Από μια στενή, ορθολογική άποψη πρόκειται για μια επαναλαμβανόμενη κηδεία. Η οποία, όμως, προσελκύει «οικείους και συγγενείς», εδώ και αιώνες, τέτοια ημέρα του χρόνου. Και παρότι αποτελεί την πιο πένθιμη, την πιο οδυνηρή κορύφωση ενός ήδη φοβερού δράματος, η Μεγάλη Παρασκευή δεν μπορεί να μη γίνει βίωμα από όσους τους αφορά. Από την αρχαιότητα, έτσι συμβαίνει με τους αγαπημένους νεκρούς· προ ετών, σε ένα μικρό χωριό της Πίνδου, όταν έγινε γνωστό στους χωριανούς, λίγο πριν από την Ακολουθία του Επιταφίου, ότι ο ιερέας της περιοχής δεν θα ξεμπέρδευε εγκαίρως από τις γύρω εκκλησίες, εκείνοι αποφάσισαν να τελέσουν την περιφορά μόνοι τους. «Να αφήσουμε τον Χριστό άταφο;», είχε αναρωτηθεί ένας από αυτούς, όχι ο πιο πιστός από όλους.

«Θα έλεγα ότι είναι πολύ σημαντικό να ζήσει κανείς όλη την πορεία του Πάθους, που ξεκινάει από το Σάββατο του Λαζάρου και κορυφώνεται τη Μεγάλη Παρασκευή, όταν βλέπουμε τον Ιησού στον τάφο και επικρατεί μια σιγή δέους, μια κατάνυξη», λέει ο Κωνσταντίνος Αγγελίδης, θεολόγος και πρωτοψάλτης στον Ιερό Ναό Αγίων Αναργύρων στην Πλάκα. «Μια κατάνυξη», συνεχίζει, «που προέρχεται και από τη φράση των Εγκωμίων του Επιταφίου ότι πρέπει να ζήσουμε “ως νεκρόν τον ζώντα”, τον Χριστό. Για να βιώσουμε όμως όσα λέγονται, πρέπει να κατανοήσουμε ότι δεν συνιστούν περιγραφή, δεν πρόκειται για θεατρική σκηνή. Μνημονεύονται πράγματα του παρελθόντος, αλλά θα πρέπει κανείς να καταλάβει ότι και εκείνη την ώρα, ακριβώς μπροστά του, τελούνται γεγονότα».
Οι κορυφαίες στιγμές
Η Ακολουθία του Επιταφίου, προσθέτει ο Παναγιώτης Ανδριόπουλος, θεολόγος και ψάλτης στον Αγιο Γεώργιο Νέου Ψυχικού, μας πηγαίνει ακόμη πιο πίσω, στους επιτάφιους λόγους της αρχαίας Ελλάδας. «Εκεί έχουμε τον Επιτάφιο του Περικλέους, εδώ τον Επιτάφιο του Θεανθρώπου, δηλαδή έναν ύμνο με τον οποίο η Εκκλησία προπέμπει –συνοδεύει– τον νεκρό Χριστό», εξηγεί. Οι κορυφαίες στιγμές αυτής της Ακολουθίας είναι, για εκείνον, τρεις: ο περίφημος κανόνας του Ορθρου, γνωστός ως «Κύματι θαλάσσης», έπειτα τα συγκλονιστικά Εγκώμια του Επιταφίου, μια μεγάλη σύνθεση σε τρεις «στάσεις», από την οποία οι περισσότεροι γνωρίζουν το «Ω γλυκύ μου Εαρ» («εδώ ο Χριστός παρομοιάζεται με την άνοιξη», υπενθυμίζει ο κ. Ανδριόπουλος) και, τέλος, ένα ιδιόμελο τροπάριο, με τίτλο «Τον ήλιον κρύψαντα», που ψέλνεται στην περιφορά του Επιταφίου. «Το θέμα του ιδιόμελου είναι ότι ο Ιωσήφ ζητεί από τον Πιλάτο το σώμα του Ιησού», εξηγεί ο κ. Ανδριόπουλος και συμπληρώνει: «Υπάρχει μια επωδός, όπου ο Ιωσήφ λέει “Δος μοι τούτον τον ξένον”. Ταυτίζεται δηλαδή ο Ιησούς με τον κάθε ξένο, ο οποίος είναι “εμπερίστατος”, περιστοιχισμένος από δυσκολίες και δεν θέλουν ούτε να τον θάψουν».
«Είναι πολύ σημαντικό να ζήσει κανείς όλη την πορεία του Πάθους, που ξεκινάει από το Σάββατο του Λαζάρου και κορυφώνεται τη Μεγάλη Παρασκευή», λέει ο Κωνσταντίνος Αγγελίδης.
