Μόλις δύο εκατομμύρια Ελληνες «τρέχουν» το 50% της κατανάλωσης

Μόλις δύο εκατομμύρια Ελληνες «τρέχουν» το 50% της κατανάλωσης

Το πλουσιότερο 10% ξοδεύει 5 φορές περισσότερα από το φτωχότερο 50% του πληθυσμού, κατατάσσοντας την Ελλάδα στην 5η θέση με την υψηλότερη ανισότητα στην Ε.Ε.

Φόρτωση Text-to-Speech...

Ο πυρήνας της μεσαίας τάξης στην Ελλάδα αντιστοιχεί σε 3,9 εκατ. ανθρώπους, οι οποίοι είναι υπεύθυνοι για το 38% της συνολικής κατανάλωσης. Ωστόσο, μόλις 2 εκατ. Ελληνες οδηγούν την καταναλωτική δαπάνη της χώρας, αφού βρίσκονται πίσω από το 44% της κατανάλωσης αγαθών και υπηρεσιών. Πρόκειται για ένα σύνολο που αποτελείται από τα ανώτατα κλιμάκια της μεσαίας τάξης και τα υψηλά εισοδήματα.

Τα στοιχεία προκύπτουν από δεδομένα που διαθέτει έπειτα από ερωτήματα της «Κ» το World Data Lab, διεθνής οργανισμός οικονομικών προβλέψεων, ο οποίος χρησιμοποιεί τεχνικές επιστήμης δεδομένων και μοντελοποίησης, συνδυάζοντας πηγές όπως η Παγκόσμια Τράπεζα, ο ΟΗΕ και το ΔΝΤ. Το γεγονός ότι το 19% του συνολικού πληθυσμού υποστηρίζει σχεδόν το 50% της συνολικής κατανάλωσης υπογραμμίζει το μεγάλο βάρος των λιγότερων και πλουσιότερων Ελλήνων για το σύνολο της οικονομίας, οριοθετώντας αντίστοιχα τα όρια της δυναμικής που συνοδεύει την αγοραστική δύναμη των μεσαίων και χαμηλών εισοδημάτων.

Το 2026, η μέση ημερήσια κατά κεφαλήν δαπάνη στην Ελλάδα αναμένεται να διαμορφωθεί στα 54 δολάρια, με πρόβλεψη για συνολική εγχώρια καταναλωτική δαπάνη της τάξης των 203 δισ. δολαρίων στο ίδιο έτος. Η δαπάνη που προβλέπεται για το τρέχον έτος θα αντιστοιχεί σε αύξηση 8% σε σύγκριση με το 2025. Ωστόσο, το 2027 υπολογίζεται ότι ο ρυθμός αύξησης θα μειωθεί στο 3,8% και εκτιμάται ότι θα διαμορφωθεί στην περιοχή του 4% ετησίως τα επόμενα 10 χρόνια.

Ξεχωριστό ενδιαφέρον παρουσιάζει ο ηλικιακός χάρτης της κατανάλωσης στην Ελλάδα, αντικατοπτρίζοντας και τις εξελίξεις στη δημογραφική θέση της χώρας. Οι ηλικιακές ομάδες 45-65 ετών και 65+ ετών αντιπροσωπεύουν μαζί πάνω από το μισό του πληθυσμού (5,4 εκατ. άνθρωποι) και υποστηρίζουν το 61% της συνολικής καταναλωτικής δαπάνης. Οι Baby Boomers (62-80 ετών) και η Γενιά Χ (46-60 ετών), από μόνες τους, αντιπροσωπεύουν το 50% της ζήτησης στην ελληνική οικονομία. Οι μεγαλύτεροι σε ηλικία καταναλωτές ξοδεύουν άλλωστε περισσότερα: η ομάδα 65+ ετών στην Ελλάδα ξοδεύει κατά μέσον όρο 62 δολάρια την ημέρα. Σημειωτέον, η λεγόμενη Σιωπηλή Γενιά (81-98 ετών) ξοδεύει περίπου 40% περισσότερα από τη Γενιά Ζ (14-29 ετών).

