Είναι η απόληψη 4-6 εκατ. κυβικών μέτρων άμμου από τον βυθό μιας περιοχής μια επέμβαση η οποία έχει περιορισμένες περιβαλλοντικές επιπτώσεις; Αυτό υποστηρίζει η τεχνική μελέτη με την οποία εγκρίθηκε η επέμβαση αυτή στη θαλάσσια περιοχή της Επανομής, λίγες εκατοντάδες μέτρα από προστατευόμενη περιοχή, προκειμένου το «υλικό» να χρησιμοποιηθεί για την κατασκευή επέκτασης σε προβλήτα στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης. Την άποψη αυτή δεν συμμερίζεται ο δήμος, ο οποίος έχει ζητήσει τεχνική έκθεση από ειδικούς επιστήμονες προκειμένου να προσβάλει νομικά την απόφαση, ενώ το θέμα έχει φτάσει και στη Βουλή.
Η επέκταση του 6ου προβλήτα του λιμανιού της Θεσσαλονίκης αδειοδοτήθηκε και κατασκευάστηκε προ 30ετίας. Στην πορεία όμως κρίθηκε ότι ο προβλήτας πρέπει να επεκταθεί περαιτέρω (εν προκειμένω κατά περίπου 500 μέτρα), με στόχο την αύξηση της χωρητικότητας του σταθμού εμπορευματοκιβωτίων, ώστε να μπορεί να εξυπηρετεί και τα μεγαλύτερα πλοία. Για την περαιτέρω επέκταση του προβλήτα, η περιβαλλοντική άδεια του έργου τροποποιήθηκε το 2020 και τώρα τροποποιείται εκ νέου, αυτή τη φορά μέσω μιας τεχνικής περιβαλλοντικής μελέτης (ΤΕΠΕΜ). Σύμφωνα με την τελευταία τροποποίηση, το έργο θα χρειαστεί 4,5 εκατ. κυβικά μέτρα υλικών για επιχώσεις (μπάζωμα) και ακόμα 0,9 εκατ. κυβικά υλικών για κάλυψη. Εξετάζοντας τέσσερα σενάρια προέλευσης των απαραίτητων υλικών, η μελέτη καταλήγει ότι το πλέον πρόσφορο είναι η απόληψη και μεταφορά με πλοίο (απόσταση 34 χλμ.) περίπου 4 εκατ. κυβικών μέτρων άμμου από τον βυθό της θάλασσας στο Ακρωτήριο Επανομής και 1,44 εκατ. κυβικών οδικώς από λατομείο στην περιοχή Μεσαίου (απόσταση 23 χλμ.).
Ενδιαφέρον στοιχείο στην υπόθεση είναι ότι, στους περιβαλλοντικούς όρους του 2011, είχε αποφασιστεί η απόληψη έως 1,2 εκατ. κυβικών από θαλάσσια περιοχή στην Επανομή με έκταση 600 στρεμμάτων. Τώρα με την ΤΕΠΕΜ η ποσότητα αυτή αυξάνεται σε 4,5 εκατ. κυβικά και προστίθεται μια γειτονική περιοχή απόληψης, έκτασης 3.000 στρεμμάτων. Σημειώνεται δε ότι τελικά η ποσότητα που θα αποληφθεί μπορεί να χρειαστεί να είναι ακόμη μεγαλύτερη, φθάνοντας συνολικά τα 6 εκατ. κυβικά μέτρα άμμου. Για να γίνει αντιληπτή η ποσότητα, σύμφωνα πάντα με στοιχεία της μελέτης, από την εκσκαφή των δίδυμων σηράγγων του μετρό της Θεσσαλονίκης ήρθαν στην επιφάνεια 2,5 εκατ. κυβικά χώματος.
Ο Δήμος Θερμαϊκού, όπου βρίσκεται η περιοχή, έχει εκφράσει την έντονη αντίθεσή του στο έργο. «Αιφνιδιαστήκαμε», λέει ο δήμαρχος, Θοδ. Τζέκος. «Η αύξηση της ποσότητας άμμου που θα αποληφθεί από 1 εκατ. κυβικά σε 4-6 εκατ. κυβικά δεν μπορεί να γίνεται με μια τεχνική μελέτη, χωρίς να εκτιμηθούν επαρκώς οι περιβαλλοντικές επιπτώσεις. Πόσο μάλλον επειδή η περιοχή απόληψης βρίσκεται σε μικρή απόσταση από προστατευόμενη θαλάσσια περιοχή. Επιπλέον, δεν μπορεί να γίνεται χωρίς δημόσια διαβούλευση. Για τον λόγο αυτό θα προσφύγουμε νομικά». Να σημειωθεί ότι για το θέμα έχουν κατατεθεί ερωτήσεις στη Βουλή από ΠΑΣΟΚ και ΣΥΡΙΖΑ.
