«Μαμά, φύγε»: Η άτυπη βάρδια στις σχολικές χοροεσπερίδες

«Μαμά, φύγε»: Η άτυπη βάρδια στις σχολικές χοροεσπερίδες

Καθώς όλο και περισσότερες χοροεσπερίδες Γυμνασίου διοργανώνονται χωρίς την παρουσία γονέων, πολλοί επιλέγουν να περιμένουν απ’ έξω μέχρι το τέλος, «για να έχουν τον νου τους». Η «Κ» βρέθηκε ένα Σάββατο βράδυ στο Γκάζι και μίλησε με γονείς και υπευθύνους καταστημάτων για αυτή την άτυπη βάρδια

5' 12" χρόνος ανάγνωσης
Φόρτωση Text-to-Speech...

Σάββατο βράδυ, μια παράλληλη σκηνή εκτυλίσσεται σε ένα στενό δρομάκι κοντά στο κέντρο της Αθήνας. Στο μπαρ, η μουσική παίζει δυνατά, τα φώτα αναβοσβήνουν και τα παιδιά –όλα 12 με 15 ετών, μαθητές Γυμνασίου από δύο σχολεία των νοτίων προαστίων– τραγουδούν ενθουσιασμένα στον ρυθμό που τους δίνει ένας από τους αγαπημένους τραγουδιστές της γενιάς τους. Εξω από το μαγαζί, η ατμόσφαιρα είναι διαφορετική.

Δέκα μέτρα μακριά από τη μουσική και τα φώτα, οι γονείς των παιδιών στέκονται τριγύρω. Κάποιοι καθισμένοι σε τραπεζάκια σκρολάρουν στο κινητό για να περάσει η ώρα, κάποιοι άλλοι όρθιοι περιμένουν με το βλέμμα στραμμένο προς την πόρτα, ενώ άλλοι βρίσκουν μια αφορμή να ανοίξουν συζήτηση για την εφηβεία, τον καιρό ή όσα συμβαίνουν στον κόσμο. Ολοι είναι εκεί για να περιμένουν. Από νωρίς και μέχρι τη λήξη.

Τα τελευταία χρόνια, όλο και περισσότερες χοροεσπερίδες διοργανώνονται από τα δεκαπενταμελή συμβούλια των Γυμνασίων, πολλές φορές χωρίς τη συμμετοχή του Συλλόγου Γονέων και Κηδεμόνων και επομένως χωρίς την υποχρεωτική επίβλεψη των γονιών μέσα στον χώρο διασκέδασης, γεγονός που έχει οδηγήσει σε αυτή την άτυπη βάρδια έξω από τα μπαρ. 

«Μαμά, φύγε»

«Είμαι εδώ από τις έξι και τέταρτο, από τη στιγμή που άνοιξε η πόρτα για να μπουν τα παιδιά και θα περιμένω μέχρι να φύγουν, στις 22.30. Εμεινα όλη αυτή την ώρα όχι για να νιώθω εγώ ασφαλής, αλλά κυρίως για να νιώθει εκείνος», λέει στην «Κ» η Ελευθερία, μητέρα ενός 13χρονου αγοριού. Δίπλα της, η Αννα, μητέρα μαθητή της Β’ Γυμνασίου, παρακολουθεί διακριτικά την είσοδο. Μέχρι τις 10 είχε ήδη μπει μέσα στο μαγαζί πάνω από μία φορά για να δει «αν όλα λειτουργούν σωστά». «Μπήκα τρεις φορές. “Μαμά φύγε”, μου έλεγε», περιγράφει χαμογελώντας, χωρίς όμως να κρύβει την ανησυχία της. «Τα ναρκωτικά φοβάμαι. Αυτός είναι ο νούμερο ένα κίνδυνος. Δεν ανησυχώ για τίποτα άλλο».

Για τις δύο μητέρες, η παρουσία τους έξω από το μαγαζί δεν μοιάζει υπερβολή, αλλά μια αναγκαία συνθήκη για να νιώθουν ότι τίποτα δεν θα πάει στραβά. Η Ελευθερία το περιγράφει σχεδόν ως δεδομένο. «Είναι η πρώτη του χοροεσπερίδα, αλλά νομίζω και στη δέκατη πάλι το ίδιο θα κάνω. Απλώς, χωρίς να με βλέπει».

«Είναι η πρώτη του χοροεσπερίδα, αλλά νομίζω και στη δέκατη πάλι το ίδιο θα κάνω. Απλώς, χωρίς να με βλέπει».

Αυτή η λεπτή ισορροπία μοιάζει να απασχολεί τους περισσότερους γονείς με τους οποίους συνομιλήσαμε: να είναι παρόντες διακριτικά και –όσο τους επιτρέπεται– να έχουν τον έλεγχο της κατάστασης. Ο Μάριος, πατέρας ενός 12χρονου κοριτσιού, έχει επιστρέψει μετά από ένα σύντομο διάλειμμα για fast food σε ακτίνα λίγων μέτρων. Εμεινε κι εκείνος την περισσότερη ώρα έξω από το μαγαζί για «να έχει τον νου του». Ο ίδιος προτίμησε να μην περάσει την πόρτα καμία στιγμή της βραδιάς. Ηταν μια συνειδητή επιλογή, όπως λέει, καθώς με αυτόν τον τρόπο θέλησε να δείξει στην κόρη του ότι την εμπιστεύεται. Αυτό που τον ανησυχεί περισσότερο είναι οι προθέσεις «των άλλων».