Υπάρχει βέβαια και το μουσικό κομμάτι. Δεν ξεχωρίζει από το ποιητικό. «Εχουμε μια καταπληκτική σύζευξη λόγου και ύμνων από τη μια και εκκλησιαστικού μέλους από την άλλη, βυζαντινών ήχων δηλαδή, που περιβάλλουν, ως μουσικό ένδυμα, αυτά τα έξοχα ποιήματα. Η ψαλτική τέχνη έρχεται πάντα ως αρωγός στο να βιώσουμε και να θαυμάσουμε όλο αυτό το μυστήριο», τονίζει ο Κωνσταντίνος Αγγελίδης. «Μπορεί τα μέλη να ακούγονται σε κάποιον ίδια, αλλά δεν είναι. Χρειάζεται πραγματικά μεγάλη τέχνη ώστε το ποιητικό κείμενο να αποδοθεί σωστά και με τον κατάλληλο ρυθμό. Ο ρυθμός είναι και αυτός αρχαιοελληνική υπόθεση και έχει μεγάλη σημασία. Δηλαδή, με άλλο ρυθμό λέμε ένα αργό μέλος, όπως “Τον ήλιον κρύψαντα”, με άλλον τα Εγκώμια και με άλλον τα λεγόμενα “Αναστάσιμα Ευλογητάρια”», σημειώνει ο Παναγιώτης Ανδριόπουλος.


Κλασική δημοσιογραφική ερώτηση: Πρέπει να πιστεύει κανείς για να ψάλλει; «Πολλοί άνθρωποι, που δεν είναι τόσο πιστοί, θρησκευόμενοι ή ένθεοι, συγκινούνται από την υψηλή ποίηση αυτών των ημερών. Είναι μια ποίηση ιλιγγιώδης, επομένως πολλοί, ενώ δεν έχουν στενή σχέση με την Εκκλησία, έρχονται γι’ αυτούς τους καταπληκτικούς ύμνους», σχολιάζει ο κ. Ανδριόπουλος. «Οσο για τον ψάλτη, δύσκολο να μην είναι ένθεος. Παλαιότερα λέγαμε ότι οι ψάλτες είναι κατώτεροι κληρικοί», συμπληρώνει. «Οχι, δεν υπάρχει εξαρχής η προϋπόθεση της πίστης», λέει ο κ. Αγγελίδης. «Είμαι όμως σίγουρος ότι αν κάποιος εγκύψει με αποκλειστικά μουσικό ενδιαφέρον στην ψαλτική τέχνη –η οποία έχει μια μακραίωνη παράδοση και μια ένδοξη ιστορία–, τελικά θα του μιλήσει εσωτερικά η υμνογραφία».
Ο κ. Ανδριόπουλος υπογραμμίζει τη σημασία της γλώσσας. «Φυσικά και ένας ψάλτης χρειάζεται καλή φωνή και αίσθηση του ρυθμού, πρέπει όμως να έχει και μια παιδεία ώστε να αντιλαμβάνεται τα νοήματα του κειμένου. Υπάρχουν νέα παιδιά με πραγματικό ζήλο να ψάλουν, αλλά κάνουν πολλά λάθη διότι δεν έχουν επάρκεια στα αρχαία ελληνικά. Συναντούν δυσκολίες, όπως βέβαια και μερικοί νέοι ιερείς που δεν έχουν εξοικείωση με τα εκκλησιαστικά κείμενα. Οταν καταλαβαίνεις το κείμενο, ξέρεις πού να δώσεις έμφαση, με μια έκφραση διαφορετική. Αλλιώς θα πεις “Πώς σε κηδεύσω, Θεέ μου” και αλλιώς θα πεις “Ανάστα ο Θεός”».
Τρόπος ερμηνείας
Και έπειτα έχει σημασία και η ανάγνωση των Ευαγγελίων και των άλλων κειμένων. «Δεν πρέπει να είναι μια ξερή αποτύπωση φθόγγων και χαρακτήρων, αλλά να υπάρχει και μια μουσική ερμηνεία. Η οποία όμως προϋποθέτει το να έχει εμβαθύνει κάποιος και στον θεολογικό λόγο», λέει ο κ. Αγγελίδης, επισημαίνοντας ενδεικτικά το λεγόμενο «Αναστάσιμο Προανάκρουσμα» που διαβάζεται μετά το τέλος της περιφοράς του Επιταφίου και βεβαιώνει την Ανάσταση του Χριστού. «Γενικά, τα Ευαγγέλια δεν διαβάζονται σαν να είναι εφημερίδα», τονίζει ο κ. Ανδριόπουλος. «Υπάρχει κάτι που λέγεται εμμελής απαγγελία, ένα υποτυπώδες μέλος δηλαδή, το λεγόμενο “λογαειδικό”, που σημαίνει ότι, όπως και στην αρχαία τραγωδία, τίποτα δεν λέγεται με πεζό τρόπο. Είναι ένα στοιχείο που χάνεται σταδιακά, διότι αρκετοί ιερείς, θέλοντας να γίνει κατανοητό το κείμενο, το διαβάζουν με στόμφο. Στην Εκκλησία όμως δεν μας ενδιαφέρει ο στόμφος, ούτε ο διδακτισμός», συνεχίζει ο κ. Ανδριόπουλος και καταλήγει: «Το θέμα δεν είναι μια ρηχή, μια επιφανειακή συγκίνηση, αλλά μια εσωτερική δόνηση. Ο ψάλτης έχει αυτόν τον δύσκολο ρόλο με την τέχνη του: να αγγίξει, να κεντήσει την καρδιά των πιστών».

