Ελλάδα (εκτίμηση 1,3% για το 2026). Η διαφορά είναι ότι η Ελλάδα ξεκινάει από πολύ χαμηλότερη βάση, γεγονός που απαιτεί ταχύτερη και πιο διατηρήσιμη επιτάχυνση.

Δεν είναι τυχαίο ότι ο Σύνδεσμος Επιχειρήσεων και Βιομηχανιών (ΣΕΒ) θέτει ως εθνικό στόχο την ανάκαμψη της παραγωγικότητας, επισημαίνοντας ότι η συνολική παραγωγικότητα της ελληνικής οικονομίας ανέρχεται μόλις στο 54% του ευρωπαϊκού μέσου όρου, ενώ στη βιομηχανία προσεγγίζει το 73%. Για ουσιαστική βελτίωση, απαιτούνται επενδύσεις άνω του 22% του ΑΕΠ ετησίως, ώστε να ενισχυθεί το παραγωγικό υπόβαθρο.

Στο πλαίσιο αυτό, οι περισσότεροι φορείς που συμμετέχουν στη διαδικασία διαβούλευσης για τον κατώτατο μισθό, εισηγούνται τη σύνδεση της αύξησης της μέσης μισθολογικής δαπάνης ανά εργαζόμενο με την αναμενόμενη αύξηση της παραγωγικότητας, προτείνοντας συνετή αναπροσαρμογή κοντά στο 4%, ώστε να διατηρηθούν οι πληθωριστικές προσδοκίες ευθυγραμμισμένες με τον στόχο των νομισματικών αρχών.

Ο κ. Καρούζος επισημαίνει, ωστόσο, ότι οι προβλέψεις αυτές δεν έχουν ενσωματώσει πλήρως τη νέα γεωπολιτική αβεβαιότητα που προκαλεί η πρόσφατη κρίση στη Μέση Ανατολή, η οποία μπορεί να επηρεάσει τις τιμές ενέργειας, το κόστος μεταφορών και τον πληθωρισμό. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, οι πιέσεις για αυξήσεις μισθών θα ενταθούν, αλλά χωρίς αντίστοιχη άνοδο της παραγωγικότητας υπάρχει κίνδυνος να υπονομευθεί η ανταγωνιστικότητα και να ανατροφοδοτηθεί ο πληθωρισμός.

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT