Ο Ντόναλντ Τραμπ δεν μπήκε στον πολιτικό στίβο για να κάνει την Κίνα σπουδαία ξανά. Αυτό, όμως, μοιάζει να συμβαίνει σύμφωνα με την τελευταία σφυγμομέτρηση του ινστιτούτου ECFR (Ευρωπαϊκό Συμβούλιο για τις Διεθνείς Σχέσεις).
Εναν χρόνο μετά την επάνοδο του Τραμπ στον Λευκό Οίκο, πολλοί πιστεύουν ότι η Κίνα ετοιμάζεται να γίνει ακόμη ισχυρότερη. Ακόμη και πριν από την επέμβαση του Τραμπ στη Βενεζουέλα, η επιθετική πολιτική του με επίκεντρο την «Αμερική πάνω απ’ όλα» οδηγεί τους πολίτες στην αγκαλιά της Κίνας.
Παράδοξο είναι το γεγονός ότι την ώρα που ο Τραμπ απαρνείται τη φιλελεύθερη παγκόσμια τάξη, νομιμοποιεί με τη στάση του αυτή την προσέγγιση πολλών κρατών στο Πεκίνο, καθώς η συμμετοχή στο δίκτυο συμμαχιών υπό τις ΗΠΑ δεν είναι πια επιβεβλημένη.
Στο μεταξύ, η «Δύση» μοιάζει πια εξουθενωμένη και ανίσχυρη για το προσεχές μέλλον. Οι παραδοσιακοί εχθροί των ΗΠΑ φοβούνται πλέον λιγότερο, ενώ οι σύμμαχοι ανησυχούν μήπως πέσουν θύματα της αμερικανικής επιθετικότητας.
Οι Ρώσοι θεωρούν σήμερα την Ε.Ε. σημαντικότερο εχθρό από ό,τι τις ΗΠΑ, ενώ οι Ουκρανοί «κοιτούν» περισσότερο προς τις Βρυξέλλες για βοήθεια, παρά προς την Ουάσιγκτον.
Η διάσπαση αυτή της Δύσης είναι περισσότερο εμφανής στην Ευρώπη και στις απόψεις ξένων πολιτών για την ήπειρο. Οι Ρώσοι θεωρούν σήμερα την Ε.Ε. σημαντικότερο εχθρό από ό,τι τις ΗΠΑ, οι Ουκρανοί κοιτούν περισσότερο προς τις Βρυξέλλες για βοήθεια, παρά προς την Ουάσιγκτον.
Οι περισσότεροι Ευρωπαίοι δεν αντιμετωπίζουν πια τις ΗΠΑ ως αξιόπιστο σύμμαχο και είναι πρόθυμοι να εξοπλιστούν και πάλι. Αυτά διαπιστώνει η δημοσκόπηση μεταξύ 25.949 πολιτών σε 21 χώρες που διεξήχθη τον Νοέμβριο του 2025, έναν χρόνο μετά τη θριαμβευτική νίκη του Τραμπ στις προεδρικές εκλογές.

Ο κόσμος μοιάζει να είναι πιο ανοικτός στην Κίνα –ή έστω να μη φοβάται πια το Πεκίνο–, μια εξέλιξη που είναι σύμφωνη με την επικρατούσα κινεζική ερμηνεία της παγκόσμιας γεωπολιτικής σκηνής.
Οπως επεσήμανε πέρυσι το ECFR, ο Σι Τζινπίνγκ και άλλοι πιστεύουν ότι ο κόσμος βιώνει «μεγάλες αλλαγές, όμοιες των οποίων δεν έχουμε δει εδώ και έναν αιώνα». Οι αλλαγές αυτές περιλαμβάνουν τη μετατόπιση ισχύος από τη Δύση στην Ανατολή. Η Κίνα διαχειρίζεται αυτή την πραγματικότητα –και την αμερικανική ηγεμονία– συνεργαζόμενη με άλλες χώρες για τον «εκδημοκρατισμό των διεθνών σχέσεων», προσφέροντας φωνή στις χώρες του Νότου.
Η Κίνα είναι σίγουρα ικανοποιημένη από μια παγκόσμια τάξη, όπου πολίτες αισθάνονται ότι οι χώρες τους είναι πιο ελεύθερες από κάθε άλλη φορά να επιλέγουν τους φίλους τους.
Για τους Ευρωπαίους ηγέτες, όμως, το ερώτημα είναι πώς να επιβιώσουν σε έναν πραγματικά πολυπολικό κόσμο, τον οποίο πάντα επεδίωκαν, αλλά δεν φαντάζονταν να αναπτύσσεται έτσι. Την ίδια στιγμή οι Ευρωπαίοι ηγέτες ανησυχούν ότι η επέμβαση στη Βενεζουέλα θα μπορούσε να ενθαρρύνει τη Ρωσία και την Κίνα στη δημιουργία δικών τους σφαιρών επιρροής.
MCGA αντί για MAGA
Η έρευνα του ινστιτούτου ECFR αποκαλύπτει ότι οι πρωτοβουλίες της Ουάσιγκτον, πάλαι ποτέ στενότερου συμμάχου της Ευρώπης, βοηθούν η «Κίνα να γίνει σπουδαία ξανά», εισάγοντας τον πραγματικό πολυπολικό κόσμο.
