Πριν από περίπου 10 ημέρες το Σωματείο Εργαζομένων Νοσοκομείου «Παμμακάριστος» απέστειλε έγγραφο στον διοικητή του νοσοκομείου, στο οποίο τονίζεται «η κατεπείγουσα ανάγκη προκήρυξης δύο κενών οργανικών θέσεων ιατρών ακτινολόγων». Αφού σημειώνουν ότι ο αριθμός των εξεταζόμενων ασθενών έχει αυξηθεί σημαντικά τον τελευταίο χρόνο, οι εργαζόμενοι τονίζουν ότι «στο ακτινολογικό εργαστήριο υπάρχουν αυτή τη στιγμή μόνο πέντε οργανικές θέσεις επιμελητών, από τις οποίες είναι κατειλημμένες οι τρεις». Και προσθέτουν, «στο τμήμα υπηρετούσε από διετίας επικουρικός γιατρός ο οποίος επιθυμούσε να παραμείνει στο νοσοκομείο, ωστόσο παραιτήθηκε, λόγω διορισμού του σε άλλο νοσοκομείο στις 2/2/2026.
Την περασμένη Παρασκευή, ο Ιατρικός Σύλλογος Λασιθίου, σε ανακοίνωσή του, έκανε λόγο για νοσοκομεία που λειτουργούν χωρίς καν Παθολογική Κλινική εδώ και δύο χρόνια (Σητεία). Τόνισε δε ότι ολόκληρος ο νομός έχει μείνει χωρίς ούτε έναν ακτινολόγο ή έναν αναισθησιολόγο σε κρίσιμες ημέρες εφημεριών.
«Η ακτινολογία είναι μία πολύ ελκυστική ειδικότητα από απόψεως απολαβών αλλά όχι στο ΕΣΥ», σημειώνει στην «Κ» ο Αθανάσιος Χαλαζωνίτης, πρόεδρος της Ελληνικής Ακτινολογικής Εταιρείας. Σχολιάζοντας γιατί δεν έχουμε ακτινολόγους στο ΕΣΥ, τονίζει, «γιατί έχουν υπερδιπλάσιους μισθούς στον ιδιωτικό τομέα συγκρίνοντας τις αμοιβές ενός συντονιστή διευθυντή στο ΕΣΥ που είναι η υψηλότερη βαθμίδα. Και οι αμοιβές στον ιδιωτικό τομέα βαίνουν αυξανόμενες. Επιπλέον, υπάρχει και ο ανταγωνισμός από την Κύπρο, όπου οι ακτινολόγοι αμείβονται με μισθούς μηνιαίως από 8.000 ευρώ έως και 14.000 ευρώ».
Την ίδια στιγμή, έχουν αυξηθεί υπέρμετρα οι ακτινολογικές εξετάσεις. Γι’ αυτό υπάρχουν δύο λόγοι: οι αδικαιολόγητες εξετάσεις που δεν χρειάζεται να γίνουν και οι προληπτικές εξετάσεις που εντοπίζουν νοσήματα, για τα οποία ακολουθούν περαιτέρω εξετάσεις για τη διάγνωση και την παρακολούθηση των ασθενών. «Για να αντιμετωπιστεί αυτό, εμείς λέμε “Βάλτε πρωτόκολλα εξετάσεων για πρόληψη, διάγνωση και παρακολούθηση ασθενών”». Ο κ. Χαλαζωνίτης προτείνει επίσης να προκηρύσσονται μαζικά οι θέσεις ακτινολόγων στα νοσοκομεία. «Ενα πρόβλημα είναι ο δισταγμός γιατρών να στελεχώσουν υποστελεχωμένα τμήματα. Σκεφτείτε ένα νοσοκομείο της περιφέρειας με έναν ακτινολόγο. Εάν προκηρυχθεί μία θέση ακτινολόγου, ποιος θα πάει να κάνει 15 εφημερίες τον μήνα; Ποιος θα είναι ο ένας κωπηλάτης που θα πάει;».
