Η στρατηγική αυτονομία της Ευρώπης στην άμυνα θα εξαντλείται στη στήριξη της Ουκρανίας, δεδομένου ότι η Ε.Ε. δεν καταφέρνει να υπερβεί τις αποκλίσεις ανάμεσα στα κράτη-μέλη της, οι οποίες αποτρέπουν τη θεσμική ολοκλήρωση ακόμη και στον νευραλγικό τομέα της ασφάλειας. Είναι η εκτίμηση που κερδίζει έδαφος ένα χρόνο μετά την εκλογή Τραμπ, η οποία ανέτρεψε τις σταθερές που κυριάρχησαν μεταπολεμικά στη διατλαντική συμμαχία. «Οταν μια άμεση εξωτερική στρατιωτική απειλή (σ.σ. η Ρωσία) εναντίον ενός σημαντικού αριθμού χωρών της Ε.Ε. δεν είναι ικανή να υποχρεώσει όλα τα κράτη-μέλη της να συγκεντρώσουν πρόσθετη κυριαρχία και να εμβαθύνουν την Ενωση θεσμικά, τότε το μεγάλο πείραμα της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης μπορεί να σταματήσει σε ένα σημείο όπου η δημοσιονομική κυριαρχία θα παραμένει κατανεμημένη και μεγάλο μέρος της νομοθέτησης θα παραμένει στα κράτη-μέλη», σχολιάζει ο ανώτερος συνεργάτης του Bruegel Γιάκομπ Κίρκεγκαρντ, σε έκθεση για την ευρωπαϊκή δεξαμενή σκέψης, συμπεραίνοντας ότι η Ε.Ε. δεν θα παρέχει τη χρηματοδότηση για τον δικό της επανεξοπλισμό με οποιαδήποτε ουσιαστική έννοια, πέρα από την αυξανόμενη εμπλοκή της στην Ουκρανία.
«Τα ευρωομόλογα σημαίνουν ότι όσοι κάνουν το “μάθημα στο σπίτι” πληρώνουν για όσους δεν το κάνουν», είχε πει κάποια στιγμή ο υπουργός Αμυνας της Γερμανίας, Μπόρις Πιστόριους, παρότι ανήκει στους Ευρωπαίους οι οποίοι έχουν προειδοποιήσει με τους πλέον δραματικούς τόνους για τη ρωσική απειλή σε όρους ευρωπαϊκής ασφάλειας. Είναι ένα παράδειγμα των θεσμικών υπερβάσεων που ακόμη και σήμερα δεν έχουν εγκαθιδρυθεί στην Ε.Ε. Στην πράξη, η απουσία της απαραίτητης πολιτικής ολοκλήρωσης δεν επιτρέπει στις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αναπτυχθούν σε μεγάλη οικονομική κλίμακα ώστε να παραγάγουν πραγματικά αποτελέσματα για την κοινή άμυνα της Ευρώπης, μέσα από ενοποιημένες και τουλάχιστον συντονισμένες αποφάσεις των κρατών-μελών σε τομείς όπως οι αμυντικές προμήθειες.
Με βάση τα σημερινά δεδομένα, ως το καλύτερο δυνατό σενάριο προβάλλει ο σχηματισμός επιμέρους συνασπισμών στο εσωτερικό της Ε.Ε. Ομως, σε αυτήν την περίπτωση, το πιθανότερο είναι να εμφανιστούν πρωτοβουλίες από τα γνωστά υποσύνολα κυρίως των βόρειων χωρών της Ενωσης με τη μεγαλύτερη εγγύτητα στη Ρωσία, όπως ήδη συμβαίνει στο πλαίσιο των διμερών συμφωνιών στρατιωτικής βοήθειας με την Ουκρανία· μια τέτοια εξέλιξη δεν θα ισοδυναμεί με συλλογική δράση για τη χρηματοδότηση των αμυντικών δαπανών της Ε.Ε., ούτε θα αντικατοπτρίζει την έννοια της πανευρωπαϊκής πολιτικής αλληλεγγύης μπροστά στις ανατροπές που συνεπάγεται η αλλαγή του δόγματος ασφάλειας των ΗΠΑ.
Από αυτήν την άποψη, η επιμονή της Ουκρανίας να βάζει φρένο στον ρωσικό επεκτατισμό και η ευρωπαϊκή στήριξη στη στρατιωτική προσπάθεια της αμυνόμενης χώρας είναι αυτήν τη στιγμή το μοναδικό –ουσιαστικό– αποτρεπτικό μέσο στον βαθμό που η Ρωσία του Πούτιν συνιστά απειλή για την ίδια την ασφάλεια της Ευρώπης. Διότι, κατά τα άλλα, ο ρόλος της Ε.Ε. στο στρατιωτικοβιομηχανικό σύμπλεγμα παραμένει περιφερειακός. Αναλυτές στην Ευρώπη και στις ΗΠΑ ήδη διαβλέπουν μια χαμένη ευκαιρία για την Ενωση και τη μελλοντική προοπτική της: «Από τη στιγμή που δεν κάνει την υπέρβαση στην άμυνα, είναι μάλλον απίθανο να την κάνει σε άλλους τομείς». Μέρος του αφηγήματος είναι και η αδυναμία εξεύρεσης έξυπνων λύσεων για την αξιοποίηση των «παγωμένων» περιουσιακών στοιχείων της Ρωσίας, παρ’ όλα τα υπαρκτά –ομολογουμένως– νομικά ζητήματα προς αυτήν την κατεύθυνση.
Υπενθυμίζεται ότι την Παρασκευή οι ηγέτες της Ε.Ε. κατέληξαν πάντως σε συμφωνία για την παροχή δανείου ύψους 90 δισ. ευρώ στην Ουκρανία, ως έκτακτη συμβιβαστική λύση ανάμεσα στα κράτη-μέλη. Τρεις χώρες –η Ουγγαρία, η Σλοβακία και η Τσεχία– εξαιρέθηκαν, επομένως υπεύθυνα για το διετές άτοκο δάνειο στο Κίεβο θα είναι τα 24 από τα 27 μέλη της Ενωσης. Το δάνειο αντιστοιχεί περίπου στα 2/3 των 137 δισ. ευρώ που εκτιμάται ότι χρειάζεται η Ουκρανία για να καλύψει τις πολεμικές ανάγκες της το 2026 και το 2027. Η ευρωπαϊκή υποστήριξη «ενισχύει πραγματικά την ανθεκτικότητά μας», δήλωσε ο Ουκρανός πρόεδρος Ζελένσκι.

