Υπάρχουν άνθρωποι που χωρούν δύο κόσμους μέσα τους. Η Ανατολή Παταρίδου είναι ένας από αυτούς. Η διαδρομή της προς την ιατρική δεν ήταν εξαρχής αυτονόητη. «Oταν μπήκα στην Ιατρική Σχολή τα πρώτα δύο χρόνια δεν ενθουσιάστηκα», θυμάται. Ολα όμως άλλαξαν τη στιγμή που μπήκε για πρώτη φορά σε χειρουργείο. «Οταν παρακολούθησα το πρώτο χειρουργείο κοκάλωσα, ένιωσα βαθιά συγκίνηση. Το ότι μπορούσε κάποιος άνθρωπος να προσφέρει μια λύση σε ένα τόσο σοβαρό πρόβλημα με τέτοια αμεσότητα, αυτό το πράγμα με συγκλόνισε». Από εκείνη τη στιγμή, η απόφαση για αυτήν ήταν ξεκάθαρη. «Κατάλαβα ότι πρέπει να γίνω χειρουργός. Αν δεν έπιανα νυστέρι θα έφευγα από την ιατρική», λέει στην «Κ» για να εξηγήσει την απόφασή της να γίνει χειρουργός ωτορινολαρυγγολόγος.

Και κάπου εκεί, απροσδόκητα, συναντάται με τον δεύτερό της εαυτό μέσα από τον χορό. «Είναι καλό να “φεύγουμε”, καμιά φορά παθαίνουμε κάτι σαν ιδρυματισμό», λέει πριν μας συναντήσει στη σχολή χορού όπου εξασκείται σε ευρωπαϊκούς χορούς, αλλά και λάτιν και ελληνικούς, όπως το ζεϊμπέκικο. «Μου αρέσει να ταξιδεύω και να βγαίνω από την καθημερινή, σκληρή ρουτίνα. Να χάνομαι λίγο, έτσι σαν παραμύθι. Στον χορό απελευθερώνεσαι από την ηλικία σου, από το φύλο σου, την ιδιότητά σου», ομολογεί.

Στην «άλλη» της ζωή, στην αίθουσα αναμονής του ιατρείου της, οι ασθενείς περιμένουν υπομονετικά. «Κάποιοι έρχονται και μου λένε: δεν έχω κάτι αλλά ήθελα να σας δω, ήρθα για να σας δω», εξηγώντας πως μάλλον η ενέργεια που αντλεί από τον χορό είναι μεταδοτική.
Ως γιατρός δεν ξεχνάει να τονίσει και τα ιατρικά οφέλη της παράλληλης ενασχόλησής της. «Ο χορός είναι δίχτυ προστασίας, βοηθάει, για παράδειγμα, να μη νοσήσεις με Πάρκινσον ή και να πάθεις άνοια. Και γενικότερα, έχει θετική επίδραση σε όλα τα εκφυλιστικά νοσήματα», εξηγεί αναφερόμενη σε πρόσφατη έρευνα του Πανεπιστημίου του Harvard. «Εγώ σταδιακά κάνοντας χορό συνειδητοποίησα ότι γίνομαι πιο γρήγορη στη δουλειά μου, ότι κάνω καλύτερους συνδυασμούς, κουράζομαι λιγότερο και αντιμετωπίζω πιο ψύχραιμα τις δύσκολες καταστάσεις, αντί να μπλοκάρω και να θυμώνω. Είναι σαν να χορεύει το μυαλό σου».
«Ο χορός είναι δίχτυ προστασίας, βοηθάει, για παράδειγμα, να μη νοσήσεις με Πάρκινσον ή να πάθεις άνοια. Και γενικότερα, έχει θετική επίδραση σε όλα αυτά τα εκφυλιστικά νοσήματα».
Η Ανατολή αντιμετωπίζει τον χορό με την ίδια σοβαρότητα όπως την ιατρική. «Οταν πηγαίνω στο μάθημα είναι σαν να πηγαίνω στο χειρουργείο». Εχει επίσης συμμετάσχει σε διαγωνισμούς στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. «Είναι ένα κίνητρο για να δουλεύεις ακόμη πιο ολοκληρωμένα, να έχεις έναν στόχο».
Η αγάπη της στρέφεται ιδιαίτερα στους ευρωπαϊκούς χορούς, στο βαλς, στο ταγκό, «η μουσική και τα φορέματα είναι ένα παραμύθι, σαν να μπαίνεις στη μηχανή του χρόνου και να χάνεσαι», λέει, για να συμπληρώσει πως ράβει σε μοδίστρα όλα της τα κοστούμια: «Μια μικρή ιεροτελεστία και αυτή».

