Το δημογραφικό πρόβλημα της Ελλάδας, η οποία βρίσκεται στην τρίτη θέση στην Ε.Ε. όσον αφορά τη γήρανση του πληθυσμού, επιδεινώθηκε όταν, την εποχή της οικονομικής κρίσης, 427.000 νέοι και νέες που βρίσκονταν σε ηλικία δημιουργίας οικογένειας έφυγαν από τη χώρα. Ο οικονομικός αντίκτυπος της μετανάστευσης αυτού του πληθυσμού για τη χώρα ήταν μεγάλο, όπως έχει εκτιμηθεί. Υπολογίζεται ότι οι άνθρωποι αυτοί στις χώρες που εργάστηκαν παρήγαγαν 50 δισ. ευρώ και κατέβαλαν φόρους ύψους 13 δισ. ευρώ. Παράλληλα η Ελλάδα έχασε τη δυνατότητα να απολαύσει τους καρπούς της επένδυσης ύψους 8 δισ. ευρώ που είχε ξοδέψει για την εκπαίδευση όλου αυτού του πληθυσμού.
Τα παραπάνω στοιχεία αναφέρθηκαν από τη διευθύντρια ερευνών της διαΝΕΟσις Φαίη Μακαντάση στην ημερίδα για το δημογραφικό, που διοργανώθηκε χθες από τη Βουλή για την ανάδειξη «ενός από τα πιο επιτακτικά εθνικά ζητήματα της χώρας», και δείχνουν πόσο πολύπλευρο είναι το θέμα.
Πτωτική πορεία
«Από τα 11,2 εκατ. του 2005, φτάσαμε στα 10,4 το 2020 και συνεχίζουμε πτωτικά. Οι εκτιμήσεις για το 2050 κάνουν λόγο για 9,03, για να φτάσουν πιθανώς στο τέλος του αιώνα στα 6,3 εκατ. πληθυσμού. Αυτό δεν είναι απλώς ένα κοινωνικό φαινόμενο. Είναι ένα σενάριο εξόχως δυστοπικό, αλλά υπαρκτό ως ενδεχόμενο. Εάν συνεχίσουμε με αυτούς τους ρυθμούς, ο ιστορικός του μέλλοντος θα καταγράψει μια κοινωνία και μια πολιτεία που προβαίνει σε σταδιακή δημογραφική αυτοκτονία», ανέφερε ο πρόεδρος της Βουλής Νικήτας Κακλαμάνης μιλώντας στην ημερίδα, παρουσιάζοντας τα δεδομένα.
«Η Ελλάδα είναι μία από τις χώρες που το να μεγαλώνεις παιδί είναι εξαιρετικά ακριβό. Αυτό μπορεί να αλλάξει με συγκεκριμένες πολιτικές», υποστήριξε ο Βύρων Κοτζαμάνης, καθηγητής Δημογραφίας.
Τα στοιχεία παρουσιάζουν ανάγλυφα την κατάσταση. Το 2025 γεννήθηκαν 68.309 παιδιά στην Ελλάδα, ενώ σχεδόν διπλάσιοι ήταν οι θάνατοι, 125.873 το ίδιο χρονικό διάστημα. Ο Μιχαήλ Σφακιανάκης, πρύτανης του Πανεπιστημίου Πειραιώς, υπογράμμισε ότι «η συρρίκνωση και η γήρανση του πληθυσμού δεν αποτελούν μόνο κοινωνικό αλλά και βαθιά αναπτυξιακό ζήτημα με άμεσες συνέπειες τόσο στην αγορά εργασίας και στο ασφαλιστικό σύστημα όσο και στη συνολική ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας».
Ο καθηγητής Δημογραφίας Βύρων Κοτζαμάνης ήταν κατηγορηματικός. «Δεν πρόκειται να αναστραφεί το πρόβλημα των γεννήσεων. Αυτό που μπορούμε να κάνουμε για να αυξήσουμε τον αριθμό των γεννήσεων, όμως, να μην πέσουμε στις 62.000 γεννήσεις το έτος αλλά να φτάσουμε στις 70.000, είναι να εφαρμόσουμε μια εξαιρετικά ευνοϊκή πολιτική για την οικογένεια», τόνισε. «Η Ελλάδα είναι μια από τις χώρες που το να μεγαλώνεις παιδί είναι εξαιρετικά ακριβό. Αυτό μπορεί να αλλάξει με συγκεκριμένες πολιτικές. Επίσης, έχει έντονες έμφυλες διακρίσεις. Οι γυναίκες φροντίζουν και τα παιδιά και τους ηλικιωμένους. Και αυτό μπορεί να βελτιωθεί με την εφαρμογή πολιτικών», κατέληξε.
