Οικονομική ανάπτυξη χωρίς επενδύσεις και ευημερία. Αυτή την ιδιαίτερα αντιφατική εικόνα παρουσιάζει η χώρα μας, σύμφωνα με την ενδιάμεση έκθεση για την ελληνική οικονομία 2025 που συνέταξε για λογαριασμό της ΓΣΕΕ το Ινστιτούτο Εργασίας της Συνομοσπονδίας.
Σε αυτήν περιγράφεται μια οικονομία που αναπτύσσεται μεν, αλλά η ευημερία, οι μισθοί και το βιοτικό επίπεδο των εργαζομένων μένουν καθηλωμένα σε σύγκριση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Ετσι, και παρά το γεγονός ότι οι ονομαστικοί μισθοί στην Ελλάδα έχουν αυξηθεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια, όταν προσαρμοστούν στο πραγματικό κόστος ζωής (μονάδες αγοραστικής δύναμης – PPS), φέρνουν τους Ελληνες εργαζομένους να λαμβάνουν σημαντικά χαμηλότερες αποδοχές όχι μόνο από τους Ευρωπαίους, αλλά ακόμη και από τους εργαζομένους σε χώρες των Βαλκανίων.
Αδύναμη παραγωγική βάση
Αυτή η απόκλιση μάλιστα δεν είναι τυχαία ή αποσπασματική, αλλά συνδέεται άμεσα με δομικά χαρακτηριστικά της ελληνικής οικονομίας και της αγοράς εργασίας: αδύναμη παραγωγική βάση και περιορισμένη βιομηχανική απασχόληση, ήτοι λιγότερες θέσεις υψηλής παραγωγικότητας και υψηλών αποδοχών, μεγάλη εξάρτηση από τον τριτογενή τομέα των υπηρεσιών με χαμηλές αποδοχές και κατανάλωση έναντι παραγωγικών επενδύσεων, με αποτέλεσμα το ΑΕΠ να αυξάνεται χωρίς να οδηγεί σε αύξηση της πραγματικής αγοραστικής δύναμης των μισθωτών. Στην ενδιάμεση έκθεση της ΓΣΕΕ για την ελληνική οικονομία που δόθηκε χθες στη δημοσιότητα, οι επιστημονικοί συνεργάτες των συνδικάτων δεν κρύβουν την ανησυχία τους επισημαίνοντας ότι «η Ελλάδα, εξαιτίας θεσμικών και αναπτυξιακών εμπλοκών που παρουσιάζει, υπολείπεται σημαντικά ακόμη και έναντι κρατών-μελών της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης και των Βαλκανίων σε μια σειρά από κρίσιμους δείκτες της αγοράς εργασίας και των συνθηκών διαβίωσης των εργαζομένων». Είναι χαρακτηριστικό πως σύμφωνα με το ΙΝΕ ΓΣΕΕ, το 2024 ο μέσος ετήσιος μισθός στη χώρα μας σε επίπεδο αγοραστικής δύναμης περιορίστηκε στις 21.486 μονάδες, ήτοι στο 59,1% του μέσου ευρωπαϊκού (36.382), όταν το 2019 βρισκόταν στο 61,2% (18.204 έναντι 29.738) και το 2009 στο 91,8%, ήτοι 22.107 έναντι 24.087 στην Ε.Ε.
Η εικόνα παραμένει εξίσου προβληματική αν σταθμίσουμε τις συνολικές αποδοχές των μισθωτών με τις ώρες εργασίας τους. Ειδικότερα, το μέσο ωρομίσθιο των Ελλήνων εργαζομένων σε όρους PPS ανερχόταν το 2024 σε 11,3, όταν στις χώρες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης ήταν 15,3, στα κράτη-μέλη των Βαλκανίων 18,1 και στις οικονομίες της περιφέρειας (Ισπανία, Ιταλία, Πορτογαλία) 20,4. Σημειώνεται ότι οι συνθήκες υποαμοιβής των μισθωτών στη χώρα μας σε σχέση με τις υπόλοιπες υπό εξέταση οικονομίες της Ε.Ε. είναι οριζόντιες, καλύπτοντας σχεδόν όλους τους τομείς οικονομικής δραστηριότητας. Ενδεικτικά, το 2024 στους κλάδους της βιομηχανίας (πλην κατασκευών) το μέσο ωρομίσθιο σε όρους PPS στην Ελλάδα διαμορφώθηκε σε 14,1, όταν στις χώρες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης ήταν 15,1, στα κράτη-μέλη των Βαλκανίων 15,2 και στις οικονομίες της περιφέρειας 21,4. Επίσης, το ίδιο έτος στις υπηρεσίες οι ωριαίες αποδοχές των μισθωτών στην Ελλάδα σε όρους PPS αντιστοιχούσαν μόλις στο 72% του αντίστοιχου μέσου επιπέδου των χωρών της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης, στο 56,5% των κρατών-μελών των Βαλκανίων και στο 54,4% των οικονομιών της περιφέρειας.
