Με ταχύτερο ρυθμό αυξήθηκαν το 2025 οι ζητούμενες τιμές πώλησης των κατοικιών που τοποθετούνται στις δύο χαμηλότερες κατηγορίες του ενεργειακού πιστοποιητικού, δηλαδή προσφέρουν πολύ χαμηλή ενεργειακή απόδοση, συγκριτικά με τα ακίνητα που θεωρούνται «πράσινα» (κατηγορίες από Α+ έως και Β). Το συμπέρασμα αυτό προκύπτει με βάση σχετική ανάλυση που πραγματοποίησε η πλατφόρμα αγγελιών Spitogatos.gr και καταδεικνύει τη στροφή της ζήτησης προς πιο προσιτές λύσεις και επιλογές, ακόμα κι αν αυτό σημαίνει ότι το ακίνητο δεν διαθέτει μόνωση και άλλες παροχές που συνοδεύουν τα ακίνητα υψηλής ενεργειακής απόδοσης (π.χ., αντλία θερμότητας κ.λπ.).
Αλλωστε, με δεδομένο ότι κατά κανόνα τα σπίτια υψηλής απόδοσης είναι νεότερης ηλικίας, ή αν είναι παλιότερα, πρόκειται για πλήρως αναβαθμισμένα και ανακαινισμένα, οι αποκλίσεις στις τιμές σε σχέση με τα μη αναβαθμισμένα, είναι πολύ μεγάλες. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα των κατοικιών στο κέντρο της Αθήνας, όπου μια κατοικία υψηλής ενεργειακής κλάσης το 2025 είχε μέση ζητούμενη τιμή πώλησης κατά 84% υψηλότερη, συγκριτικά με κατοικίες χαμηλής ενεργειακής κατηγορίας (δύο χαμηλότερες κατηγορίες του ενεργειακού πιστοποιητικού). Συγκεκριμένα, στην πρώτη περίπτωση η τιμή διαμορφώνεται σε 3.530 ευρώ/τ.μ. και στη δεύτερη σε 1.915 ευρώ/τ.μ.
Αντίστοιχα, σχεδόν 98% ακριβότερες είναι οι ζητούμενες τιμές πώλησης στα νότια προάστια για τα «πράσινα» ακίνητα, έναντι εκείνων της χαμηλότερης ενεργειακής κλάσης, αγγίζοντας τις 4.925 ευρώ/τ.μ., έναντι 2.481 ευρώ/τ.μ. Επίσης, στα δυτικά προάστια, τα «πράσινα» σπίτια είναι 97,7% ακριβότερα, έναντι των μη αναβαθμισμένων ενεργειακά, με αποτέλεσμα οι τιμές των τελευταίων να αυξηθούν πέρυσι κατά 8,3%, έναντι 6,2%.
Οι αγοραστές προτιμούν τα μη αναβαθμισμένα ακίνητα, διότι είναι οικονομικά πιο προσιτά.
Από την άλλη πλευρά όμως φαίνεται πως οι ενδιαφερόμενοι αγοραστές προτιμούν τα μη αναβαθμισμένα ακίνητα, λόγω της πιο προσιτής τιμής τους. Αυτό αποτυπώνεται στην πορεία της ετήσιας αύξησης των τιμών, καθώς ο σχετικός ρυθμός είναι υψηλότερος για τα παλιότερα και μη αναβαθμισμένα σπίτια, συγκριτικά με όσα έχουν αναβαθμιστεί ενεργειακά. Στο κέντρο της Αθήνας, η αύξηση ήταν 11,8%, έναντι μόλις 3,8% για τα σπίτια της υψηλής ενεργειακής κλάσης. Παρόμοια εικόνα παρατηρείται σε όλες τις επιμέρους περιοχές της Αττικής, όπου οι ζητούμενες τιμές των κατοικιών που ανήκουν στη χαμηλή ενεργειακή κλάση, αυξήθηκαν με ταχύτερο ρυθμό έναντι των «πράσινων» και πολύ ακριβότερων κατοικιών. Εκτός από το κέντρο της Αθήνας, σημαντικές διαφορές παρατηρήθηκαν επίσης και στην περιοχή του Πειραιά, όπου τα ακίνητα της χαμηλής κλάσης κατέγραψαν ετήσια αύξηση των ζητούμενων τιμών πώλησης κατά 12,9% σε 1.531 ευρώ/τ.μ., έναντι μόλις 4,5% εκείνων της υψηλής κλάσης με 3.450 ευρώ/τ.μ.
Ασφαλώς, θα πρέπει να επισημανθεί και ο πιθανός ρόλος που διαδραμάτισε πέρυσι το πρόγραμμα «Σπίτι μου ΙΙ», το οποίο ενίσχυσε σημαντικά τη ζήτηση ακριβώς για τις πιο προσιτές κατοικίες μεγάλης ηλικίας. Υπενθυμίζεται ότι τα επιλέξιμα ακίνητα θα πρέπει να είναι αξίας έως 250.000 ευρώ και να έχουν κατασκευαστεί (έτος αποπεράτωσης) μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου του 2007. Τέτοια ακίνητα είναι δυσεύρετα στην Αττική, με τους περισσότερους ενδιαφερόμενους να κινούνται σε παλιότερες κατασκευές, συνήθως από 30 ετών και πάνω, που εντάσσονται στις χαμηλότερες κλάσεις του ενεργειακού πιστοποιητικού.
Ενδιαφέρον παρουσιάζει και η απόκλιση των ζητούμενων τιμών πώλησης με βάση την ηλικία του ακινήτου. Σημαντικές αποκλίσεις εντοπίζονται στο κέντρο της Αθήνας, όπου ένα καινούργιο σπίτι κοστίζει 77% περισσότερο, σε σχέση με ένα παλιότερο, φτάνοντας στις 4.000 ευρώ/τ.μ., έναντι 2.250 ευρώ/τ.μ. Η μεγάλη αυτή διαφορά τιμής οφείλεται κατ’ αρχάς στο ότι το απόθεμα νέων κατοικιών στον Δήμο Αθηναίων δεν ξεπερνάει το 7% του συνολικού διαθέσιμου αποθέματος κατοικιών προς πώληση. Παράλληλα, θα πρέπει να σημειωθεί και η μεγάλη ηλικία των μεταχειρισμένων κατοικιών, που συχνά απαιτούν και σημαντικά κεφάλαια για να ανακαινιστούν ή να επισκευαστούν, παράγοντας που επίσης ενισχύει τις αποκλίσεις.