«Η οικογένεια δεν είναι πια συμβατή με τον τρόπο ζωής μας. Παλιά η οικογένεια ήταν το δεδομένο, τώρα είναι επιλογή, και αυτή η επιλογή πρέπει να στηριχθεί για να αποκτήσει όσο το δυνατόν περισσότερους θιασώτες», προσδιόρισε μια εξαιρετικά σημαντική παράμετρο του προβλήματος η καθηγήτρια Οικονομικής Δημογραφίας Αλεξάνδρα Τραγάκη.
Κάτω από τον μέσο όρο
Ο δείκτης γονιμότητας στην Ελλάδα είναι πολύ χαμηλός, στο 1,2-1,3, κάτω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο και πολύ κάτω από το επίπεδο αναπλήρωσης (για να επιτευχθεί η διατήρηση του πληθυσμού στα ίδια επίπεδα) που είναι στο 2,1.
Σε αυτό το επίπεδο ο δείκτης γονιμότητας στην Ελλάδα βρισκόταν έως το 1981. Από τη δεκαετία του 1940 η Ελλάδα βρίσκεται κάτω από τον δείκτη αναπλήρωσης των γενεών και άρα ο πληθυσμός των ανθρώπων που βρίσκονται σε παραγωγική ηλικία μειώνεται διαρκώς. Κατά συνέπεια και ο αριθμός των παιδιών που μπορούν να γεννηθούν είναι πεπερασμένος και περιορισμένος.
Ομως τα στοιχεία δείχνουν ότι θα θέλαμε περισσότερα παιδιά από αυτά που κάνουμε. Ενώ κάνουμε 1,3 παιδιά, θα θέλαμε να κάνουμε 2,3. Τι μας σταματά, ποιος είναι ο κρίσιμος παράγοντας που οι περισσότεροι μένουν στο ένα παιδί; Φυσικά το οικονομικό κόστος, το οποίο φθάνει σε δυσθεώρητα ύψη όταν δεν υπάρχουν κοινωνικές υποδομές να στηρίξουν την οικογένεια, αλλά και όταν οι υπάρχουσες είναι ανεπαρκείς: Ας αναλογιστούμε μόνο ότι το 2023 οι ελληνικές οικογένειες πλήρωσαν 614 εκατ. ευρώ για φροντιστήρια υποστήριξης του σχολείου, ποσό που αντιστοιχεί σε 300 ευρώ ανά παιδί.
Το πρώτο παιδί
Σημαντική παράμετρος στον αριθμό των παιδιών που κάνει μια οικογένεια είναι βεβαίως και η ηλικία κατά την οποία οι γυναίκες αποκτούν το πρώτο τους παιδί, η οποία αυξάνεται ολοένα και περισσότερο τα τελευταία χρόνια.
Η μέση ηλικία στην οποία οι γυναίκες στην Ελλάδα κάνουν το πρώτο παιδί ήταν το 2023 περίπου τα 31 έτη, όταν τη δεκαετία του 1990 οι Ελληνίδες έκαναν το πρώτο τους παιδί στα 26 έτη.
Πάντως, μέτρα και πολιτικές στήριξης με ουσιαστικό αντίκτυπο μπορούν να μεταβάλουν την εικόνα. Η στήριξη της τεχνητής γονιμοποίησης, της εγκυμοσύνης, της γέννας, αλλά και η δημιουργία υποδομών, όπως παιδικοί σταθμοί σε πολλά μικρά νησιά του Νοτίου Αιγαίου μέσα από το πρόγραμμα HOPEgenesis του ομώνυμου οργανισμού, οδήγησε μέσα σε 12 χρόνια στη γέννηση περίπου 1.000 παιδιών, πολλά από τα οποία σε μέρη όπου για χρόνια υπήρχαν μηδενικές γεννήσεις.
Τα στοιχεία του προγράμματος παρουσίασε ο ιδρυτής της HOPEgenesis και μαιευτήρας Στέφανος Χάνδακας. «Η Περιφέρεια Νοτίου Αιγαίου είναι η μόνη περιφέρεια της Ελλάδας που έχει θετικό ισοζύγιο γεννήσεων», τόνισε μιλώντας στην ημερίδα.

