«Δεν έχω υπάρξει θύμα, αλλά μου έχει τύχει πολλές φορές να βρίσκομαι μπροστά σε περιστατικό μπούλινγκ. Και κάπως παγώνω. Δεν ξέρω πώς να αντιδράσω, φοβάμαι μήπως βρεθώ κι εγώ στη θέση του άλλου παιδιού». Με αυτά τα λόγια, η Ανθή, μαθήτρια Β΄ Λυκείου, περιγράφει την αμηχανία και τον φόβο που νιώθουν οι έφηβοι όταν γίνονται μάρτυρες πρακτικών εκφοβισμού. Το σχόλιο ακούστηκε στην εκδήλωση που διοργάνωσε η «Καθημερινή» την Πέμπτη 2 Απριλίου, στο 3ο Λύκειο Κηφισιάς. Ηταν αφιερωμένη στο ζήτημα της εφηβικής παραβατικότητας, με στόχο την ουσιαστική κατανόηση των αιτιών και την αναζήτηση αποτελεσματικών τρόπων αντιμετώπισης. Μίλησαν ειδικοί, αλλά και μαθητές, ενώ στην εκδήλωση πήρε μέρος και ο υπουργός Προστασίας του Πολίτη Μιχάλης Χρυσοχοΐδης.
Με τα λόγια των παιδιών
Στο πρώτο πάνελ, που συντόνισε η δημοσιογράφος της «Κ» Λίνα Γιάνναρου, τρεις μαθητές μοιράστηκαν εμπειρίες, προβληματισμούς και προτάσεις. Μίλησαν για τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν καθημερινά και για το πώς μπορούν να νιώθουν ασφαλείς και να στηρίζουν ο ένας τον άλλον, τόσο μέσα όσο και έξω από το σχολείο. Περιέγραψαν στιγμές με φίλους τους που δέχθηκαν προσβολές, όπως ο χαρακτηρισμός «αυτιστικό», ή ακόμη και περιπτώσεις ξυλοδαρμού. Αναφέρθηκαν σε παραβατικές συμπεριφορές. «Για εμάς είναι σύνηθες φαινόμενο, ιδιαίτερα ανάμεσα στις παρέες αγοριών, που ανταλλάσσουν πειράγματα και επιδίδονται σε κόντρες», είπε ο Αγγελος, μαθητής Α΄ Λυκείου. «Βλέπουμε συχνά στο περιβάλλον του σχολείου, αλλά και γενικότερα, να υπάρχουν αντιπαραθέσεις που καταλήγουν σε παραβατικές συμπεριφορές». Η Ανθή πρόσθεσε ότι «πρόκειται για περιστατικά που βλέπουμε όλο και περισσότερο στις ειδήσεις –σωματική και λεκτική βία, εκφοβισμό– μέχρι και πιο “ήπια”». Οπως συμπλήρωσε η Χριστιάννα, μαθήτρια Β΄ Λυκείου, για τα κορίτσια υπάρχει συχνά ένας φόβος. «Οταν βγαίνουμε έξω, είμαστε σε επιφυλακή. Αποφεύγουμε σκοτεινά ή απομονωμένα μέρη».
Στην πράξη, τα όρια δεν είναι πάντα ξεκάθαρα. Ορισμένες συμπεριφορές θεωρούνται αθώες, ωστόσο πληγώνουν. «Πολλές φορές νομίζουν ότι κάνουν πλάκα, αλλά στην πλάκα γελούν και οι δύο, όχι μόνο ο ένας», σημείωσε η Χριστιάννα. Και τότε, όμως, τα θύματα μένουν αβοήθητα και εκτεθειμένα. «Δεν μπορώ να μείνω σιωπηλή, η ηθική μου με ωθεί να υπερασπιστώ το παιδί που βρίσκεται σε μειονεκτική θέση», τόνισε η Ανθή. «Προτιμώ να μιλήσω προσωπικά στα παιδιά που εκφοβίζουν ή, αν χρειαστεί, να απευθυνθώ σε έναν ενήλικο. Ακόμη και τότε, όμως, πολλές φορές το παιδί νιώθει ότι το τιμωρούν».

Από την πλευρά του το θύμα αντιμετωπίζει μεγάλες δυσκολίες. «Χρειάζεται να μιλήσει σε κάποιον, να εξωτερικεύσει τι συμβαίνει», ανέφερε ο Αγγελος, επισημαίνοντας ότι η πρώτη επιλογή δεν πρέπει να είναι πάντα ο καθηγητής. «Καλύτερα αυτά τα θέματα να λύνονται μεταξύ των μαθητών». Σύμφωνα με τα ίδια τα παιδιά, κάποιοι είναι πιο εύκολοι στόχοι. Συνήθως πρόκειται για όσους δεν ανήκουν σε παρέα ή σε ένα ευρύτερο σύνολο, κάτι που οδηγεί σε μικρότερη υποστήριξη από τον περίγυρο. «Είναι πιο εύκολο για τους θύτες να πειράξουν κάποιον που βρίσκεται μόνος», εξηγεί η Ανθή. Ευάλωτα μπορεί να είναι και παιδιά με αναπηρία, που συχνά είναι πιο συνεσταλμένα.
Σε πιο σοβαρές περιπτώσεις γίνεται απαραίτητη η στήριξη ενός ενηλίκου, αρκεί να υπάρχει εμπιστοσύνη. Ενα θύμα μπορεί να νιώσει πιο ασφαλές και να μιλήσει ανοιχτά όχι μόνο με συμμαθητές, αλλά και με έναν ψυχολόγο. «Είναι καλή εναλλακτική, γιατί ο ειδικός μπορεί να ακούσει χωρίς προκατάληψη και να βοηθήσει το παιδί να περιγράψει τι πραγματικά βιώνει», συμπλήρωσε η Ανθή.
Τα μέτρα
Ο υπουργός Προστασίας του Πολίτη Μιχάλης Χρυσοχοΐδης αναφέρθηκε στα μέτρα που λαμβάνει η πολιτεία. «Με τη Διεύθυνση Κοινωνικής Αστυνόμευσης, τα γραφεία ανηλίκων, την εφαρμογή Save Youth και τη γραμμή 10201, η αστυνομία εξασφαλίζει άμεση δράση, αποτροπή, σύλληψη και υποστήριξη για όλα τα θύματα, ενώ οι γονείς έχουν πλέον θεσμική ευθύνη για την επιμέλεια των παιδιών τους».
«Πολλές φορές νομίζουν ότι κάνουν πλάκα, αλλά στην πλάκα γελούν και οι δύο, όχι μόνο ο ένας», είπε η Χριστιάννα, μαθήτρια Β΄ Λυκείου, για τις «αθώες» συμπεριφορές που πληγώνουν.
Οι ίδιοι οι μαθητές τόνισαν ότι υπάρχουν διάφοροι τρόποι για να αντιμετωπιστεί η βία, μέσα από απλές στρατηγικές που ενισχύουν την ασφάλεια και τον σεβασμό. «Σίγουρα είναι σημαντικά όλα όσα αναφέρθηκαν – και ο ρόλος των καθηγητών και των γονιών», σημείωσε ο Αγγελος, «όμως, ως μαθητής, θα ήθελα να δω περισσότερα πράγματα να γίνονται στο επίπεδο των ίδιων των μαθητών. Να προσπαθήσουμε να αντιμετωπίσουμε το πρόβλημα στη ρίζα του, γιατί η ρίζα είναι οι μαθητές. Εκεί δημιουργούνται όλα».
Ποια μέτρα λειτουργούν και τι θα πρέπει να αλλάξει συζήτησαν τρεις ειδικοί στο τελευταίο πάνελ της εκδήλωσης, μιλώντας υπό διαφορετικό πρίσμα. Πρώτος τον λόγο είχε ο δήμαρχος Κηφισιάς, Βασίλης Ξυπολυτάς, ο οποίος δήλωσε ότι στον δήμο του έχουν «σχεδόν μηδενίσει» τη νεανική παραβατικότητα. «Περάσαμε από τη θεωρία στην πράξη και ξεκινήσαμε με το σημαντικότερο: ένα μνημόνιο συνεργασίας με την Ελληνική Αστυνομία».

Ενισχύθηκαν οι ομάδες ΔΙ.ΑΣ., αυξήθηκε η εμφανής και μη αστυνόμευση, ενώ διαθέτουν πλέον και drones μέσω των οποίων, όπως είπε, παρακολουθούν πιο κρυφά σημεία, όπως κλειστές πλατείες και κήπους. Υλοποιούν επίσης το πρόγραμμα Safe Youth, το οποίο προσφέρει στα παιδιά άμεση σύνδεση με την αστυνομία μέσω ειδικού κουμπιού. Σύμφωνα με τον ίδιο, δεν έλαβαν μόνο μέτρα καταστολής, αλλά συνεργάζονται και με την Εταιρεία Περιφερειακής Ανάπτυξης και Ψυχικής Υγείας (ΕΠΑΨΥ), κάνουν ενημερώσεις στα σχολεία, ενώ ανακοίνωσε για πρώτη φορά δημοσίως ότι χτίζουν και τέσσερα κλειστά γήπεδα στον δήμο, για να εκτονώνεται ο εφηβικός ανταγωνισμός μέσω αθλητισμού. Το αποτέλεσμα των μέτρων, κατά τον κ. Ξυπολυτά, είναι ότι δεν δρουν πλέον συμμορίες στην Κηφισιά.
