«Γιατί να αφήσουμε το δικό μας έδαφος για να πατήσουμε σε ξένο;». Η φράση αποδίδεται στην αποχαιρετιστήρια ομιλία του Τζορτζ Ουάσιγκτον το 1793 και είναι απολύτως αντιπροσωπευτική της ρητορικής που συνοδεύει την εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ στη δεύτερη θητεία Τραμπ. Στην πράξη, όμως, η παρεμβατικότητα της Ουάσιγκτον διαψεύδει τη θεωρία της. Οι ΗΠΑ έχουν επέμβει σε επτά περιοχές του πλανήτη μέχρι στιγμής.
Με οδηγό την απαίτηση του εκλογικού σώματος που διασφάλισε την επανεκλογή Τραμπ, η νέα Εθνική Στρατηγική Ασφάλειας (NSS) της Ουάσιγκτον σηματοδοτεί ουσιαστικά την επιστροφή των ΗΠΑ στο παρελθόν, επαναφέροντας το προστατευτικό και αντιμεταναστευτικό εγχειρίδιο που είχαν υιοθετήσει οι Ηνωμένες Πολιτείες την περίοδο πριν από την εμπλοκή τους στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Για την ακρίβεια, υποστηρίζει ρητά την αναβίωση του Δόγματος Μονρόε, το οποίο είχε ήδη διατυπωθεί το 1823 ως περιγραφή της επιδίωξης των ΗΠΑ να ηγεμονεύσουν σε ένα ημισφαίριο «απαλλαγμένο από εχθρικές ξένες εισβολές ή ιδιοκτησίες βασικών περιουσιακών στοιχείων».
Γεωπολιτικοί αναλυτές στις ΗΠΑ διαβλέπουν ότι η πλατφόρμα πολιτικής του Ντόναλντ Τραμπ και της βάσης του MAGA παραπέμπει σε ένα δόγμα νεοαπομονωτισμού, το οποίο όμως δεν συνάδει με την ασκούμενη πολιτική στο πεδίο. Αμερικανικές δυνάμεις παραμένουν σε θέσεις στην Ασία, στην Ευρώπη και στη Μέση Ανατολή.
Στη δεύτερη θητεία Τραμπ, οι ΗΠΑ έχουν βομβαρδίσει το Ιράν, το Ιράκ, τη Νιγηρία, τη Σομαλία, τη Συρία και την Υεμένη. Επιπλέον, υπό την επίκληση του πολέμου κατά του εμπορίου ναρκωτικών, έχουν επιτεθεί σε σκάφη στην Καραϊβική και στον Ειρηνικό. Αλλωστε, οι αμερικανικές δυνάμεις διενήργησαν θεαματική στρατιωτική επιχείρηση στη Βενεζουέλα, αιχμαλωτίζοντας το ζεύγος Μαδούρο.
Προειδοποιήσεις
Οι ΗΠΑ του Τραμπ έχουν εξαγγείλει ότι θα «τρέξουν» τη διακυβέρνηση της χώρας για όσο χρειαστεί και έχουν συγχρόνως προειδοποιήσει ότι η Κολομβία, η Κούβα, το Ιράν, το Μεξικό, ακόμη και η Γροιλανδία, θα μπορούσαν να αποτελέσουν επόμενους στόχους τους· εξάλλου, δεν έχουν κρύψει την επιθυμία τους να προσαρτήσουν τον Καναδά και να ελέγξουν τον Παναμά. Από τον νεοαπομονωτισμό στον νεοϊμπεριαλισμό, με άλλα λόγια.
«Μια επιστροφή στην ημισφαιρική απομόνωση μπορεί να φαίνεται ελκυστική, αλλά οι καιροί έχουν αλλάξει, και δεν υπάρχει επιστροφή στο παρελθόν. Η κατοχή της Κούβας, του Πουέρτο Ρίκο και των Φιλιππίνων από τις ΗΠΑ μπορεί να ήταν σύμφωνη με την εποχή του 1898, αλλά η εποχή της αυτοκρατορίας έχει παρέλθει προ πολλού.