Στο μεταξύ, σύμφωνα με τους υπολογισμούς του World Data Lab, η αγοραστική δύναμη του μέσου νοικοκυριού στην Ελλάδα αυξήθηκε από 18.700 δολάρια ανά άτομο το 2015, στο απόγειο της κρίσης, σε 22.500 δολάρια ανά άτομο το 2025. Ωστόσο, όπως επεσήμανε πριν από λίγες εβδομάδες ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος, παρά την άνοδο της αγοραστικής δύναμης –η οποία αυξήθηκε κατά 26,5% την περίοδο από το 2019 έως το 2024– το ονομαστικό διαθέσιμο εισόδημα το 2024 παρέμενε κατά 9,3% χαμηλότερο σε σχέση με το 2009 και το πραγματικό διαθέσιμο εισόδημα υστερούσε ακόμη περισσότερο κατά 20,5%.

Μέσα σε αυτό το σκηνικό, ο λόγος της ανισότητας με βάση την κατανάλωση στην ελληνική οικονομία –ο οποίος υπολογίζεται σε κλίμακα μεταξύ του πλουσιότερου 10% και του φτωχότερου 50%– μειώθηκε από 6,4 το 2015 σε 5,2 το 2025, καταγράφοντας αξιοσημείωτη βελτίωση της τάξης του 20% στη δεκαετία. Ανάμεσα στους παράγοντες που οδήγησαν στο αποτέλεσμα ήταν η ισχυρή αύξηση της απασχόλησης εν μέσω της ανάκαμψης της ελληνικής οικονομίας από την κρίση, οι νομοθετικές παρεμβάσεις της κυβέρνησης για την αύξηση του κατώτατου μισθού, οι οποίες από το 2019 και μετά βελτίωσαν τα εισοδήματα στο χαμηλότερο τμήμα της κατανομής, οι στοχευμένες κοινωνικές μεταβιβάσεις –όπως το ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα– οι οποίες είχαν αναδιανεμητικό αποτύπωμα, αλλά και οι ελαφρύνσεις στη φορολογία εισοδήματος που επέδρασαν στη διανομή του διαθέσιμου εισοδήματος. Ωστόσο, το γεγονός ότι το πλουσιότερο 10% ξοδεύει σήμερα περίπου 5 φορές περισσότερα από το φτωχότερο 50% του πληθυσμού, κατατάσσει την Ελλάδα ως τη χώρα με την 5η υψηλότερη ανισότητα στις 27 χώρες της Ευρωπαϊκής Ενωσης.

Η εικόνα στον κόσμο

Τα δεδομένα που έχει συγκεντρώσει ευρύτερα το World Data Lab και καλύπτουν ένα σύνολο από 194 χώρες κινούνται εκ του αποτελέσματος σε αντίθετη κατεύθυνση από την ευρέως διαδεδομένη πεποίθηση ότι οι ανισότητες επιδεινώνονται από έτος σε έτος. Ειδικότερα, καταδεικνύουν ότι η αναλογία μεταξύ των καταναλωτικών δαπανών του πλουσιότερου 10% και του φτωχότερου 50% έχει μειωθεί περισσότερο από το μισό σε σύγκριση με το 2000. Τότε, οι εύποροι ξόδευαν περίπου 40 φορές περισσότερο από τα χαμηλά εισοδήματα. Σήμερα, το συγκεκριμένο νούμερο έχει μειωθεί κοντά στο 18.

Αυτή η μετατόπιση όμως, μιλώντας πάντα σε όρους καταναλωτικής δαπάνης και όχι διαθέσιμου εισοδήματος, οφείλεται κατά βάση στην πρόοδο των οικονομιών χαμηλού και μεσαίου εισοδήματος, παρά σε αλλαγές που σημειώθηκαν στο εσωτερικό των προηγμένων χωρών. Με άλλα λόγια, οι φτωχότερες χώρες έχουν αναπτυχθεί ταχύτερα από τις εύπορες και η κατανάλωση έχει αυξηθεί μαζί με τα εισοδήματα. Η αναλογία των μέσων Αμερικανικών προς τις δαπάνες στην Ινδία, για παράδειγμα, έχει μειωθεί κατά σχεδόν 50% τα τελευταία 25 χρόνια – από περίπου 16 σε λιγότερο από 8. Ορισμένες εύπορες χώρες έγιναν αντιθέτως πιο άνισες στα τέλη του 20ού αιώνα, παρά τη μείωση της παγκόσμιας ανισότητας – βλ. χώρες όπως η Ιαπωνία, η Δανία, η Σουηδία και η Ισλανδία, όπου το πλουσιότερο 10% έχει απομακρυνθεί κι άλλο από το φτωχότερο 50%.

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT