Τα ευαίσθητα νησιωτικά οικοσυστήματα είναι στην «πρώτη γραμμή» των συνεπειών της κλιματικής κρίσης στη χώρα μας, δεχόμενα πρώτα τις επιπτώσεις της. Ωστόσο, μέχρι σήμερα η πολιτεία απλώς «φορτώνει» τους δήμους με αρμοδιότητες για τη μείωση της τρωτότητας των νησιών, χωρίς ωστόσο να τους στηρίζει εμπράκτως ώστε να ανταποκριθούν στον ρόλο τους. Στο συμπέρασμα αυτό καταλήγει μελέτη του ΕΛΙΑΜΕΠ (Ελληνικό Ιδρυμα Ευρωπαϊκής και Εξωτερικής Πολιτικής), επισημαίνοντας παράλληλα ότι οι κρίσιμες αποφάσεις εξακολουθούν να λαμβάνονται κεντρικά, χωρίς συμμετοχή των τοπικών κοινωνιών.
Η μελέτη παρουσιάστηκε προχθές στην Ελληνοαμερικανική Ενωση, σε εκδήλωση με θέμα «Κλιματική ανθεκτικότητα στα νησιά και τοπική αυτοδιοίκηση». «Τα νησιά είναι περισσότερο εκτεθειμένα στους κλιματικούς κινδύνους, λόγω της μικρής τους κλίμακας, της γεωγραφικής απομόνωσης, της έντονης τουριστικής πίεσης, της ανεξέλεγκτης δόμησης, της εξάντλησης των φυσικών πόρων και της έλλειψης κρίσιμων υποδομών», ανέφερε η Εμμανουέλα Δούση, καθηγήτρια Διεθνών Θεσμών στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και επικεφαλής στο πρόγραμμα Κλίμα και Βιώσιμη Ανάπτυξη του ΕΛΙΑΜΕΠ, η οποία συντόνισε την έρευνα για τα νησιά. «Ο ρόλος των τοπικών αρχών στη διαμόρφωση και υλοποίηση πολιτικών για την ανθεκτικότητα είναι κρίσιμος. Οι δήμοι διαχειρίζονται άμεσα συνδεδεμένους τομείς πολιτικής, όπως η διαχείριση των πλημμυρικών κινδύνων, η συντήρηση των υποδομών, η πρόληψη της περιβαλλοντικής υποβάθμισης, η αντιμετώπιση ακραίων φαινομένων. Ωστόσο, η μελέτη αναδεικνύει ότι υπάρχει απόκλιση ανάμεσα στο θεσμικό πλαίσιο που προωθεί μια πολυεπίπεδη διακυβέρνηση και μια διοικητική πραγματικότητα στην οποία η συμμετοχή των δήμων στον σχεδιασμό και στη διαμόρφωση πολιτικών παραμένει περιορισμένη. Παρότι οι δήμοι έχουν επιφορτιστεί με κρίσιμες αρμοδιότητες για τη διαχείριση της κλιματικής αλλαγής, η μεταβίβαση αρμοδιοτήτων δεν συνοδεύεται από αντίστοιχη μεταφορά πόρων, τεχνική υποστήριξη και διοικητική ενδυνάμωση».
Οπως επισημαίνει η μελέτη, ιδίως οι μικροί νησιωτικοί δήμοι βρίσκονται αντιμέτωποι με διαρκή αναπαραγωγή ενός φαύλου κύκλου, λόγω αυτού του συνδυασμού των δομικών ιδιαιτεροτήτων τους (που συνδέονται με τη νησιωτικότητα), των υψηλών κλιματικών κινδύνων και των περιορισμένων διοικητικών και οικονομικών δυνατοτήτων. Παράλληλα, το έλλειμμα συμμετοχικής διακυβέρνησης (η οποία στη χώρα μας εξαντλείται στις επιβαλλόμενες από τον νόμο διαβουλεύσεις έργων και σχεδίων) ουσιαστικά υπονομεύει τις πολιτικές για την κλιματική ανθεκτικότητα. «Παραδείγματα όπως τα Εδαφικά Σχέδια Δίκαιης Μετάβασης (ΕΣΔΙΜ) και ο σχεδιασμός των υπεράκτιων αιολικών πάρκων καταδεικνύουν ότι η τοπική αυτοδιοίκηση και οι τοπικές κοινωνίες συχνά εμπλέκονται εκ των υστέρων, χωρίς ουσιαστική δυνατότητα συνδιαμόρφωσης, καταστάσεις που αντιβαίνουν στις αρχές ανοικτής διακυβέρνησης», αναφέρει η μελέτη. «Ως αποτέλεσμα, πολιτικές που θα μπορούσαν να λειτουργήσουν ως μοχλοί τοπικής ανθεκτικότητας και ενεργειακής αυτονομίας αντιμετωπίζονται με δυσπιστία και κοινωνικές αντιδράσεις». Περαιτέρω, οι δήμοι συχνά καλούνται να συμμετέχουν σε διαδικασίες διαβούλευσης και σχεδιασμού πολιτικών χωρίς ουσιαστική δυνατότητα διαμόρφωσης των βασικών επιλογών, οι οποίες παραμένουν σε μεγάλο βαθμό προκαθορισμένες από την κεντρική διοίκηση.
