Η παχυσαρκία αποτελεί σήμερα μία από τις σημαντικότερες προκλήσεις δημόσιας υγείας παγκοσμίως, με αυξανόμενη επίπτωση τόσο στους ενήλικες όσο και στα παιδιά. Δεν πρόκειται απλώς για ζήτημα σωματικού βάρους, αλλά για μια χρόνια, πολυπαραγοντική νόσο που συνδέεται άμεσα με αυξημένη νοσηρότητα, θνησιμότητα και σημαντική επιβάρυνση των συστημάτων υγείας. Τα τελευταία χρόνια, η επιστημονική κοινότητα έχει απομακρυνθεί από απλουστευτικές προσεγγίσεις και έχει αναδείξει την ανάγκη για μια ολιστική, τεκμηριωμένη και εξατομικευμένη αντιμετώπιση.
Η κατανόηση των αιτιολογικών παραγόντων της παχυσαρκίας, των επιπτώσεών της στην υγεία και των σύγχρονων θεραπευτικών επιλογών είναι καθοριστική για την αποτελεσματική πρόληψη και διαχείρισή της. Σε μια περίοδο όπου η πρόοδος της ιατρικής και της διατροφικής επιστήμης προσφέρει νέα, ασφαλέστερα και πιο αποτελεσματικά εργαλεία —από δομημένες παρεμβάσεις τρόπου ζωής έως και καινοτόμες φαρμακευτικές θεραπείες— η ενημέρωση του κοινού αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Η παχυσαρκία δεν μπορεί πλέον να αντιμετωπίζεται μέσα από το πρίσμα της ατομικής ευθύνης ή του κοινωνικού στίγματος, αλλά ως ένα σύνθετο ιατρικό και κοινωνικό φαινόμενο που απαιτεί γνώση, ενσυναίσθηση και συστηματική φροντίδα.
Τι ορίζεται ως παχυσαρκία;
Η παχυσαρκία ορίζεται ως η αύξηση του λιπώδους ιστού που συνοδεύεται από αύξηση του σωματικού βάρους κατά περισσότερο από 20% σε σχέση με το ιδανικό για ένα άτομο. Στην κλινική πράξη χρησιμοποιούνται δείκτες όπως ο ΔΜΣ και η περιφέρεια μέσης, ενώ η χρήση σύγχρονων μεθόδων όπως η BIA και η DEXA επιτρέπει ακριβέστερη καταγραφή της κατανομής του σωματικού λίπους. Η γνώση αυτή δεν είναι απλώς αριθμός· είναι εργαλείο για την καλύτερη φροντίδα της υγείας και της ποιότητας ζωής.
Ποιοι είναι οι παράγοντες που συμβάλουν στην παχυσαρκία;
Η παχυσαρκία είναι μια νόσος με πολλούς παράγοντες που συμβάλλουν σε αυτή, όπως είναι η γενετική προδιάθεση, το περιβάλλον, προβλήματα υγείας και φυσικά οι συμπεριφοριστικοί παράγοντες όπως είναι η διατροφή και η έλλειψη της φυσικής δραστηριότητας. Όλα τα παραπάνω έχουν μετατρέψει την παχυσαρκία σε μια σύχρονη επιδημία με τα ποσοστά στη χώρας μας να αυξάνονται με ραγδαίο ρυθμό τόσο στους ενήλικες όσο και στα παιδιά.
Παθολογικές καταστάσεις που συνδέονται με την παχυσαρκία
Η παχυσαρκία αποτελεί σημαντικό αλλά και ανεξάρτητο παράγοντα κινδύνου για διάφορες νοσολογικές οντότητες στους ενήλικες, όπως είναι η στεφανιαία νόσος, τα ισχαιμικά εγκεφαλικά επεισόδια, ο ΣΔ τύπου 2 (ο οποίος συναντάται πλέον και σε παιδιά λόγω παχυσαρκίας), το σύνδρομο υπνικής άπνοιας και άλλα αναπνευστικά προβλήματα. Από μεγάλες κλινικές μελέτες έχει αποδειχθεί η άμεση σχέση της παχυσαρκίας με χρόνια νοσήματα, όπως διάφορα μυοσκελετικά προβλήματα, χολολιθίαση, στεατοηπατίτιδα, ενδοκρινολογικές διαταραχές (όπως στείρωση, διαταραχές στην έμμηνο ρύση, αλλά και διαβήτη της κύησης). Επίσης, αυξάνει την προδιάθεση για συγκεκριμένες μορφές καρκίνου, όπως τον καρκίνο του παχέος εντέρου, του μαστού και του ενδομητρίου, κυρίως μετά την εμμηνόπαυση. Τέλος, η παχυσαρκία συνδέεται με ψυχοκοινωνικές προκλήσεις: κοινωνικό στίγμα, χαμηλή αυτοεκτίμηση και κατάθλιψη, επηρεάζοντας καθοριστικά την ποιότητα ζωής των ατόμων.
