Ο Γιώργος Γιαννούσης παρακολουθεί ένα ζευγάρι εδώ και περίπου έξι μήνες. Είναι και οι δύο γύρω στα 70, επαγγελματικά καταξιωμένοι και γνωστοί στη μικρή πόλη όπου ζουν. Ενας λόγος που επέλεξαν να απευθυνθούν στον κ. Γιαννούση, που ειδικεύεται στην ψυχοθεραπεία ζεύγους, ήταν ότι η έδρα του βρίσκεται σε άλλη πόλη. Στην επαρχία έχουν σπάσει πολλά ταμπού, αλλά όχι όλα. Ετσι, μία φορά την εβδομάδα προφασίζονται δουλειές και ταξιδεύουν έως τη Λάρισα για το ραντεβού τους.
Αποφάσισαν να απευθυνθούν σε κάποιον ειδικό όταν και το τελευταίο τους παιδί έφυγε από την οικογένεια για σπουδές. Μιλώντας με ειλικρίνεια ο ένας στον άλλο συνειδητοποίησαν ότι όλα αυτά τα χρόνια είχαν μπει πολλά πράγματα κάτω από το χαλί – και είχε έρθει η ώρα της γενικής καθαριότητας. Πράγματι, στη διάρκεια της θεραπείας αναδύθηκαν παλιότερα τραύματα, ανάμεσα στα οποία και μια απιστία.
Το σύμπτωμα
«Το νούμερο 1 σύμπτωμα που φέρνει τους ανθρώπους στα γραφεία των ψυχολόγων σήμερα δεν είναι οι αγχώδεις διαταραχές, όπως παλιότερα, είναι οι σχέσεις και δη οι συντροφικές» λέει ο κ. Γιαννούσης στην «Κ». «Αρχισα να ασχολούμαι με τα ζευγάρια όχι από επιλογή, αλλά γιατί ακριβώς ήταν ζευγάρια που έρχονταν να με δουν. Η διαφοροποίηση είναι τεράστια σε σχέση με 15 χρόνια πριν που οι άνθρωποι έρχονταν για να μιλήσουν για τα παιδιά τους, τα οποία αντιμετώπιζαν θέματα στο σχολείο ή είχαν περίεργη συμπεριφορά. Τότε, οι συστημικοί ψυχοθεραπευτές τούς λέγαμε ότι αν υπάρχει θέμα με το παιδί θα πρέπει να δουλέψουμε με τους γονείς και φαίνεται ότι εκείνη η “εκπαίδευση” έφερε αποτέλεσμα. Σήμερα, οι γονείς αναγνωρίζουν ότι ο βασικός πυρήνας και των λύσεων και των αιτιών των προβλημάτων στην οικογένεια είναι οι ίδιοι και η σχέση τους».
Από τις ιστορίες που καταγράφει –πολλές σταχυολογούνται και στο πρόσφατο βιβλίο του «Μετά τον έρωτα τι;» (εκδόσεις Αρμός)– φαίνεται ότι υπάρχει μια μεγάλη, κοινή, παρανόηση. «Νομίζουμε ότι η σχέση μας είναι τροφός, αυτή που μας γεμίζει με γαλήνη και ηρεμία και ξεχνάμε ότι εμείς είμαστε αυτοί που πρέπει να την τροφοδοτούμε. Η σχέση δεν είναι γονέας, είναι παιδί. Οσο τη μεγαλώνουμε και τη φροντίζουμε τόσο θα μας στέλνει πίσω πράγματα».
Ακόμα και στην επαρχία, τα παραδοσιακά μοτίβα σχέσεων δίνουν τη θέση τους σε «νεωτερισμούς», σε μοντέλα όπως «φίλοι με πλεονεκτήματα», situationships κ.ά., ασαφή σχήματα που, σύμφωνα με τον κ. Γιαννούση, αποκαλύπτουν την ανάγκη των νεότερων να ξεφύγουν από τα γνωστά πρότυπα. «Η ασάφεια είναι σαν την αποδόμηση του παλιού μοντέλου. Οι συντροφικές σχέσεις είναι σε μια μετάβαση αλλά και σε μια αποδρομή. Είναι σε μια φάση δηλαδή όπου δεν χωράνε στο παλιό ρούχο του παραδοσιακού γάμου, αλλά δεν γνωρίζουν και τι να φορέσουν για να νιώθουν άνετα».