«Δεν ξέρω κατά πόσο τα παιδιά σε αυτή την ηλικία είναι έτοιμα να διαχειριστούν κινδύνους ή απρόβλεπτες καταστάσεις: από το μπούλινγκ και την έκθεση στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης μέχρι πιο σοβαρές καταστάσεις, αν συμβεί κάτι μέσα στο μαγαζί. Οπως, για παράδειγμα, μια σεξουαλική παρενόχληση ή μια επικίνδυνη συμπεριφορά», σημειώνει.

Προστασία, όχι ασφυκτική επιτήρηση

Αυτό ακριβώς, το απρόβλεπτο του περιβάλλοντος, είναι που περιγράφουν στην «Κ» και άλλοι γονείς. Η ανησυχία τους δεν αφορά τόσο τα ίδια τους τα παιδιά, όσο αυτό που μπορεί να συμβεί γύρω τους, έξω από τον δικό τους έλεγχο. Για την Ιωάννα, μητέρα μαθήτριας στη Β’ Γυμνασίου, η μεγαλύτερη ανησυχία είναι μήπως κάποιος παρασύρει την κόρη της έξω από τον χώρο ή επιχειρήσει να εκμεταλλευτεί μια στιγμή απροσεξίας. Ενα από τα σενάρια που τη φοβίζουν είναι μήπως κάποιος «ρίξει κάτι» στο ποτό του παιδιού. «Βρίσκομαι εδώ γιατί θέλω να έχω τον νου μου. Ακόμη κι αν δεν είμαι εγώ, θα βρίσκεται κάποιος που εμπιστεύομαι. Θέλω να ξέρω ότι υπάρχει κάποιος κοντά, αν χρειαστεί οτιδήποτε», αναφέρει.

Μαζί της, η Γεωργία Δ., μητέρα ενός 14χρονου κοριτσιού, περιγράφει μια «αόριστη αγωνία» που, όμως, δεν παύει να την απασχολεί. «Αυτό που ίσως με φοβίζει περισσότερο είναι ότι μπορεί να συμβεί κάτι που δεν θα το μάθω – κάτι που μπορεί να προκληθεί από κάποιον άλλον και η κόρη μου να διστάσει να μου το πει». Οπως λέει, η παρουσία των γονιών κοντά σε έναν τέτοιο χώρο λειτουργεί διπλά: καθησυχάζει τους ίδιους, αλλά δίνει και στα παιδιά ένα αίσθημα ασφάλειας, ακόμη κι αν εκείνα αντιδρούν ή ζητούν περισσότερη απόσταση. «Οι έφηβοι μπορεί να διεκδικούν αυτονομία, στην πράξη όμως συχνά νιώθουν πιο ασφαλείς όταν ξέρουν ότι υπάρχει ένας ενήλικος σε κοντινή απόσταση, διαθέσιμος αν χρειαστεί», εξηγεί.

Ταυτόχρονα, και οι δύο μητέρες αναγνωρίζουν ότι η παρουσία πρέπει να έχει και όρια. Η προστασία δεν επιτρέπεται να μεταφράζεται σε ασφυκτική επιτήρηση. «Πρέπει να μάθει να διαχειρίζεται μόνη της τις δύσκολες καταστάσεις. Δεν είναι πάντα εύκολη η ζωή για τα κορίτσια, για αυτό θα πρέπει να τις μαθαίνουμε από νωρίς να προσέχουν, να είναι η μία κοντά στην άλλη», σημειώνει η Γεωργία. «Από την άλλη, τα παιδιά μας πρέπει να νιώθουν ότι τα εμπιστευόμαστε ώστε να αποκτούν αυτοπεποίθηση και αυτοέλεγχο. Η δυσκολία είναι να είσαι εκεί χωρίς να τα πνίγεις. Να ξέρουν ότι υπάρχεις, αλλά χωρίς να νιώθουν ότι τα παρακολουθείς», προσθέτει.

«Δεν υπάρχει αλκοόλ, ούτε για δείγμα» 

Στην είσοδο του μπαρ, στο Γκάζι, ο υπεύθυνος του καταστήματος Κωνσταντίνος Τουρλίδας προσπαθεί να καθησυχάσει τους γονείς που περιμένουν απ’ έξω. «Αυτό που μας ρωτούν συνήθως είναι αν υπάρχει αλκοόλ, τι ώρα θα τελειώσει η εκδήλωση, αν ο χώρος είναι ασφαλής. Προσπαθούμε να τους δείχνουμε ότι δεν υπάρχει κάτι κρυφό», λέει στην «Κ» και προσθέτει ότι οι γονείς έχουν τη δυνατότητα να μπουν στον χώρο, να δουν και να ελέγξουν. «Καταλαβαίνουμε την αγωνία τους, αφού κάποιοι από εμάς τους εργαζομένους είμαστε και οι ίδιοι γονείς. Σε κάθε σχολική χοροεσπερίδα έχουμε ένα άγχος παραπάνω, γιατί έχουμε να κάνουμε με μικρά παιδιά, αλλά με υπευθυνότητα όλα πάνε καλά».

Ο ίδιος ξεκαθαρίζει ότι για όσες ώρες βρίσκονται στον χώρο ανήλικοι, τα ποτά βρίσκονται «κρυμμένα» στο υπόγειο του μαγαζιού. «Για ανηλίκους δεν υπάρχει στα ράφια αλκοόλ, ούτε για δείγμα. Υπάρχουν μόνο αναψυκτικά, χυμοί και νερά. Ο,τι άλλο υπάρχει απομακρύνεται και επιστρέφει στο μπαρ μετά το τέλος της χοροεσπερίδας, όταν το μαγαζί θα ανοίξει πλέον τις πόρτες του για τους ενηλίκους».

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT