Επιβράδυνση του ρυθμού αύξησης των καταλυμάτων βραχυχρόνιας μίσθωσης, ειδικά από το δεύτερο εξάμηνο του 2025, υψηλή εποχικότητα και κυριαρχία των επισκεπτών από το εξωτερικό αποτελούν τις βασικότερες τάσεις του τομέα των βραχυχρόνιων μισθώσεων στην Ελλάδα κατά τη διάρκεια του προηγούμενου έτους. Σύμφωνα με την ετήσια έρευνα της εταιρείας AirDNA, που παρουσιάστηκε χθες στο πλαίσιο του συνεδρίου Short Stay Conference, που διοργανώνει ο Σύνδεσμος Εταιρειών Βραχυχρόνιας Μίσθωσης Ακινήτων (STAMA Greece), η Ελλάδα αναμένεται να ανέλθει στην έκτη θέση πανευρωπαϊκά με βάση τον αριθμό των λειτουργούντων καταλυμάτων το 2026, ξεπερνώντας την Κροατία, η οποία βρίσκεται σε έντονα φθίνουσα πορεία. Με βάση τα σχετικά στοιχεία, από το 2019 μέχρι και το 2025 η αύξηση της προσφοράς καταλυμάτων στην Ελλάδα προσεγγίζει το 50%, από περίπου 100.000 σε 150.000.
Ομως, όπως και στην Κροατία, έτσι και στην Ελλάδα φαίνεται πως η τάση έχει ξεκινήσει να είναι πλέον καθοδική, με εξαίρεση την Αθήνα και μερικές ακόμα περιοχές, που θεωρούνται όμως ανερχόμενες τουριστικά (και όχι ώριμες, όπως π.χ. η Κρήτη ή οι Κυκλάδες). Μάλιστα, κατά το τέταρτο τρίμηνο του 2025 σημειώθηκε ετήσια πτώση κατά 4,3%. Σύμφωνα με την ανάλυση της AirDNA, οι μεγαλύτερες αυξήσεις στην προσφορά καταλυμάτων παρατηρήθηκαν σε περιοχές που θεωρούνται ανερχόμενες, που κρίνονται και ως μη κορεσμένες τουριστικά, καθώς όλο και περισσότεροι επισκέπτες αναζητούν τέτοια σημεία τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό. Στο πλαίσιο αυτό, το 2025 ξεχώρισαν η Χίος με αύξηση της προσφοράς κατά 35,2%, αλλά και ο Πειραιάς με άνοδο κατά 28,3%. Ειδικά όσον αφορά τον Πειραιά, θα πρέπει να επισημανθεί η αύξηση της προσφοράς μέσω κατασκευών νέων κτιρίων ή ανακατασκευών υφιστάμενων με αλλαγή χρήσης, με τα καταλύματα να εντάσσονται σε οργανωμένα κτίρια φιλοξενίας. Είναι δηλαδή περισσότερο θεσμικού χαρακτήρα η αύξηση αυτή και πολύ λιγότερο επειδή αυξήθηκε ο αριθμός των μεμονωμένων ιδιοκτητών που αποφάσισαν να εκμεταλλευτούν το σπίτι τους μέσω βραχυχρόνιας μίσθωσης.
Σημαντική άνοδος 25,4% παρατηρήθηκε το 2025 και στα καταλύματα της Καλύμνου, ενώ αύξηση κατά 21,4% σημείωσε και η Λέσβος, όπως και η πόλη της Κατερίνης με 20,4%. Στον αντίποδα, σε περιοχές πιο ανεπτυγμένες τουριστικά, όπως η Κρήτη, η Σαντορίνη, η Μύκονος και η Ρόδος, η εικόνα είναι σχεδόν αμετάβλητη από το 2024. Εξαίρεση αποτελεί μόνο η Αθήνα, όπου σημειώθηκε άνοδος κατά 11,1%, σε 14.326 (από 12.886 το 2024), η οποία οφείλεται στο μέτρο της απαγόρευσης λειτουργίας νέων καταλυμάτων στα τρία πρώτα δημοτικά διαμερίσματα του Δήμου Αθηναίων από την 1η Ιανουαρίου του 2025 και μετά. Η αλλαγή αυτή προκάλεσε τη μαζική αδειοδότηση πολλών καταλυμάτων προς το τέλος του 2024, προκειμένου να κατοχυρωθεί η σχετική δυνατότητα αξιοποίησης μέσω βραχυχρόνιας μίσθωσης, προκαλώντας εντέλει την αύξηση.