«Η μεταβίβαση αρμοδιοτήτων δεν συνοδεύεται από αντίστοιχη μεταφορά πόρων, τεχνική υποστήριξη και διοικητική ενδυνάμωση», ανέφερε η Εμμανουέλα Δούση, καθηγήτρια ΕΚΠΑ.
Η μελέτη του ΕΛΙΑΜΕΠ καταλήγει σε επτά προτάσεις για την ενίσχυση της ικανότητας των νησιωτικών δήμων να συμβάλουν στην κλιματική ανθεκτικότητα των τοπικών κοινωνιών. Ανάμεσα σε άλλα προτείνεται η δημιουργία μηχανισμών τακτικού ελέγχου και αξιολόγησης των δήμων όχι μόνον ως προς την τυπική ολοκλήρωση σχεδίων, αλλά και ως προς την εφαρμογή τους. Επίσης προτείνεται η συστηματική ενσωμάτωση κριτηρίων ανθεκτικότητας σε υφιστάμενα εργαλεία τοπικού σχεδιασμού (π.χ. τεχνικά προγράμματα δήμων, σχέδια βιώσιμης αστικής κινητικότητας, τοπικά σχέδια διαχείρισης υδάτων), με προσαρμογή των εργαλείων αυτών στις ιδιαιτερότητες της νησιωτικότητας και της εποχικότητας.
Οσον αφορά στις διοικητικές αδυναμίες των δήμων, προτείνεται η δημιουργία μόνιμων μηχανισμών τεχνικής υποστήριξης, ιδίως στους μικρούς νησιωτικούς δήμους, μέσω περιφερειακών ή εθνικών δομών (π.χ. κόμβοι τεχνικής βοήθειας για τον μετριασμό, την προσαρμογή και την ανθεκτικότητα). Παράλληλα, χρήσιμη θα ήταν η ανάπτυξη μηχανισμών συνεργασίας μεταξύ δήμων. Εκείνοι που έχουν αναπτύξει εργαλεία συμμετοχικής διακυβέρνησης, ενεργειακές κοινότητες ή ολοκληρωμένες παρεμβάσεις προσαρμογής μπορούν να λειτουργήσουν ως «μέντορες» για τους δήμους που έχουν περιορισμένη διοικητική επάρκεια, με ανταλλαγή τεχνογνωσίας, κοινά εργαστήρια (π.χ. νησιωτικά εργαστήρια ανθεκτικότητας), προσωρινή υποστήριξη στελεχών, καθώς και από κοινού ανάπτυξη πιλοτικών δράσεων.
Ελλειψη σχεδιασμού
«Ενα μήνυμα που αναδεικνύει η μελέτη είναι ότι παρά τη σταδιακή ενσωμάτωση της κλιματικής ανθεκτικότητας στον δημόσιο λόγο, στην πράξη δεν υφίσταται ακόμη ένα συνεκτικό πλαίσιο στρατηγικού σχεδιασμού, ιδίως σε τοπικό και νησιωτικό επίπεδο», ανέφερε η κ. Δούση. «Συχνά η κλιματική ανθεκτικότητα αντιμετωπίζεται σαν παρεμπίπτον ζήτημα μέσα από επιμέρους τομεακές παρεμβάσεις, χωρίς σαφή ιεράρχηση και επιχειρησιακό συντονισμό. Η εμπειρία από καλές πρακτικές που αναλύονται μέσα στο κείμενο δείχνει ότι η κλιματική ανθεκτικότητα χτίζεται μέσα από την τοπική καινοτομία, τη συμμετοχή των πολιτών και την ευελιξία των δήμων να προσαρμόζουν λύσεις στις πραγματικές τοπικές ανάγκες. Είναι ένας οριζόντιος άξονας τοπικής πολιτικής και όχι παρεμπίπτον αποτέλεσμα επιμέρους τομεακών παρεμβάσεων». Τη μελέτη υπογράφουν οι ερευνητές του ΕΛΙΑΜΕΠ Οθωνας Καμινάρης, Αρτεμις Ανδρώνη και Ιφιγένεια Τσακαλογιάννη.