Η Βασιλική Αρτινοπούλου, καθηγήτρια Εγκληματολογίας και επικεφαλής της επιτροπής εμπειρογνωμόνων για την Πρόληψη της Βίας κατά των Παιδιών και την Αντιμετώπιση της Παραβατικότητας Ανηλίκων, τόνισε ότι τη χαροποιεί το παραπάνω αποτέλεσμα, αλλά αναρωτήθηκε αν η παραβατικότητα έχει απλώς μεταφερθεί σε άλλη περιοχή. Από την πλευρά της, υπογράμμισε ότι η επιτροπή δίνει μεγάλη σημασία στις δράσεις της κοινότητας. «Η παραβατικότητα είναι το σύμπτωμα της διάρρηξης του κοινωνικού ιστού», υπογράμμισε. «Οι τοπικές κοινωνίες έχετε πολύ μεγάλη ευθύνη να ενδυναμώσετε τον κοινωνικό ιστό».
Οταν υπάρχει έκρηξη νεανικής παραβατικότητας, όπως τόνισε ότι σημειώθηκε προ διετίας στην Ελλάδα, τα κράτη απαντούν με ποινικοποίηση και αυστηροποίηση της νομοθεσίας. «Αυτό δεν έγινε στην Ελλάδα», προσθέτει. Εδώ, ο πρωθυπουργός κάλεσε επτά ακαδημαϊκούς από διαφορετικά πεδία, οι οποίοι συνέταξαν την εθνική στρατηγική. Ανέφερε ενδεικτικά ότι έχουν προτείνει στα σχολεία να υπάρχουν μόνιμα ψυχολόγοι, και ότι θεωρούν πως οι συγκρούσεις των παιδιών στο σχολείο είναι προτιμότερο να επιλύονται μεταξύ τους, «με έναν εκπαιδευμένο διαμεσολαβητή. Οι διευθυντές», επισήμανε, «έχουν αποτύχει ως μεσολαβητές». Παρότι διαφορετικά μέτρα έχουν αντίστοιχη προβλεπόμενη χρονική περίοδο εφαρμογής, η ίδια βλέπει ήδη μια αλλαγή: ότι υπάρχει μεγαλύτερη ευαισθητοποίηση και τα μέτρα έχουν μπει στην ατζέντα των θεσμικών οργάνων. «Ολα τα υπουργεία έχουν εντάξει στον σχεδιασμό τους τις πολιτικές», σχολίασε.
«Δεν λειτουργεί το εκπαιδευτικό σύστημα», ανέφερε ο ομότιμος καθηγητής Κοινωνικής Ψυχιατρικής, ιδρυτής και επίτιμος πρόεδρος της ΕΠΑΨΥ, Στέλιος Στυλιανίδης. Οι εκπαιδευτικοί είναι εξαντλημένοι, δήλωσε, και πολλές φορές προτιμούν να μην αναδείξουν κάποιο πρόβλημα, όπως περιστατικά μπούλινγκ, για να αποφύγουν το «στίγμα» και να πάρει κακό βαθμό το σχολείο. «Θέλουν σοβαρή στήριξη από εξειδικευμένους ψυχολόγους», είπε. Δεν έχουν το κίνητρο να «ανάψουν τη φωτιά επιθυμίας για να μάθει το παιδί».
Η πλευρά των γονέων
Υπάρχει, επίσης, πρόβλημα γονεϊκότητας. Κατά τον ίδιο, οι περισσότεροι γονείς είτε «είναι ανήσυχοι να αγαπηθούν από τα παιδιά», ή είναι σαν οδηγοί ταξί «μέσα σε μια λειτουργία ναρκισσιστικής επίδοσης των παιδιών τους», ή είναι τυπικά εντάξει, αλλά όταν περνούν χρόνο με τα παιδιά τους, σκρολάρουν στα κινητά τους και άρα, σε επίπεδο συναισθηματικής και ψυχικής επικοινωνίας, εμφανίζονται μη διαθέσιμοι. Ταυτόχρονα, είναι πολύ παρεμβατικοί, έχουν γίνει «συνδικαλιστές των παιδιών τους», απαιτώντας παραδείγματος χάριν από προπονητές να παίζει το παιδί τους στην πρώτη πεντάδα στο μπάσκετ, κάτι που αποκάλεσε «διαστροφική γονεϊκή λειτουργία», και το κοινό ξέσπασε σε χειροκροτήματα. Οι έφηβοι, από την άλλη, «υπόκεινται σε διαστροφικό καταναλωτικό καπιταλισμό μέσω σόσιαλ μίντια», ο οποίος οδηγεί σε μια ρευστότητα ταυτότητας.
«Η βία είναι έκφραση μιας ψυχικής δυσφορίας που δεν μπορεί να εκφραστεί με άλλο λόγο», επισήμανε. «Θα πρέπει ο καθένας σε αυτή τη χώρα να κάνει τη δουλειά του», όπως και να ισχυροποιηθούν οι σύλλογοι γονέων και εκπαιδευτικών, να ενισχυθούν οι υπηρεσίες στις κοινότητες και να δημιουργηθεί μια κουλτούρα διατομεακής συνεργασίας. «Πρέπει», υπογράμμισε, «να ξαναχτίσουμε κοινότητα».