Η επέμβαση Τραμπ στη Βενεζουέλα σηματοδοτεί την απόφασή του ότι είναι καλύτερο μια υπερδύναμη να προκαλεί τον φόβο παρά τον σεβασμό. Οι Ευρωπαίοι συνειδητοποιούν τώρα ότι ακόμη και ένας στενός σύμμαχος των ΗΠΑ, όπως η Δανία, μπορεί να δεχθεί απειλές και εκβιασμούς προκειμένου να παραχωρήσει εδάφη της, όπως η Γροιλανδία.

Το 2026 η Ευρώπη μπορεί να βρεθεί πιεσμένη ή να αγνοηθεί σε έναν τόσο ρευστό κόσμο, παρότι η μεικτή εικόνα για την ευρωπαϊκή ισχύ ενισχύει τις ελπίδες. Τα δεδομένα της έρευνας δείχνουν άλλωστε ότι οι Ευρωπαίοι διακατέχονται από αίσθημα επείγουσας απειλής, που συνδυάζεται με βαθιά αβεβαιότητα για τον τρόπο διαχείρισης της ανερχόμενης και κυρίαρχης πλέον Κίνας.
Η πολιτική ηγεσία της Ευρώπης πρέπει να σταματήσει να αναρωτιέται αν οι πολίτες της ηπείρου συνειδητοποιούν τη ριζοσπαστική φύση των σημερινών γεωπολιτικών αλλαγών. Οι πολίτες, όπως δείχνει η έρευνα, έχουν απόλυτη συνείδηση των αλλαγών αυτών. Το κρίσιμο ερώτημα για τις ηγεσίες και τους ψηφοφόρους είναι τι μορφή πρέπει να έχει η Ευρώπη το 2030, εάν επιθυμεί να αναδείξει την ισχύ της σε κάθε διάσταση: στρατιωτική, οικονομική, πολιτιστική και πολιτική. Το ευρωπαϊκό κοινό μοιάζει καλά προετοιμασμένο για το μήνυμα που πρόσφατα έστειλε ο καγκελάριος της Γερμανίας Φρίντριχ Μερτς, ότι η «Pax Americana» έληξε.
Η διαφορά με την έρευνα του 2023 είναι εντυπωσιακή, καθώς είχε διεξαχθεί σε περίοδο διατλαντικής συσπείρωσης με αφορμή την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία. Παρά την επιβεβλημένη για γεωστρατηγικούς λόγους κολακεία προς τον απύθμενο ναρκισσισμό του Τραμπ, μεγαλύτερη ειλικρίνεια είναι απαραίτητη από την ευρωπαϊκή ηγεσία σ’ αυτόν τον «μετα-Δυτικό» κόσμο της κινεζικής ηγεμονίας, προκειμένου να εκπονηθεί αποτελεσματική ευρωπαϊκή στρατηγική.
Σε περίοδο όπου η ακραία αισιοδοξία και απαισιοδοξία είναι εξίσου αντιπαραγωγικές, οι Ευρωπαίοι ηγέτες οφείλουν να είναι την ίδια στιγμή ρεαλιστές και τολμηροί. Σε μια εποχή πρωτοφανών αλλαγών, θα πρέπει να βρουν νέους τρόπους όχι μόνο να διαχειριστούν τον πολυπολικό κόσμο, αλλά να γίνουν ένας από τους πόλους του κόσμου αυτού. Αλλιώς θα εξαφανιστούν, όπως έγινε και με άλλες μεγάλες δυνάμεις.
Μπορεί από μόνη της η Ευρώπη να διασφαλίσει ασφαλές, ελεύθερο και ευήμερο μέλλον για την Ουκρανία; Πώς μπορεί η Ευρώπη να αποφύγει «βρώμικη» ειρήνη, χωρίς να αντιμετωπίσει κατηγορίες από τους πολίτες της για παρεμπόδιση της ειρηνευτικής διαδικασίας; Μπορεί μια πολιτικά κατακερματισμένη ήπειρος να αναπτύξει αποτελεσματικό συντονισμό, ενιαία ισχύ και πολιτική βούληση για να υψώσει το στρατιωτικό της ανάστημα στη Ρωσία, το οικονομικό της στην Κίνα και το πολιτικό της στις ΗΠΑ (εξασφαλίζοντας την άμυνα της Γροιλανδίας); Ή μήπως θα έπρεπε η Ευρώπη να ασπασθεί τον «νεο-Αψβουργιανό» ρεαλισμό, φιλοδοξώντας απλά να επιβιώσει της παρούσας συγκυρίας, όντας ιδιαίτερα ευάλωτη; Πόσο ρεαλιστικό θα ήταν η Ε.Ε. να αναζητήσει στενότερη σχέση με την Κίνα, προκειμένου να αντισταθμίσει την κρίση στις σχέσεις της με τις ΗΠΑ; Υπάρχει ελπίδα για δημιουργία «νέας Δύσης» με ομονοούσες δυνάμεις, όπως ο Καναδάς, η Αυστραλία και η Ιαπωνία; Αυτά είναι τα ερωτήματα που καλούνται να απαντήσουν επειγόντως οι Ευρωπαίοι το 2026.
* Ο κ. Τίμοθι Γκάρτον Ας είναι ομότιμος καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης.
Ο κ. Ιβάν Κράστεφ είναι πρόεδρος του Center for Liberal Studies.
Ο κ. Μαρκ Λέοναρντ είναι πρόεδρος του ECFR.