Ο κόσμος των αριθμών μεταφέρεται από την οθόνη στον δρόμο.
Στα παιδικά του χρόνια αναζητά ο Αριστοτέλης Νινιός την αγάπη του για τις αντίκες. Ο παππούς, από τη μεριά της μητέρας του, ήταν από τους πρώτους μηχανικούς αυτοκινήτων στην Αθήνα, ξεκίνησε γύρω στο 1929 με ένα συνεργείο στους Αμπελόκηπους. Θυμάται επίσης πολλά απογεύματα στο βενζινάδικο της θείας του, γωνία Λ. Συγγρού και Λαγουμιτζή. Εκεί έβλεπε όλα τα καινούργια BMW και Alfa Romeo, τα αστέρια των δεκαετιών ’60-’80.
«Ηταν, βλέπετε, οι αντιπροσωπείες πολύ κοντά και όλα τα καινούργια αυτοκίνητα έρχονταν στο βενζινάδικο της θείας μου για αποκέρωση πριν παραδοθούν στους ιδιοκτήτες τους. Φοβερές εποχές και εικόνες», λέει στην «Κ».
Αν και την ημέρα κινείται στον απαιτητικό κόσμο του investment banking, τα Σαββατοκύριακα τον βρίσκουν συχνά να οδηγεί παλιά αυτοκίνητα σε βουνά και επαρχιακούς δρόμους, συμμετέχοντας σε ράλι κλασικών αυτοκινήτων. Ο χρηματιστής (αντιπρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου της Euroxx Χρηματιστηριακής ΑΕΠΕΥ) λέει πως «δεν υπάρχει ωράριο σε αυτή τη δουλειά – στην πραγματικότητα μερικές φορές χρειάζεται να μείνω ξάγρυπνος. Δεν αφήνω αναπάντητο μέιλ, όποια ώρα και να είναι», λέει για να εξηγήσει τους ξέφρενους ρυθμούς. Κι όμως, μέσα σε αυτό το εντατικό πρόγραμμα, υπάρχει χώρος για κάτι τελείως διαφορετικό.
«Βρήκα κάποια στιγμή ένα παλιό αυτοκίνητο, το αγόρασα και το ανακατασκεύασα. Θυμάμαι ήταν το καλοκαίρι του 2008, γιατί μου πήρε περίπου έναν χρόνο για να το φτιάξω. Οταν τελείωσα ένιωσα άλλος άνθρωπος. Αυτό το αυτοκίνητο, ένα πορτοκαλί BMW 2002 με το οποίο συμμετέχουμε και στα περισσότερα ράλι, έγινε η αφετηρία για μια νέα πραγματικότητα», διηγείται. Με μια αναζήτηση στο Διαδίκτυο ανακάλυψε πως μπορεί να λάβει μέρος και σε αγώνες κλασικών αυτοκινήτων.

