Υπέρογκο το κόστος στέγασης στην Ελλάδα

Αυξήθηκε σχεδόν κατά 29% σε μία πενταετία, στα ύψη ενοίκια, ενέργεια, εργασίες επισκευής και συντήρησης

Φόρτωση Text-to-Speech...

Αύξηση κατά 28,34% καταγράφει το κόστος στέγασης στη διάρκεια της τελευταίας πενταετίας, με βάση τη σύγκριση του σχετικού δείκτη που περιλαμβάνεται στον Δείκτη Τιμών Καταναλωτή της ΕΛΣΤΑΤ. Συγκρίνοντας το 2020 με το τέλος του 2025, εκτός από τα ενοίκια, οι μεγαλύτερες αυξήσεις έχουν σημειωθεί στο κόστος ενέργειας, που ασφαλώς εξηγούν και την επιδείνωση των συνθηκών διαβίωσης των νοικοκυριών, καθώς όλο και περισσότεροι υποχρεώνονται να προβούν σε περικοπές σε δαπάνες θέρμανσης ή ψύξης.

Αντιστοίχως, σύμφωνα με σχετική ανάλυση της Alpha Bank, την περίοδο 2019-2024 το ονομαστικό διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών αυξήθηκε κατά 27,5%. Ωστόσο, σύμφωνα με τον ΟΟΣΑ, σε πραγματικούς όρους, η αύξηση υπολογίζεται ότι δεν ξεπέρασε το 12,3%, εξαιτίας του υψηλού πληθωρισμού από το 2022 και μετά, και του κύματος ακρίβειας που έπληξε την οικονομία. Ετσι, καθίσταται ακόμα εμφανέστερη η επιδείνωση των συνθηκών διαβίωσης τα τελευταία χρόνια.

Ειδικά σε ό,τι αφορά το κόστος στέγασης, η μεγαλύτερη συνιστώσα είναι το ύψος των ενοικίων. Οπως δείχνουν τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, το 2025 ο δείκτης ενοικίων σημείωσε αύξηση κατά 8,44% πανελλαδικά, δείγμα της σοβαρής επιτάχυνσης των αυξήσεων την τελευταία διετία, όχι μόνο στην Αττική και στη Θεσσαλονίκη, αλλά και συνολικά στη χώρα. Θα πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι από τις αρχές του 2021 και μέχρι το τέλος του 2025 η σωρευτική άνοδος του δείκτη των ενοικίων αγγίζει το 27,5%. Υπενθυμίζεται πως ένα σημαντικό τμήμα των αυξήσεων στις τιμές των ενοικίων σημειώθηκε τη διετία 2018-2019, ειδικά σε Αττική και Θεσσαλονίκη, ενώ το 2020 λόγω της πανδημικής κρίσης υπήρξε μια ήπια υποχώρηση των τιμών, προτού επιταχυνθούν εκ νέου από το 2021 και πολύ περισσότερο από το 2022 και μετά.

Το ίδιο διάστημα, το πραγματικό διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών αυξήθηκε περίπου κατά 12%, σύμφωνα με τον ΟΟΣΑ.

Σημαντικό ενδιαφέρον πάντως παρουσιάζει και η εξέλιξη του κόστους προμήθειας ενέργειας, το οποίο ειδικά από το 2022 και μετά αποτελεί έναν όλο και πιο επιβαρυντικό παράγοντα του κόστους στέγασης. Συνολικά, το κόστος ενέργειας (ηλεκτρική ενέργεια, φυσικό αέριο και πετρέλαιο θέρμανσης) έχει αυξηθεί κατά 40,5% από το 2020 έως και το τέλος του 2025. Η μεγαλύτερη αύξηση καταγράφηκε στο φυσικό αέριο με 54,2%, παρότι μάλιστα το 2025 το κόστος του υποχώρησε κατά 20%. Ακολουθεί με αύξηση 46,88% το κόστος προμήθειας ηλεκτρικής ενέργειας, με την άνοδο του 2025 να διαμορφώνεται στο 4%. Αντιστοίχως, το πετρέλαιο θέρμανσης αυξήθηκε κατά 36% την πενταετία 2020-2025, παρότι το 2025 σημειώθηκε ελαφρά υποχώρηση κατά 5%. Η μεγάλη άνοδος της ενέργειας έχει ασφαλώς επιδεινώσει σοβαρά το συνολικό κόστος στέγασης, επιβαρύνοντας τους χρήστες των κατοικιών και ακόμα περισσότερο τους ενοικιαστές, που καλούνται να διαχειριστούν και την άνοδο του κόστους ενοικίασης.