Αντιμετώπιση της παχυσαρκίας
Η υγειονοδιαιτητική παρέμβαση παραμένει ο θεμέλιος λίθος της θεραπευτικής προσέγγισης. Η μείωση της θερμιδικής πρόσληψης, ο δομημένος διαιτολογικός σχεδιασμός και η ένταξη 150 λεπτών εβδομαδιαίας φυσικής δραστηριότητας αποτελούν βασικές στρατηγικές. Η απώλεια 5–15% του αρχικού βάρους σε διάστημα περίπου 6 μηνών θεωρείται ρεαλιστική και επιστημονικά τεκμηριωμένη ως κλινικά ωφέλιμη. Ωστόσο, η εξατομίκευση είναι κρίσιμη: οι στόχοι πρέπει να προσαρμόζονται στις ανάγκες, στις συννοσηρότητες και στις δυνατότητες κάθε ασθενούς.
Φαρμακευτική αγωγή
Για πολλά χρόνια, οι διαθέσιμες φαρμακευτικές επιλογές για την παχυσαρκία εμφάνιζαν περιορισμένη αποτελεσματικότητα. Αυτό οδήγησε στη στενή εστίαση σε διαιτολογικές παρεμβάσεις ή, σε προχωρημένες περιπτώσεις, σε βαριατρικές/μεταβολικές χειρουργικές λύσεις, οι οποίες αν και αποτελεσματικές συνοδεύονταν από συγκεκριμένους κινδύνους. Σήμερα, όμως, το θεραπευτικό τοπίο έχει αλλάξει ριζικά. Τα νεότερα φάρμακα που αρχικά σχεδιάστηκαν για τη διαχείριση του σακχαρώδους διαβήτη —οι αγωνιστές των υποδοχέων GLP-1— έχουν φέρει μια πραγματική επανάσταση. Με πλειοτροπική δράση, ρυθμίζουν αποτελεσματικά τα επίπεδα γλυκόζης, επιβραδύνουν τη γαστρική κένωση και ενισχύουν το αίσθημα κορεσμού, διευκολύνοντας με ασφάλεια την απώλεια βάρους. Χορηγούνται ενέσιμα, σε εβδομαδιαία βάση, όπως η σεμαγλουτίδη στα 2,4 mg που έχει πάρει έγκριση για την παχυσαρκία τόσο για ενήλικες όσο και για εφήβους. Οι μεγάλες κλινικές μελέτες καταγράφουν απώλειες βάρους που προσεγγίζουν ακόμη και το 20% — ποσοστά συγκρίσιμα με αυτά των βαριατρικών επεμβάσεων. Παράλληλα, η φαρμακοθεραπεία μπορεί να ενισχύσει τη συμμόρφωση στη διατροφή, να βελτιώσει την ποιότητα ζωής και να μειώσει επιπλοκές που σχετίζονται με την παχυσαρκία. Η παρακολούθηση, ωστόσο, παραμένει απαραίτητη: εάν η ανταπόκριση δεν είναι επαρκής, η αγωγή πρέπει να επαναξιολογείται ή να διακόπτεται.
Τελικά πόσο ασφαλής είναι η φαρμακευτική αγωγή;
Οι GLP-1 αγωνιστές αποτελούν ασφαλή φαρμακευτική αγωγή σύμφωνα με τις σύχρονες κλινικές μελέτες, με τις ανεπιθύμητες ενέργειες να αφορούν κυρίως ήπιες γαστρεντερικές διαταραχές (π.χ ναυτία) σε μία μερίδα ασθενών που λαμβάνει τη θεραπεία. Ωστόσο οι παρενέργειες αυτές είναι δοσοεξαρτώμενες και στις περισσότερες περιπτώσεις εκλείπουν με την πάροδο του χρόνου.
Το μέλλον της φαρμακοθεραπείας
Το μέλλον της φαρμακοθεραπείας για την παχυσαρκία διαγράφεται ιδιαίτερα ελπιδοφόρο, με νέες καινοτόμες θεραπείες που αναμένεται να βελτιώσουν περαιτέρω την αποτελεσματικότητα και την προσβασιμότητα της αντιμετώπισης. Παρά τη σημαντική αυτή πρόοδο, η πρόληψη, η έγκαιρη διάγνωση και η συστηματική εκπαίδευση του πληθυσμού παραμένουν οι βασικοί πυλώνες της δημόσιας υγείας. Η παχυσαρκία απαιτεί μια συντονισμένη, επιστημονικά τεκμηριωμένη και αποστιγματοποιημένη προσέγγιση, με στόχο όχι μόνο τη μείωση του σωματικού βάρους, αλλά τη συνολική βελτίωση της υγείας και της ποιότητας ζωής.
Δρ. Οδύσσεια Κωνστάντουρα, Ενδοκρινολόγος – Διαβητολόγος