Oπως εξηγεί, τα ράλι στα οποία συμμετέχει δεν είναι αγώνες ταχύτητας, ωστόσο, είναι αρκετά ανταγωνιστικά και απαιτητικά. Λέγονται Regularity Rally, και είναι αγώνες ακρίβειας. Η πρόκληση δεν είναι να πας γρήγορα, αλλά να πας σε έναν συγκεκριμένο χρόνο. «Πρέπει τη διαδρομή να την κάνεις, για παράδειγμα, με 44 χιλιόμετρα μέση ωριαία ταχύτητα. Και εκεί αρχίζει η δυσκολία επειδή αυτό σημαίνει ότι πρέπει να φτάσεις από το σημείο Α στο σημείο Β σε 13 λεπτά και 28 δευτερόλεπτα. Με αυτή τη μέση ωριαία ταχύτητα θα καλύψεις αυτή την απόσταση. Είναι πολύ δύσκολο να κρατάς ένα αμάξι σε μια μέση ωριαία ταχύτητα, παρά τις στροφές σε δρόμους που μόνο εύκολοι δεν είναι. «Και οι δρόμοι είναι ανοιχτοί, δεν σταματά η κυκλοφορία, μπορεί να πετύχουμε φορτηγά ή κοπάδια».
«Σχεδόν όλοι είναι τύποι σαν και εμένα, επαγγελματίες, μεσήλικες ή και λίγο παραπάνω, πιο σπάνια και νέοι. Ανθρωποι με καριέρες, οικογένειες και παράλληλα ένα έντονο πάθος και μια επιθυμία να ξεφύγουν από την καθημερινότητα, να ξεδώσουν, να θεραπευτούν με έναν τρόπο».
Ωστόσο, αυτό που κάνει τους αγώνες ράλι ακόμα πιο ενδιαφέροντες είναι οι άνθρωποι. «Σχεδόν όλοι είναι τύποι σαν και εμένα, επαγγελματίες, μεσήλικες ή και λίγο μεγαλύτεροι, πιο σπάνια και νέοι. Ανθρωποι με καριέρες, οικογένειες και παράλληλα ένα έντονο πάθος και μια επιθυμία να ξεφύγουν από την καθημερινότητα, να ξεδώσουν, να θεραπευτούν με έναν τρόπο.
Είναι οι επονομαζόμενοι ΜΩΤάκηδες, από τη Μέση Ωριαία Ταχύτητα. Εχουμε δημιουργήσει παρέες, παίρνουμε και τις οικογένειές μας μαζί. Τα ράλι, όπως εξηγεί ο Αριστοτέλης Νινιός, δεν είναι απλώς ένας αγώνας, αλλά και ένας διαφορετικός τρόπος να γνωρίσεις τον κόσμο. «Εχουμε δει όλες τις κορυφές της Πελοποννήσου, έχουμε γυρίσει όλες τις βουνοπλαγιές, έχουμε οδηγήσει στον υψηλότερο ασφαλτοστρωμένο δρόμο της Ελλάδας. Ταξιδέψαμε στην Ιταλία, μέσα από το Βατικανό, γυρίσαμε όλη την Τοσκάνη, ήταν φανταστικά», περιγράφει.

Θα περίμενε κανείς ότι τα ράλι είναι μια πλήρης απόδραση από τη δουλειά. Ο ίδιος, όμως, το βλέπει διαφορετικά. «Οι αγώνες έχουν πολύ μεγάλη σχέση με το επάγγελμα μου, είναι σαν ένα excel, υπολογίζεις μέσες ταχύτητες, αποστάσεις, χρόνους. Με έναν τρόπο, ο κόσμος των αριθμών συνεχίζεται, απλώς μεταφέρεται από την οθόνη στον δρόμο. Αυτή δεν είναι η μοναδική ενασχόληση του Αριστοτέλη Νινιού, ο οποίος επίσης παίζει κιθάρα και μαγειρεύει όποτε έχει χρόνο. Η πρόκληση πάντα είναι ο χρόνος. «Αλλά πρέπει κανείς να βρίσκει τον χρόνο για να κρατιέται υγιής και στο μυαλό». Ομολογεί πως ενώ μπορεί ενίοτε να ενθουσιαστεί με τα χρηματοοικονομικά μοντέλα και τις πολύπλοκες συναλλαγές, οι μεγάλες του αγάπες παραμένουν η οδήγηση και η μουσική. «Αν μου έλεγες αυτή τη στιγμή να πάμε να πιούμε έναν καφέ στη Θεσσαλονίκη, θα έμπαινα στο αυτοκίνητο και θα σε πήγαινα», λέει για να κλείσει την κουβέντα. «Και θα σου έβαζα να ακούς το “Echoes” των Pink Floyd».