«Η διαφοροποίηση είναι τεράστια σε σχέση με 15 χρόνια πριν που οι άνθρωποι έρχονταν για να μιλήσουν για τα παιδιά τους», λέει ο ψυχολόγος – ψυχοθεραπευτής Γιώργος Γιαννούσης.
Υπάρχει πάντως κάτι που παραμένει διαχρονικά παρόν στις σχέσεις, ακόμα και στις νέου τύπου σχέσεις: «Η απαίτηση ο άλλος να αλλάξει. Αυτό είναι που δημιουργεί παράπονα, ματαιωμένες και ακυρωμένες προσδοκίες. “Δεν είσαι αυτός που παντρεύτηκα” κ.λπ. Αυτό είναι που κρατά ταμπουρωμένους τους δύο συντρόφους, να ρίχνουν βέλη ο ένας στο άλλο. Χαρακτηριστικό των σχέσεων της εποχής μας είναι η ανωριμότητα. Περιμένουμε ο άλλος να μας σώσει και πληγωνόμαστε. Πληγωνόμαστε και πληγώνουμε ταυτόχρονα. Το ότι πληγωνόμαστε είναι αυτό που μας κρατάει μαζί».

Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση ζευγαριού με το οποίο δούλεψε για αρκετό καιρό. Είχαν έναν πολύ δύσκολο γάμο, περιγράφει ο κ. Γιαννούσης. «Η σύζυγος είχε μεγαλώσει σε περιβάλλον ανασφαλές, με απουσία πατέρα, γεγονός που την έκανε να γυρεύει άνθρωπο δυναμικό. Αντίστοιχα ο καλός της προερχόταν από τη δεμένη ελληνική οικογένεια της επαρχίας όπου όλοι θυσιάζονται ο ένας για τον άλλο. Η μάνα για τα αγόρια της, τα αγόρια για τη μάνα τους – το αιματηρό θυσιαστήριο της ελληνικής οικογένειας. Ετσι και αυτός βρήκε μια “μαμά” να τον φροντίζει. Ενώ όμως παντρεύτηκαν υποτίθεται εκείνον που θα θεράπευε τις πληγές τους, παντρεύτηκαν αυτόν που τις ανέδειξε. Εκείνος της καθρεφτίζει την ανασφάλειά της και εκείνη τον απαξιώνει ως μαμάκια. Μια πολεμική συνθήκη που δεν αντιλαμβάνονται ότι υπηρετεί το μοτίβο που έχουν μάθει από μικροί, το μοτίβο που έχουν ανάγκη».
Αυτό που ένας θεραπευτής πρέπει πρώτα να φροντίσει είναι να γίνει συνθηκολόγηση. «Η πρώτη φάση είναι η διαχείριση της κρίσης, τα δύο μέρη να αρχίσουν να συνειδητοποιούν ότι χρειάζεται να μαζέψουν τα πτώματά τους και να περάσουν σε μια περίοδο ειρήνης και αποστασιοποίησης από τη σχέση».
«Κλειδί» είναι η λειτουργική επικοινωνία. Να λέγονται πράγματα και όχι να εννοούνται. «Δεν είναι εύκολο, αλλά προσπαθώ να καταλαγιάσω την ένταση για να μπορεί ο καθένας σαν προσωπικότητα να εξελιχθεί. Γιατί αυτό που τονίζω στη δεύτερη φάση της θεραπείας είναι ότι ο μόνος τρόπος να τροφοδοτήσουμε τη σχέση με νέα υλικά είναι ο καθένας να αλλάξει».
Η «οδηγία»
Αυτή η αλλαγή φυσικά μπορεί να οδηγήσει τελικά στον χωρισμό. «Ακόμα και για να χωρίσουμε θα πρέπει πρώτα να χωρίσουμε με κάτι μέσα μας, με αυτό που μας κρατάει με τον άλλον». Οπως λέει πάντως ο κ. Γιαννούσης, στο τέλος της δεν δίνεται οδηγία, χωρίστε ή προσπαθήστε να μείνετε μαζί. «Ο δρόμος που έχουν να διαβούν είναι να αλλάξουν ως άνθρωποι για να υπάρξει είτε ένας ειρηνικός γάμος είτε ένα ειρηνικό διαζύγιο». Θα τα καταφέρουν εκείνοι που δεν θέλουν έτοιμες λύσεις. Πολλοί θα αρκεστούν στο ότι καταλάγιασε η κρίση που τους έφερε έως εκεί.