Ακόμη και αν η ημισφαιρική απομόνωση παρείχε στις Ηνωμένες Πολιτείες ένα μέτρο στρατηγικής ασυλίας τον 19ο αιώνα, σήμερα η γεωγραφική απομόνωση προσφέρει λίγη προστασία απέναντι σε βαλλιστικούς πυραύλους, κυβερνοεπιθέσεις ή την κλιματική αλλαγή», τονίζει με άρθρο στο Foreign Affairs ο Τσαρλς Κάπτσαν, ανώτερος συνεργάτης στο Συμβούλιο Εξωτερικών Σχέσεων – CFR, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Georgetown, φωτίζοντας το υπόβαθρο της απόστασης μεταξύ θεωρίας και πράξης στην εξωτερική πολιτική της κυβέρνησης Τραμπ: «Ο κόσμος έχει γίνει υπερβολικά παγκοσμιοποιημένος και αλληλεξαρτώμενος. Μια μεγάλη στρατηγική που μπορεί να ήταν κατάλληλη για αυτόν τον σκοπό τον 19ο αιώνα, δεν θα λειτουργήσει στον 21ο αιώνα. Ο Τραμπ μπορεί να θέλει να αποσυρθεί από τον κόσμο, αλλά ο κόσμος δεν θα τον αφήσει. Εχει καταφύγει έτσι στο να αμφιταλαντεύεται ανάμεσα στον ρόλο του μεγάλου ειρηνοποιού και σε αυτόν του επιτιθέμενου. Εξ ου και η ασυνέπεια, η ασταθής φύση τελικά, του ρεύματος “Πρώτα η Αμερική”».
“]
Ως αποτέλεσμα, ο Αμερικανός πρόεδρος δεν σημειώνει ιδιαίτερη πρόοδο στην αποδέσμευση των ΗΠΑ από τις εκτός συνόρων ανειλημμένες υποχρεώσεις τους. Ενδεικτικά, η NSS καλεί την Ευρώπη να αναλάβει την κύρια ευθύνη για την άμυνά της, χωρίς όμως να αφήνει χώρο για την έκθεσή της στην επιρροή αντίπαλων δυνάμεων.
Περίπου 80.000 αμερικανικά στρατεύματα παραμένουν στην Ευρώπη και, για την ώρα, δεν διαφαίνεται κίνδυνος αποχώρησης των Ηνωμένων Πολιτειών από το ΝΑΤΟ.
Αντίστοιχα, στη Μέση Ανατολή, η NSS ξεκαθαρίζει ότι «η Αμερική θα έχει πάντα βασικό συμφέρον να διασφαλίζει ότι οι ενεργειακές προμήθειες του Κόλπου δεν θα πέσουν στα χέρια ενός άμεσου εχθρού, ότι τα Στενά του Ορμούζ θα παραμείνουν ανοιχτά, ότι η Ερυθρά Θάλασσα θα παραμείνει πλεύσιμη, ότι η περιοχή δεν θα είναι φυτώριο ή εξαγωγέας τρομοκρατίας εναντίον των αμερικανικών συμφερόντων ή της αμερικανικής πατρίδας, και ότι το Ισραήλ θα παραμείνει ασφαλές». Κατ’ επέκταση, οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν θα κλείσουν –για παράδειγμα– τις βάσεις τους σε σημεία όπως το Κατάρ ή το Μπαχρέιν.
Νέα στρατηγική
Η υπερπαγκοσμιοποίηση και οι παρενέργειες που είχε για την εργατική και μεσαία τάξη των ΗΠΑ ήταν το καύσιμο της κοινωνικής δυσαρέσκειας την οποία καρπώθηκαν ο Ντόναλντ Τραμπ και το MAGA. Το ακόμη μεγαλύτερο πρόβλημα, για αναλυτές όπως ο Κάπτσαν, είναι ότι ο Αμερικανός πρόεδρος έχει υπεραντιδράσει, δημιουργώντας μεγαλύτερα προβλήματα από αυτά που υποσχέθηκε να λύσει: «Η ανήθικη καταστολή της μετανάστευσης διαταράσσει τις αγορές εργασίας, την ώρα που οι δασμοί του επιδεινώνουν την οικονομική ανασφάλεια για τις εργαζόμενες οικογένειες. Δεν αποτελεί έκπληξη το γεγονός ότι η πολιτική υποστήριξη στον Τραμπ μειώνεται κατακόρυφα. Οι Ηνωμένες Πολιτείες χρειάζονται μια νέα μεγάλη στρατηγική, κατάλληλη για τον σκοπό της στον 21ο αιώνα. Δεν είμαστε ακόμη εκεί».