Σύμφωνα με έτερη έρευνα της Prosperty, που επίσης παρουσιάστηκε στο χθεσινό συνέδριο, υπολογίζεται ότι η Αθήνα, με τα 13.274 καταλύματα βραχυχρόνιας μίσθωσης που διαθέτει, κατατάσσεται στη 10η θέση (με βάση τον αριθμό των καταλυμάτων) μεταξύ των μεγάλων πόλεων της Ευρώπης. Στην κορυφή βρίσκονται το Λονδίνο με 96.182 και το Παρίσι με 95.461 καταλύματα, ακολουθεί η Ρώμη με 34.061 καταλύματα, ενώ πόλεις όπως η Μαδρίτη και η Λισσαβώνα διαθέτουν 26.980 και 24.204 καταλύματα αντιστοίχως, η δε Βαρκελώνη 19.482.
Εκτός των περιοχών γύρω από την Ακρόπολη, τα καταλύματα στην Αθήνα έχουν χαμηλά έσοδα – Ετησίως δεν ξεπερνούν τις 8.800 ευρώ κατά μέσον όρο.
Ωστόσο, σύμφωνα με τα στοιχεία της Prosperty, η αναλογία καταλυμάτων ανά 1.000 κατοίκους φέρνει την Αθήνα πιο ψηλά στη σχετική λίστα, δείγμα της μεγαλύτερης πυκνότητας διαθέσιμων ακινήτων. Ειδικότερα, στην Αθήνα αντιστοιχούν 20 καταλύματα/1.000 κατοίκους, που φέρνουν την ελληνική πρωτεύουσα στην τέταρτη θέση πανευρωπαϊκά, πίσω από πόλεις όπως η Λισσαβώνα των 46,7 καταλυμάτων/1.000 κατοίκους, το Παρίσι και τη Βενετία, ενώ η Βαρκελώνη διαθέτει 12 καταλύματα/1.000 κατοίκους.
Αντιστοίχως, όπως φαίνεται, τα καταλύματα στην Αθήνα δεν συγκαταλέγονται και μεταξύ των αποδοτικότερων, καθώς τα ετήσια έσοδα δεν ξεπερνούν τις 8.800 ευρώ κατά μέσον όρο. Αυτό οφείλεται κυρίως στις χαμηλές τιμές και πληρότητες περιοχών εκτός του κέντρου της πόλης, δηλαδή σε σημεία που δεν έχουν υψηλή τουριστική ζήτηση. Αντιθέτως, σε περιοχές όπως ο Κεραμεικός ή το Ζάππειο τα ετήσια έσοδα ανέρχονται σε 33.800 ευρώ, καθώς η μέση τιμή/διανυκτέρευση αγγίζει τα 195 και 185 ευρώ αντιστοίχως, ενώ ακολουθεί η Ακρόπολη με 176 ευρώ/διανυκτέρευση.
Οσον αφορά το έσοδο ανά κατάλυμα (RevPar), η AirDNA καταγράφει μικρές αυξήσεις σε Κέρκυρα (4%), Κρήτη (3,3%) και Ρόδο (1,4%), σε μια χρονιά που χαρακτηρίστηκε από σταθεροποιητικές τάσεις. Σημαντική εξέλιξη ήταν και η πτώση κατά 15,6% που σημειώθηκε στη Μύκονο, κυρίως λόγω της μείωσης της μέσης τιμής/διανυκτέρευση. Πρόκειται για μια διόρθωση στην οποία προχώρησαν οι ιδιοκτήτες/διαχειριστές μετά τις υπερβολές του πρόσφατου παρελθόντος, καθώς ήταν εμφανές ότι χωρίς αυτή την κίνηση η μέση πληρότητα θα σημείωνε σημαντική πτώση. Αντιστοίχως, πτώση κατά 4,1% καταγράφηκε και στην Αθήνα λόγω της σημαντικής ανόδου της προσφοράς.
Αλλο ένα συμπέρασμα της έκθεσης της εταιρείας για το 2025 είναι η σταθερά υψηλή ζήτηση από το εξωτερικό. Είναι χαρακτηριστικό ότι το 90% των επισκεπτών προέρχεται από το εξωτερικό, και συγκεκριμένα κατά 21% από τις ΗΠΑ, κατά 14% από το Ην. Βασίλειο, κατά 13% από τη Γαλλία, κατά 10% από τη Γερμανία και κατά 6% από τον Καναδά.

