Η αυξημένη γεωπολιτική αβεβαιότητα και η διεθνής αστάθεια που προκλήθηκε από τη γενικευμένη κρίση στη Μέση Ανατολή προστέθηκαν στην εξίσωση που καλείται να λύσει η κυβέρνηση έως το τέλος του μήνα, προκειμένου να αποφασίσει για το ύψος του νέου κατώτατου μισθού. Η αρμόδια υπουργός Εργασίας Νίκη Κεραμέως, στο τελευταίο υπουργικό συμβούλιο του Μαρτίου, θα κληθεί να παρουσιάσει στους συναδέλφους της το ποσοστό αύξησης για το 2026, με τη συγκυρία να καθιστά την εξίσωση πιο σύνθετη. Από τη μία, η ανάγκη στήριξης των εργαζομένων γίνεται εντονότερη, καθώς ενδεχόμενες αυξήσεις στις τιμές των καυσίμων και των βασικών αγαθών θα οδηγήσουν σε αύξηση του πληθωρισμού και μείωση της αγοραστικής δύναμης. Από την άλλη, μια πιθανή παρατεταμένη διεθνής αστάθεια θα περιορίσει τα δημοσιονομικά περιθώρια και θα εντείνει τους προβληματισμούς για τις αντοχές κυρίως των μικρομεσαίων επιχειρήσεων.
Αν και όλα θα κριθούν από τη διάρκεια της γεωπολιτικής κρίσης, η αρμόδια υπουργός Εργασίας Νίκη Κεραμέως έχει πολλές φορές επισημάνει ότι η απόφασή της θα ισορροπεί μεταξύ της ανάγκης κοινωνικής στήριξης των εργαζομένων, και δη αυτών που αμείβονται με τον κατώτατο μισθό, αλλά και της ανάγκης να μην τεθούν σε κίνδυνο η απασχόληση και η αναπτυξιακή δυναμική των επιχειρήσεων και της εγχώριας οικονομίας.
Η ανακοίνωση της υπουργού αναμένεται με ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθώς δεν θα αφορά μόνο το 25,3% των εργαζομένων στον ιδιωτικό τομέα, που σύμφωνα με τη μελέτη της Τράπεζας της Ελλάδος (ΤτΕ) –όπως κατατέθηκε στη διαδικασία διαβούλευσης– αμείβεται με τον κατώτατο, αλλά θα αποτυπώνει και τη στρατηγική επιλογή της κυβέρνησης απέναντι σε μια νέα, αβέβαιη διεθνή πραγματικότητα, με βέβαιη τη δέσμευση της κυβέρνησης ότι ο κατώτατος μισθός θα φθάσει στα 950 ευρώ το 2027.
Ο χρόνος μετράει αντίστροφα, καθώς η αύξηση θα ισχύσει από την 1η Απριλίου και, βάσει των εισηγήσεων αλλά και της επεξεργασίας που έχει γίνει όλο αυτό το διάστημα, ο νέος κατώτατος μισθός αναμένεται να φθάσει πέριξ των 920 με 930 ευρώ μεικτά, από 880 ευρώ που είναι σήμερα. Η νέα αύξηση του κατώτατου κατά περίπου 50 ευρώ θα συμπαρασύρει προς τα πάνω μια σειρά από επιδόματα που συνδέονται με αυτόν, μεταξύ των οποίων το επίδομα ανεργίας, επιδόματα μητρότητας, γονικών αδειών, εποχιακά βοηθήματα για τις συγκεκριμένες επαγγελματικές κατηγορίες και άλλες κοινωνικές παροχές για ευάλωτους.
Ηδη, οι εκπρόσωποι των φορέων και των κοινωνικών εταίρων που συμμετέχουν στη διαδικασία διαβούλευσης, έχουν καταθέσει τις προτάσεις τους, οι οποίες βέβαια δεν είναι δεσμευτικές για την κυβέρνηση. Η Τράπεζα της Ελλάδος προτείνει να αυξηθεί έως 4% λαμβάνοντας υπόψη την αύξηση του πληθωρισμού και της παραγωγικότητας. Σύμφωνα με την ΤτΕ, η αύξηση αυτή είναι συμβατή με την ενίσχυση της αγοραστικής δύναμης των εργαζομένων χωρίς να πληγεί η ανταγωνιστικότητα της οικονομίας. Το ΙΟΒΕ προτείνει η αύξηση να κυμανθεί από 2,5% έως 3,5%, η πρόταση του ΚΕΠΕ προβλέπει αύξηση από 3,5% έως 5%, το ΙΝΣΕΤΕ προτείνει αύξηση 4%, ο ΣΕΒ προτείνει η αύξηση να κυμανθεί από 3% έως 3,5% και να συνδυαστεί με μείωση των εισφορών και επιδότηση της ενέργειας, η ΓΣΕΒΕΕ προτείνει αυξήσεις από 3,5% έως 4%, η ΕΣΕΕ εισηγείται αύξηση 3,6%, ενώ η ΓΣΕΕ δεν προτείνει ποσοστιαία αύξηση, αλλά θέτει ως κεντρικό σημείο αναφοράς τον κατώτατο μισθό αξιοπρεπούς διαβίωσης, τον οποίο εκτιμά στα 1.052 ευρώ μεικτά για το 2026 (60% του διάμεσου μισθού).
Η νέα αύξηση του κατώτατου θα έχει θετική επίδραση και στον μέσο μισθό, για τον οποίο ο στόχος της κυβέρνησης είναι για 1.500 ευρώ έως το τέλος της τετραετίας, ενώ ισχυρές προσδοκίες για περαιτέρω αυξήσεις μισθών από φέτος σε όλο το εύρος της οικονομίας δημιουργεί ο νέος νόμος για τις συλλογικές συμβάσεις εργασίας που ψηφίστηκε στη Βουλή.