«Ελλιπής αξιολόγηση»
«Η σχεδιαζόμενη απόληψη είναι τεράστια», εκτιμά ο Γιάννης Κρεστενίτης, ομότιμος καθηγητής παράκτιας τεχνικής στο τμήμα Πολιτικών Μηχανικών του ΑΠΘ (ένας εκ των τεχνικών συμβούλων του δήμου για το θέμα). «Η αξιολόγηση των επιπτώσεων στην ΤΕΠΕΜ είναι ελλιπής. Για παράδειγμα, αν δημιουργήσει ένα όρυγμα βάθους δύο μέτρων στον βυθό, πόσο γρήγορα αυτό θα αναπληρωθεί και τι επιπτώσεις θα έχει η φυσική αναπλήρωσή του στην ακτή; Η αλλοίωση της βυθομετρίας δεν εξετάζεται επαρκώς. Επιπλέον η βυθοκόρηση θα γίνει με μια χοάνη αναρρόφησης σαν ηλεκτρική σκούπα, στην άκρη της οποίας υπάρχει ένας περιστρεφόμενος εκσκαφέας για να χαλαρώνει την άμμο. Αρα θα δημιουργείται ένα θαλάσσιο νέφος που θα μετακινείται ανάλογα με τη διεύθυνση και την ένταση των ρεμάτων. Αν αυτό καλύψει τα λιβάδια Ποσειδωνίας, που είναι σε κοντινή απόσταση, θα τα καταστρέψει γιατί δεν θα μπορούν να παίρνουν φως. Να σημειώσω επίσης ότι για την κατασκευή του προβλήτα θα σκαφτεί στο λιμάνι ο βυθός, παράγοντας 1,2 εκατ. κυβικά λάσπης, τα οποία θα μεταφερθούν και θα απορριφθούν σε μεγαλύτερα βάθη».
«Πρόκειται για μια πρακτική κοινή διεθνώς, που στον ελληνικό χώρο δεν είναι ευρέως διαδεδομένη, γι’ αυτό και η έκταση απόληψης ακούγεται μεγάλη», εκτιμά ο Θωμάς Χασιώτης, καθηγητής Θαλάσσιας Γεωλογίας στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου. «Για να προσδιοριστούν με μεγαλύτερη ακρίβεια οι επιπτώσεις, θα πρέπει να γνωρίζουμε αν η απόληψη θα γίνει με πλοίο αγκυροβολημένο σε κάποιο σημείο, ή η αναρρόφηση της άμμου θα γίνεται σε πλοίο που κινείται, καθώς στην πρώτη περίπτωση προκαλείται σημαντικότερη διατάραξη. Σε κάθε περίπτωση, η απόληψη άμμου σε βάθος δύο μέτρων θα έχει σημαντικές επιπτώσεις, όχι μόνο στη βενθική πανίδα που θα πρέπει να αποτυπωθεί πριν, αλλά και μετά την ολοκλήρωση της απόληψης, ώστε να υπάρχει συστηματική καταγραφή του ρυθμού επανάκαμψής της, αλλά και πιθανώς στην υδροδυναμική και μορφοδυναμική των παρακείμενων περιοχών. Επιπλέον, η διαδικασία της βυθοκόρησης θα προκαλέσει θολερότητα στο νερό και αλλαγές στη χημεία της υδάτινης στήλης, με όποιες επιπτώσεις μπορεί να έχει η διαδικασία αυτή. Κατά τη γνώμη μου, θα πρέπει να προηγηθεί αναλυτική χαρτογράφηση του πυθμένα, που να εξασφαλίζει την έκταση της κατανομής της άμμου, αλλά και το πάχος της, προκειμένου να είναι εφικτή η βυθοκόρηση σε βάθος δύο μέτρων, όπως προβλέπει η ΤΕΠΕΜ, αλλά και μια στοχευμένη περιβαλλοντική μελέτη που θα εξασφαλίζει το ελάχιστο περιβαλλοντικό αποτύπωμα στην περιοχή».