Η πρώτη μπάντα στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Κρήτης.
Η μουσική είναι αυτή που κινεί και τον χειρουργό Εμμανουήλ Τσίγκο.Το πρωί βρίσκεται στο χειρουργείο. Το βράδυ, σε μια σκηνή, με ηλεκτρική κιθάρα και βαριά riffs, βυθίζεται σε έναν εντελώς διαφορετικό κόσμο. «Νομίζω ότι και τα δύο ήρθαν ταυτόχρονα», λέει ο χειρουργός ενδοκρινών αδένων, διευθυντής της Ι’ Χειρουργικής Κλινικής του Metropolitan General. «Από πολύ μικρός, όταν με ρωτούσαν πάντα η απάντησή μου ήταν ότι ήθελα να γίνω γιατρός». Η μουσική, σχεδόν παράλληλα, μπήκε στη ζωή του χωρίς να το επιλέξει συνειδητά. «Γύρω στα επτά αποφάσισε ο πατέρας μου ότι καλό θα ήταν να μάθω να παίζω κιθάρα, και κάπως έτσι ξεκίνησα κλασική κιθάρα». Αυτό που ξεκίνησε ως «ανάγκη των γονιών» έγινε, λίγα χρόνια αργότερα, κάτι βαθύτερο.
«Η μουσική ως πραγματική ανάγκη προέκυψε εκεί κάπου στην εφηβεία λόγω της ενασχόλησης με το χαρντ ροκ». Η πρώτη του μπάντα δεν γεννήθηκε σε κάποιο υπόγειο, αλλά σε ένα πανεπιστήμιο. Στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Κρήτης.
Γεννημένος το 1975, αυτοπροσδιορίζεται ως «παιδί των seventies». Μεγάλωσε, όπως αφηγείται, σε μια εποχή μουσικών «στρατοπέδων». «Τότε υπήρχε μια διακριτή κατηγορία ανθρώπων που ακούγανε μόνο ροκ μουσική ή μόνο ποπ, εγώ όμως άκουγα από Scorpions και Deep Purple μέχρι Χατζιδάκι και Παπάζογλου».
Στην εφηβεία, η μουσική μετατατράπηκε σε καταφύγιο. «Η μουσική ως πραγματική ανάγκη προέκυψε εκεί κάπου στην εφηβεία λόγω της ενασχόλησης με το χαρντ ροκ». Η πρώτη του μπάντα δεν γεννήθηκε σε κάποιο υπόγειο, αλλά σε ένα πανεπιστήμιο. Στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Κρήτης. «Το πρώτο συγκρότημα ήταν αμιγώς πανεπιστημιακό, τα μέλη ήταν φοιτητές.

«Είμαι ο δόκτωρ Τζέκιλ και ο Μίστερ Χάιντ. Η μουσική είναι η ψυχοθεραπεία μου». Η λέξη «θεραπεία» επανέρχεται συχνά στην κουβέντα. Οχι τυχαία. Γιατί η χειρουργική, όπως λέει ο ίδιος, ιδίως όταν αφορά ογκολογικά περιστατικά, δεν τελειώνει στο χειρουργείο. «Οταν κουβαλάς όλα αυτά στο σπίτι αρχίζουν και τα εσωτερικά προβλήματα, οπότε χρειάζεσαι κάτι για να τα απαλύνει». Σήμερα, ως διευθυντής χειρουργικής στο Metropolitan General, εξειδικεύεται στη χειρουργική ογκολογία των ενδοκρινών αδένων. Ενώ με την μπάντα του Innerwish έχει αφήσει το δικό του στίγμα στη σκηνή, έχοντας διανύσει και πολλά χιλιόμετρα στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Κάπου ανάμεσα στις δύο αυτές ζωές, ακολουθώντας το παράδειγμα «του θρύλου του heavy metal, Ronnie James Dio», αποφάσισε να συνδέσει χειρουργική και μουσική. Από το 2011, διοργανώνει συναυλίες με την μπάντα Rock ‘N’ RollChildren, των οποίων τα έσοδα διατίθενται σε ιδρύματα για παιδιά με κακοήθειες ή άλλες σοβαρές παθήσεις. Η ιδέα της «διπλής ζωής» τον κάνει να χαμογελά. «Η διπλή ζωή μερικές φορές παρεξηγείται. Ο άλλος νομίζει ότι είσαι χειρουργός το πρωί και το βράδυ δουλεύεις και ξενυχτάς στα κέντρα, και αυτό φυσικά δεν έχει καμία σχέση με την πραγματικότητα. Μερικοί ασθενείς έρχονται όμως να με ακούσουν!».

