Τι συμβαίνει στο έδαφος όταν τα δάση που το σκίαζαν καούν; Το έδαφος «φλέγεται» με υψηλότατες θερμοκρασίες, δείκτης μιας γενικότερης υπερθέρμανσης του μικροκλίματος της περιοχής. Το ενδιαφέρον αυτό συμπέρασμα καταδεικνύει η επεξεργασία δορυφορικών δεδομένων από την περιοχή που κάηκε πέρυσι στην Αττική, στη μεγάλη πυρκαγιά από τον Βαρνάβα μέχρι την Πεντέλη τον Αύγουστο του 2024, και δείχνει ότι στα καμένα το έδαφος ήταν μέχρι και 10 βαθμούς Κελσίου πιο θερμό απ’ ό,τι πριν από το πέρασμα της καταστροφικής πυρκαγιάς. Η σημασία αυτού του στοιχείου σε μια περιοχή σαν την Αττική, που τα δάση περιορίζονται διαχρονικά και αυξάνονται το τσιμέντο και οι δομημένες επιφάνειες, έχει ιδιαίτερη αξία.
Καθώς πλησιάζει η συμπλήρωση ενός έτους από τη μεγάλη περυσινή πυρκαγιά, που ξεκίνησε από τον Βαρνάβα και τον Μαραθώνα και έφτασε στην Πεντέλη, σκαρφαλώνοντας το βουνό και εισβάλλοντας σε συνοικίες της Αθήνας, καίγοντας συνολικά 90.000 στρέμματα, η μονάδα Meteo του Εθνικού Αστεροσκοπείου Αθηνών επιχείρησε να βρει τον αντίκτυπό της στο έδαφος. Για να το κάνει αυτό ανέλυσε δορυφορικά δεδομένα από δύο θερμές περιόδους: Στις 17 Ιουλίου 2024, πριν από την καταστροφική πυρκαγιά σε Βαρνάβα – Πεντέλη, και στις 26 Ιουνίου 2025, περίπου έντεκα μήνες μετά. Οπως σημειώνουν οι ερευνητές, η σύγκριση των θερμοκρασιών μεταξύ των δύο ημερομηνιών αποκαλύπτει διαφορές της τάξης των 1-2 βαθμών Κελσίου (°C) σε πολλές περιοχές, οι οποίες μπορούν να αποδοθούν σε φυσικές διακυμάνσεις των καιρικών συνθηκών.
Εξετάζοντας όμως ειδικά την περιοχή που επλήγη από τη μεγάλη πυρκαγιά του Αυγούστου 2024, φάνηκε πως εντός των ορίων της καμένης έκτασης, οι τιμές της θερμοκρασίας εδάφους τον Ιούνιο του 2025 εμφανίζονται αυξημένες έως και 10 °C σε σύγκριση με τις αντίστοιχες του Ιουλίου 2024, πριν από την πυρκαγιά. «Παρά την παρέλευση σημαντικού χρονικού διαστήματος, η απώλεια της βλάστησης εξακολουθεί να έχει ισχυρή επίδραση στην ενεργειακή ισορροπία της περιοχής, οδηγώντας σε σημαντική επιφανειακή θέρμανση», σημειώνουν οι ερευνητές του Μeteo Κώστας Λαγουβάρδος, Γιώργος Κύρος και Βασιλική Κοτρώνη. Οι μετρήσεις βεβαίως αφορούν τη θερμοκρασία επιφάνειας του εδάφους. Ωστόσο είναι εύλογο να αναμένει κανείς αντίστοιχες –έστω και μικρότερης έντασης– διαφορές και στη θερμοκρασία του αέρα κοντά στην επιφάνεια.
Ενα χρόνο μετά, η απώλεια της βλάστησης έχει ισχυρή επίδραση στην ενεργειακή ισορροπία της περιοχής, σημειώνουν οι ερευνητές του Μeteo Κώστας Λαγουβάρδος, Γιώργος Κύρος και Βασιλική Κοτρώνη.
«Ως βασικό κρατούμε πως τα δορυφορικά δεδομένα επιβεβαιώνουν ότι η καταστροφή της δασικής βλάστησης λόγω πυρκαγιάς συνεπάγεται σημαντική αύξηση της θερμοκρασίας του εδάφους, με πιθανές αρνητικές επιπτώσεις στο μικροκλίμα, στο ευρύτερο περιβάλλον και στη γενικότερη οικολογική ισορροπία της περιοχής», λέει στην «Κ» ο Κώστας Λαγουβάρδος, διευθυντής ερευνών στο Αστεροσκοπείο Αθηνών και επιστημονικός υπεύθυνος του meteo.gr.

Βασικό εργαλείο των ερευνητών ήταν τα δορυφορικά δεδομένα υψηλής ανάλυσης, όπως αυτά που παρέχει ο δορυφόρος Landsat-9, τα οποία προσφέρουν τη δυνατότητα λεπτομερούς καταγραφής της θερμοκρασίας επιφάνειας του εδάφους. Αυτά τα δεδομένα αποτελούν πολύτιμο εργαλείο για την κατανόηση των επιπτώσεων φυσικών καταστροφών, όπως οι δασικές πυρκαγιές, στο μικροκλίμα μιας περιοχής.
Αλλεπάλληλες φωτιές
Η επιστημονική εκτίμηση για τη μεγάλη υπερθέρμανση του εδάφους στις καμένες περιοχές έχει ιδιαίτερη αξία στην Αττική, όπου τα προηγούμενα οκτώ χρόνια, από το 2017 έως το 2024, έχει καεί το 37% των δασικών εκτάσεων της περιφέρειας. Σύμφωνα με υπολογισμό του Meteo.gr από το 2017 μέχρι και τις 13 Αυγούστου 2024, 13 μεγάλες πυρκαγιές έκαψαν περίπου 700.000 στρέμματα, όπως προκύπτει από τις αναφορές της Υπηρεσίας Ταχείας Χαρτογράφησης Copernicus και το Ευρωπαϊκό Παρατηρητήριο για Δασικές Πυρκαγιές (EFFIS). Από αυτά, τα 450.000 στρέμματα είναι δασικά, άρα έχει καεί το 37% της συνολικής επιφάνειας του 1.230.000 στρεμμάτων της Αττικής. Λαμβάνοντας υπόψη ότι πολλά από τα δάση αυτά είναι περιαστικά, δηλαδή προσφέρουν άμεσα υπηρεσίες δροσισμού και καθαρισμού του αέρα στις κοντινές περιοχές, καταλαβαίνουμε το βαρύ αποτύπωμα στην ποιότητα ζωής στο λεκανοπέδιο. Επίσης, σε αρκετά σημεία, με πιο χαρακτηριστικό την Πεντέλη, οι φωτιές είναι αλλεπάλληλες, πράγμα που σημαίνει ότι αφαιρείται η δυνατότητα φυσικής αναγέννησης του δάσους, ενώ ειδικά στην Αττική υπάρχει μεγάλη πίεση στις δασικές περιοχές προς όφελος οικιστικών και άλλων δομημένων εκτάσεων.