Αίτημα εξαίρεσης
Ο πρόεδρος της Ελληνικής Ακτινολογικής Εταιρείας ζητεί μία αλλαγή σε ό,τι αφορά και το αγροτικό των ακτινολόγων. Οπως σημειώνει, «τα τελευταία δύο χρόνια η ακτινολογία μεταξύ των νέων γιατρών έχει προκαλέσει ενδιαφέρον. Εχουν καλυφθεί όλες οι θέσεις ειδικευόμενων. Αυτοί σε μία πενταετία θα αρχίσουν να είναι ειδικευμένοι. Οταν ξεκινήσει αυτό, με το ισχύον θεσμικό πλαίσιο, ακόμα και εάν περάσουν τις εξετάσεις για την ειδικότητα, πρέπει να κάνουν αγροτικό για να πάρουν τον τίτλο. Αυτό σημαίνει ότι ως γιατροί ειδικευμένοι στην ακτινολογία, κάνοντας το αγροτικό τους δεν είναι στην παραγωγή. Γράφουν απλώς συνταγές. Αυτό που λέμε εμείς είναι εάν κάποιος που έχει δώσει τις εξετάσεις για την ακτινολογία, θέλει να υπηρετήσει στο ΕΣΥ, να λάβει πρώτα τον τίτλο του ώστε κατά την υπηρεσία υπαίθρου –αγροτικό– να καλύψει θέση ακτινολόγου. Πιστεύουμε ότι αυτή είναι μία εξαίρεση στο τι ισχύει γενικά, η οποία μπορεί να γίνει γενικά για τις ειδικότητες στις οποίες υπάρχουν ελλείψεις».
Σε ό,τι αφορά την τηλε-ακτινολογία (σ.σ. ανάγνωση των ακτινολογικών εξετάσεων από ιδιώτες ακτινολόγους από τον χώρο τους) που εφαρμόζεται σήμερα σε αρκετά δημόσια νοσοκομεία για να καλυφθούν τα κενά σε ακτινολόγους, ο κ. Χαλαζωνίτης κρούει τον κώδωνα του κινδύνου. Οπως λέει, «όταν δεν έχουμε επιμελητές στα νοσοκομεία, όταν βασιζόμαστε στην τηλε-ακτινολογία στις εφημερίες αντί να κάνουμε μαζικές προσλήψεις ακτινολόγων, σε τρία χρόνια θα έχουμε έλλειμμα εκπαίδευσης στους ειδικευόμενους στην ακτινολογία».
Ο πρόεδρος της Ομοσπονδίας Ενώσεων Νοσοκομειακών Γιατρών Ελλάδος, Ιωάννης Γαλανόπουλος, ερωτώμενος για τις ειδικότητες που λείπουν από το ΕΣΥ, ανέφερε πρώτη την ακτινολογία, εστιάζοντας σε νοσοκομεία χωρίς ακτινολόγους στις εφημερίες, ή ακτινολόγους που μετακινούνται από το νοσοκομείο που υπηρετούν σε άλλα νοσοκομεία για να καλύψουν ανάγκες. «Το πρόβλημα φαίνεται και από τη θέσπιση, εδώ και λίγο διάστημα, της τηλε-ακτινολογίας που συμβαίνει ακόμα και σε μεγάλα νοσοκομεία της Αττικής, όπως ο Ευαγγελισμός».
Σύμφωνα με τον κ. Γαλανόπουλο, μία άλλη ειδικότητα σε έλλειψη είναι οι αναισθησιολόγοι. «Ακόμα και στο λεκανοπέδιο υπάρχουν 100 κλειστές χειρουργικές αίθουσες, λόγω απουσίας νοσηλευτικού προσωπικού και αναισθησιολόγων. Οι αναισθησιολόγοι τελειώνοντας την ειδικότητα προτιμούν στις ημέρες μας να πάνε στον ιδιωτικό τομέα όπου θα βγάλουν περισσότερα λεφτά. Στην Αττική το πρόβλημα είναι μικρότερο σε σχέση με άλλες περιοχές, αλλά αυτό οφείλεται κυρίως στις παρατάσεις συνταξιοδότησης γιατρών. Εάν οι αναισθησιολόγοι έφευγαν λόγω συνταξιοδότησης στην “ώρα τους”, θα υπήρχε πολύ μεγάλο πρόβλημα».
Για τους παθολόγους ο κ. Γαλανόπουλος σημειώνει ότι το βασικό θέμα είναι ότι δεν προτιμούν να πηγαίνουν σε συγκεκριμένα νοσοκομεία κυρίως στην περιφέρεια, για οικονομικούς λόγους όπως ακριβά ενοίκια, και λόγω συνθηκών καθώς οι παθολογικές κλινικές έχουν μεγάλη επιβάρυνση. Αναφερόμενος στο νοσοκομείο της Δράμας –ένα από τα νοσοκομεία στα οποία οι θέσεις παθολόγων έμεναν άγονες– σημειώνει ότι «εκεί βρέθηκαν παθολόγοι γιατί προκηρύχθηκαν μαζικά οι θέσεις. Θέλει μαζικές προκηρύξεις θέσεων. Μόνο έτσι θα φανεί ότι γίνεται μία σοβαρή προσπάθεια για στελέχωση των δημόσιων νοσοκομείων».