Παράλληλα, υψηλή άνοδος παρατηρείται και σε άλλες κατηγορίες που συνδέονται με τη στέγαση και επιβαρύνουν κυρίως τους ιδιοκτήτες. Για παράδειγμα, ο δείκτης που παρακολουθεί το κόστος των υπηρεσιών επισκευής και συντήρησης έχει σημειώσει σωρευτική άνοδο κατά 20% τα τελευταία πέντε χρόνια. Ανάλογη αύξηση, κατά 20% (και 4% το 2025), έχουν σημειώσει και τα είδη επισκευής και συντήρησης κατοικίας (δηλαδή η προμήθεια των υλικών). Ακόμα μεγαλύτερη είναι η αύξηση στο κόστος των υδραυλικών εργασιών, που έχουν καταγράψει σωρευτική άνοδο κατά 31,5% από το τέλος του 2020 μέχρι σήμερα και 8,7% μόνο το 2025.

Τα παραπάνω στοιχεία επιβεβαιώνουν την επιδείνωση των συνθηκών διαβίωσης ενός μεγάλου μέρους των νοικοκυριών της χώρας τα τελευταία χρόνια, καθώς οι αυξήσεις των εισοδημάτων που έχουν μεσολαβήσει από το 2020 έως σήμερα, δεν έχουν μεταφραστεί και σε αντίστοιχη ενίσχυση της αγοραστικής δύναμης. Αντιθέτως, έχουν απορροφηθεί πλήρως από την αγορά, είτε για την κάλυψη στεγαστικών αναγκών είτε άλλων παραγόντων, όπως η σίτιση.

Στο πλαίσιο αυτό, σύμφωνα με τα στοιχεία της Eurostat για το 2024, το 35,5% του διαθέσιμου εισοδήματος των νοικοκυριών στην Ελλάδα κατευθύνεται για δαπάνες σχετικές με τη στέγασή τους (ενοίκια, στεγαστικά δάνεια, ενεργειακά έξοδα, φόροι/τέλη ακίνητης περιουσίας για πρώτη κατοικία), ξεπερνώντας σημαντικά τον ευρωπαϊκό μέσο όρο (19,2%). Ωστόσο, σε πρόσφατη ανάλυση της Τράπεζας της Ελλάδος (ΤτΕ) για την προσιτότητα της στέγης, επισημαίνεται ότι ήδη από το 2021 το 60% των νοικοκυριών που μισθώνουν την κατοικία στην οποία μένουν, δαπανά πάνω από το 40% του διαθέσιμου εισοδήματός του για την κάλυψη δαπανών σχετικών με τη στέγαση. Το αντίστοιχο ποσοστό μεταξύ των ιδιοκτητών που εξυπηρετούν στεγαστικό δάνειο διαμορφώνεται στο 49%. Στην καλύτερη θέση βρίσκονται ασφαλώς οι ιδιοκτήτες που δεν έχουν να καλύψουν στεγαστικό δάνειο, αφού μόλις το 12,5% δαπανά άνω του 40% του διαθέσιμου εισοδήματος για την κάλυψη στεγαστικών εξόδων. Σύμφωνα με την ανάλυση της ΤτΕ, σε ό,τι αφορά την προσιτότητα της στέγης, τη χειρότερη εικόνα εμφανίζουν η Αττική, η Θεσσαλονίκη, η Κεντρική Μακεδονία, το Νότιο Αιγαίο και η Ηπειρος. Σε αυτές τις περιοχές, το στεγαστικό κόστος σε σχέση με το διαθέσιμο εισόδημα για κάθε νοικοκυριό είναι υψηλότερο συγκριτικά με άλλα σημεία της χώρας.

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT