«Ερχεται θύελλα», εκτίμησε χθες ο πρόεδρος του ΙΟΒΕ Γιάννης Ρέτσος σχετικά με το διεθνές γεωπολιτικό σκηνικό και χτύπησε καμπανάκι για τον εφησυχασμό που επικρατεί διεθνώς και ειδικότερα στην Ελλάδα, η οποία αποτελεί αδύναμο κρίκο.
«Πλέουμε σε αχαρτογράφητα νερά», είπε ο κ. Ρέτσος αναφερόμενος στο γεγονός ότι μόνο τον Ιανουάριο είχαμε εξελίξεις οι οποίες κανονικά θα είχαν προκαλέσει μεγάλες αντιδράσεις: την απαγωγή Μαδούρο στη Βενεζουέλα, την εξέγερση στο Ιράν, αλλά και την κατάσταση στο εσωτερικό της Αμερικής, όπου σκοτώνονται άνθρωποι on camera και όπου πανίσχυροι επιχειρηματίες οι οποίοι διαφωνούν υφίστανται διώξεις. Χαρακτήρισε την Ευρώπη αδύναμη, με τους ηγέτες της να αποφεύγουν να συναντήσουν τον Τραμπ στο Νταβός.
Παρ’ όλα αυτά, επικρατεί μια μακαριότητα, είπε ο κ. Ρέτσος στο πλαίσιο της παρουσίασης της τριμηνιαίας έκθεσης του ΙΟΒΕ. Η Ελλάδα, συνέχισε, είναι μια μικρή χώρα. Μπορεί να έχουν γίνει πολλά πράγματα τα τελευταία χρόνια και να έχει ισχυροποιηθεί η οικονομία της, αλλά σε μια πραγματικά μεγάλη κρίση δεν θα αντέξει, όσο δυνατή κι αν είναι. Αναρωτήθηκε μάλιστα τι είναι αυτό που βλέπουν οι αγορές και ανεβαίνουν, που εμείς δεν το βλέπουμε.
Κατά τον κ. Ρέτσο, αυτό που πρέπει να κάνει η χώρα είναι να προχωρήσει γρηγορότερα σε περισσότερες μεταρρυθμίσεις, ώστε να θωρακιστεί έναντι της κρίσης, αλλά αυτή τη στιγμή δεν φαίνεται να το κάνει. Ολο το οικονομικό και πολιτικό σύστημα ασχολείται όχι με τα μείζονα, αλλά με θέματα που δεν αξίζει να ασχοληθεί κανείς.
Ο ίδιος υποστήριξε ότι πρέπει να συνεχιστούν αυτά που η παρούσα κυβέρνηση είχε ξεκινήσει να κάνει στο μέτωπο των μεταρρυθμίσεων.
Για την ανάγκη να ενδυναμωθεί η οικονομία μέσω μεταρρυθμίσεων που θα προσελκύσουν επενδύσεις μίλησε εξάλλου ο γενικός διευθυντής του ΙΟΒΕ, καθηγητής Νίκος Βέττας. Προειδοποίησε μάλιστα ότι αν δεν ενισχυθούν οι επενδύσεις στην εποχή μετά το Ταμείο Ανάκαμψης, θα εξασθενήσουν οι ρυθμοί ανάπτυξης.
Πρέπει να επιταχύνουμε τις μεταρρυθμίσεις για να θωρακίσουμε την οικονομία από την κρίση, αλλά δεν το κάνουμε, τόνισε ο κ. Ρέτσος.
Οπως είπε, το διεθνές περιβάλλον δεν είναι ευνοϊκό για επενδύσεις, οι οποίες αναμένεται στο μέλλον να είναι περισσότερο επιλεκτικές. «Η ελληνική οικονομία», σημείωσε, «μπορεί να διατηρήσει και να ενισχύσει τη σημερινή θετική τροχιά της, μόνο υπό την προϋπόθεση αύξησης των επενδύσεων σε φυσικό και ανθρώπινο κεφάλαιο. Προϋπόθεση γι’ αυτό αποτελούν δομικές τομές στη λειτουργία του κράτους και των αγορών, όπως και ενίσχυση κρίσιμων υποδομών. Αν δεν συμβεί αυτό, η αναπτυξιακή δυναμική της οικονομίας αναπόφευκτα θα εξασθενήσει».
Το Ταμείο Ανάκαμψης, το οποίο θα συνεχίσει να στηρίζει την αναπτυξιακή δυναμική και την επόμενη διετία, «δεν αρκεί από μόνο του για το αναγκαίο επενδυτικό άλμα», είπε ο κ. Βέττας. «Παραμένουν επίμονες διαρθρωτικές αδυναμίες, όπως η χαμηλή παραγωγικότητα και το υψηλό εξωτερικό έλλειμμα».
Ακόμη σημείωσε ότι τα νοικοκυριά πιέζονται, καθώς παρά τη βελτίωση σε απασχόληση και μισθούς, ο πληθωρισμός διατηρεί χαμηλά τα πραγματικά εισοδήματα και την αποταμίευση.
«Προτεραιότητες πολιτικής», είπε, «αποτελούν η άμβλυνση γραφειοκρατικών και ρυθμιστικών εμποδίων που παραμένουν, η ταχύτερη επίλυση νομικών διαφορών, η προσαρμογή προτεραιοτήτων στη φορολογία, η ενίσχυση του εκπαιδευτικού και ερευνητικού συστήματος και η ενθάρρυνση της καινοτομίας».
Το ΙΟΒΕ, στην τριμηνιαία έκθεσή του, διατήρησε αμετάβλητες τις προβλέψεις του σχετικά με την ανάπτυξη: για το 2025 την τοποθετεί στο 2,1% έναντι πρόβλεψης της κυβέρνησης για 2,2% και για το 2026 προβλέπει 2,2% έναντι εκτίμησης της κυβέρνησης για 2,4%.
Για τον πληθωρισμό προβλέπει διατήρησή του σε ηπιότερη ανοδική τροχιά, με ρυθμό 2,4% το 2026, κυρίως λόγω της καταναλωτικής ζήτησης.
Η έκθεση του ΙΟΒΕ περιέχει ειδική μελέτη για την εξέλιξη του κενού ΦΠΑ αλλά και των λεγόμενων φορολογικών δαπανών, δηλαδή των φορολογικών απαλλαγών, είτε γενικού είτε ειδικού χαρακτήρα. Το κενό ΦΠΑ έχει μειωθεί σημαντικά στο 11,4% το 2023 έναντι 9,5% της Ε.Ε. και προβλέπεται περαιτέρω υποχώρηση στο 9% το 2024. Οι φορολογικές δαπάνες, ωστόσο, έχουν αυξηθεί σημαντικά, στο 34,2% των συνολικών φορολογικών εσόδων το 2024, από 19,3% το 2019, έναντι 21,4% στις χώρες της Ευρωζώνης το 2023.