Συχνές μετακινήσεις
Για την επάρκεια των νοσοκομείων σε αναισθησιολόγους, η πρόεδρος της Ελληνικής Αναισθησιολογικής Εταιρείας, Ελεάνα Γαρίνη, σημειώνει ότι τα νοσοκομεία της Αττικής είναι σε ένα ανεκτό επίπεδο, αν και σε τελευταία προκήρυξη του υπουργείου Υγείας κάποιες θέσεις έμειναν άγονες. Οπως επισημαίνει, «άργησαν πολύ οι κρίσεις της 1ης ΥΠΕ, με αποτέλεσμα οι πρώτοι που ενδιαφέρθηκαν για τις θέσεις να φύγουν». Η κ. Γαρίνη τονίζει ότι παραμένει σοβαρό το πρόβλημα σε νοσοκομεία της Θεσσαλονίκης και της Βόρειας Ελλάδας. «Και για τον λόγο αυτό συνεχίζουν οι συχνές μετακινήσεις αναισθησιολόγων από τις μονάδες που υπηρετούν σε άλλα νοσοκομεία που δεν μπορούν να καλύψουν τις εφημερίες τους. Ενδεικτική είναι η περίπτωση του αναισθησιολόγου του νοσοκομείου Δράμας, που τον περασμένο Ιούλιο χρειάστηκε να εφημερεύσει 72 ώρες για να καλύψει τις εφημερίες του νοσοκομείου Σερρών. Αυτό που έχει αλλάξει είναι ότι πλέον υπάρχουν ειδικευόμενοι, και μάλιστα υπάρχει αναμονή για την ειδικότητα. Ο λόγος είναι ότι δόθηκε επίδομα για τους ειδικευόμενους στην αναισθησιολογία, ενώ με τον μεγάλο θόρυβο για τις ελλείψεις αναισθησιολόγων και τις κενές θέσεις στην ειδικότητα, που έγινε πριν από λίγα χρόνια, πολλοί νέοι γιατροί έμαθαν ότι είναι μία ειδικότητα χωρίς αναμονή, ενώ παράλληλα γνώρισαν την αναισθησιολογία που είναι γενικά μία όχι τόσο φανερή ειδικότητα».
Ελλειμμα ειδικευομένων
Από την πλευρά των παθολόγων ο Αντώνης Αντωνιάδης, γενικός γραμματέας της Επαγγελματικής Ενωσης Παθολόγων Ελλάδας, τονίζει ότι «κανείς δεν θέλει να γίνει παθολόγος. Εχετε πάει σε νοσοκομείο σε εφημερία; Ποιον βλέπετε πρώτο; Ποιον βλέπετε τελευταίο; Ποιος δέχεται όλα τα περιστατικά της εφημερίας; Αυτός ο γιατρός μπορεί να έχει περαιτέρω εκπαίδευση; Οχι. Ξεκουράζεται; Καθόλου. Αρα ποιος θέλει να γίνει παθολόγος;».
Σύμφωνα με τον ίδιο, ούτε ο ιδιωτικός τομέας είναι μία καλή επιλογή για τους παθολόγους. Ουσιαστικά θα κάνουν απλώς συνταγογραφήσεις για φάρμακα ή εξετάσεις, ενώ και οι αποδοχές είναι χαμηλές. Δεν είναι όπως, π.χ., ένας πλαστικός χειρουργός ιδιώτης. «Υπολογίζουμε ότι χρόνο με τον χρόνο θα μειώνεται ο αριθμός των παθολόγων, λόγω συνταξιοδότησης. Και όσοι υπάρχουν παραιτούνται. Και υπάρχει και μεγάλο έλλειμμα και σε ειδικευόμενους παθολόγους. Δεν θα υπάρχει καν η ειδικότητα σε λίγα χρόνια». Σε ό,τι αφορά τους 108 γιατρούς που επέλεξαν την παθολογία το 2025, με το κίνητρο των 40.000 ευρώ του υπουργείου Υγείας, ο κ. Αντωνιάδης σημειώνει ότι «δεν είναι υψηλός αριθμός ειδικευόμενων. Και αυτοί, μετά τα πέντε χρόνια που υποχρεούνται να μείνουν στο ΕΣΥ αφού τελειώσουν την παθολογία, θα φύγουν στον ιδιωτικό τομέα».