Η στήριξη από συναδέλφους έπαιξε σημαντικό ρόλο να κάνω και αυτό που αγαπώ πολύ.
«Η δημιουργικότητα δεν απαιτεί απαραίτητα μια μεγάλη αλλαγή ζωής για να βρει τον χώρο της», λέει η Βίβιαν Τσαμαδού, η οποία ακροβατεί ανάμεσα στον κόσμο της επικοινωνίας και της εταιρικής κοινωνικής ευθύνης. «Συχνά ξεκινά όταν κάποιος βρει τον χρόνο ή την ανάγκη να στραφεί λίγο περισσότερο στον εαυτό του», λέει. Στην περίπτωση της Βίβιαν αυτό συνέβη την περίοδο της καραντίνας. Eχοντας περάσει από ισχυρές θέσεις σε μεγάλες εταιρείες όπως η Microsoft και η Intracom και μετρώντας 18 χρόνια ως Senior Consultant στην PwC, μία από τις μεγαλύτερες εταιρείες παροχής ελεγκτικών, φορολογικών και συμβουλευτικών υπηρεσιών στη διάρκεια του covid, άρχισε να αισθάνεται πως χρειαζόταν απαραιτήτως ένα πεδίο ελευθερίας. «Aρχισα να αφιερώνω περισσότερο χρόνο στον εαυτό μου», λέει, περιγράφοντας μια συνθήκη που παρότι περιλάμβανε αρκετή δουλειά είχε λιγότερες μετακινήσεις και διαφορετικούς ρυθμούς. Η καραντίνα λειτούργησε καταλυτικά για να ανακαλύψει αυτόν τον νέο κόσμο μέσα της. Επέστρεψε στο μπαλέτο μετά από χρόνια, δοκίμασε γιόγκα, πιλάτες, διαλογισμό, ενώ μέσα από αυτή τη διαδικασία επανασύνδεσης προέκυψε και η συγγραφή.
Η καραντίνα λειτούργησε καταλυτικά για να ανακαλύψει αυτόν τον νέο κόσμο μέσα της. Επέστρεψε στο μπαλέτο μετά από χρόνια, δοκίμασε γιόγκα, πιλάτες, διαλογισμό, ενώ μέσα από αυτή τη διαδικασία επανασύνδεσης προέκυψε και η συγγραφή.
«Εκεί λοιπόν μου βγήκε και άρχισα να γράφω», σημειώνει, εξηγώντας πως η αφετηρία ήταν ένα όνειρο που είδε ένα βράδυ και το οποίο σταδιακά μετατράπηκε σε ένα παραμύθι. Η ιδέα οδήγησε στη δημιουργία ενός φανταστικού κόσμου με χαρακτήρες και πλοκή και άνοιξε έναν νέο δημιουργικό κύκλο στη ζωή της. Ετσι γεννήθηκε και η σειρά βιβλίων με τις μάγισσες, ιστορίες που, αντί να τοποθετούνται σε έναν μακρινό, φανταστικό κόσμο, έχουν έντονα ελληνικά στοιχεία. Οι ηρωίδες ζουν σε ένα περιβάλλον οικείο, ακόμη και στην ελληνική επαρχία. Οι «μικρές μαγισσούλες» έχουν διαφορετικές προσωπικότητες: από τη «μικρή άτακτη μαγισσούλα που τα κάνει όλα σαλάτα» μέχρι την πιο δυναμική και την πιο εσωστρεφή μορφή που «φοβάται λίγο να είναι πάνω στη σκούπα, αλλά είναι πάρα πολύ καλή».
Το χόμπι της έγινε μια δεύτερη επαγγελματική πορεία, καθώς μέσα σε αυτό το σύντομο χρονικό διάστημα κατόρθωσε να εκδώσει δύο βιβλία. «Οι Μάγισσες δεν Πιστεύουν στα Δάκρυα» και «Στις Σκούπες, Αδελφές μου, στις Σκούπες!» από τις Εκδόσεις Μάρτης (Εκδόσεις Ψυχογιός). Πολύ σύντομα οι μικρές Ελληνίδες μάγισσες θα κυκλοφορούν στο εξωτερικό», λέει με μεγάλη χαρά.

Παράλληλα με τη συγγραφή, συνεχίζει να εργάζεται στον τομέα του κοινωνικής υπευθυνότητας επιλέγοντας ένα πιο ευέλικτο μοντέλο με την υποστήριξη της εταιρείας. «Η στήριξη από συναδέλφους και ανώτερους έπαιξε σημαντικό ρόλο για να κάνω και αυτό που αγαπώ πολύ. Η συγγραφή δεν λειτουργεί ανταγωνιστικά αλλά συμπληρωματικά με την καριέρα μου», λέει η ίδια εξηγώντας πως οι δύο ενασχολήσεις της τη βελτιώνουν αμφίδρομα. «Να μην ξεχνάμε τον εαυτό μας, δεν είναι μόνο η δουλειά. Οταν κάνεις κάτι άκρως αντίθετο από το επάγγελμα σου, μπορεί να λειτουργήσει ως αντίβαρο. Σου δίνει μια δεύτερη ζωή, μια δεύτερη προσωπικότητα, και σου διοχετεύει μια νεότητα που δεν μπορείς να βρεις αλλιώς».