Παράλληλα, η ελληνική οικονομία εξακολουθεί να χαρακτηρίζεται από υψηλή εξάρτηση από την κατανάλωση και περιορισμένες επενδύσεις ως συνιστώσα του ΑΕΠ. Σύμφωνα με την έκθεση, η κατανάλωση των νοικοκυριών αντιστοιχούσε στο 67,7% του ΑΕΠ το 2024, έναντι 51,1% στην Ευρωπαϊκή Ενωση συνολικά. Παρά την αύξηση των επενδύσεων, αυτές παραμένουν σημαντικά χαμηλότερες από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, ενώ το εμπορικό έλλειμμα διευρύνεται, αποτυπώνοντας τη συνεχιζόμενη εξάρτηση από εισαγωγές, ειδικά σε προϊόντα τεχνολογίας. Αμεση επίπτωση στους μισθούς έχει και η έλλειψη ισχυρού μεταποιητικού πυλώνα.
Οι χαμηλές επιδόσεις που καταγράφει η Ελλάδα σε σχέση με άλλα κράτη-μέλη της Ε.Ε. όσον αφορά την εξέλιξη βασικών ποσοτικών και εισοδηματικών δεικτών αντικατοπτρίζονται και στο επίπεδο διαβίωσης πολιτών και εργαζομένων, παρά την επίσης βελτιωμένη εικόνα που παρουσιάζει η χώρα μας σε σχέση με το παρελθόν.
Ενδεικτικά, το ποσοστό των μισθωτών που διαβιούσαν σε συνθήκες υλικής και κοινωνικής στέρησης ήδη από το 2024 διαμορφώθηκε στο 21%, υπερβαίνοντας κατά 12,6 ποσοστιαίες μονάδες τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Μάλιστα, σε σχέση με τα κράτη-μέλη της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης το ποσοστό στη χώρα μας ήταν υψηλότερο κατά τουλάχιστον 16 ποσοστιαίες μονάδες. Το 18,5% των ατόμων σε νοικοκυριά με εξαρτώμενα παιδιά δήλωνε αδυναμία να διατηρήσει επαρκώς ζεστή την οικία του, έναντι μέσου ποσοστού 10,4% στα κράτη-μέλη της Βαλκανικής. Το 46,6% του πληθυσμού σε νοικοκυριά με εξαρτώμενα μέλη δηλώνει αδυναμία να ανταποκριθεί σε πάγιες πληρωμές, όπως ενοίκιο ή δόση δανείου, λογαριασμοί νερού, ηλεκτρικού ρεύματος, δόσεις πιστωτικών καρτών κ.ά. Το ποσοστό αυτό είναι υψηλότερο κατά 30 ποσοστιαίες μονάδες σε σύγκριση με το αντίστοιχο μέσο ποσοστό στα κράτη-μέλη της Βαλκανικής.
Τέλος, σύμφωνα με τη μελέτη, δυσβάσταχτο αποδεικνύεται το κόστος στέγασης, καθώς το ποσοστό δαπανών στέγασης στο διαθέσιμο εισόδημα έφθασε στο 35,5%, ενώ για μονοπρόσωπα νοικοκυριά υπερέβη το 51%. Για τετραμελή νοικοκυριά που αποτελούνται από δύο ενηλίκους με δύο εξαρτώμενα μέλη, η δαπάνη έφθασε στο 34,8% του διαθέσιμου εισοδήματος. Οι επιδόσεις αυτές είναι οι χειρότερες μεταξύ των κρατών-μελών της Ε.Ε.

