«Τι θέλει το ούζο; Πρώτα πρώτα, καλή παρέα. Υστερα, απαλές κουβέντες. Πολιτικά και ποδοσφαιρικά απαγορεύονται. Μετά, μεζέδες μικρούς και μερακλίδικους. Και βέβαια όχι βιασύνες. Τότε, με το βλέμμα να φεύγει στη θάλασσα, ξαναμπαίνουν όλα σε τάξη, παίρνουν τη διάσταση που πρέπει. Ο,τι και να ‘χει συμβεί, αντιμετωπίζεται. Αυτό είναι το μαγικό της Μυτιλήνης».
Η Βάγια Βαρβαγιάννη στεκόταν πλάι σε μια ασπρόμαυρη φωτογραφία του πατέρα της και του παππού της, οι οποίοι έκαναν την πιο διάσημη ποτοποιία στο Πλωμάρι από το 1860. Μας εξηγούσε πώς η επιχείρηση ξεκίνησε με μόνο ένα καζάνι, ευστροφία, εργατικότητα, αλλά και με τον τεράστιο πλούτο των γεύσεων της Λέσβου. Γλυκάνισος σαν και αυτόν που παράγεται στο Λισβόρι δεν υπάρχει στην πλάση, προσέθετε. Και τα λόγια της ήταν το καλύτερο απόσταγμα για το τι είναι σήμερα αυτό το νησί, που κλείνει μέσα του κόσμους ολόκληρους.

Από την τράπεζα στα πρόβατα
Γιατί τι άλλο μπορεί να είναι η Μυτιλήνη παρά ένα σύμπαν από μόνη της. Μια στεριά αναχώρησης και άφιξης. Από ριψοκίνδυνους εμπόρους αστούς που έκαναν τα λεφτά τους στην Οδησσό, στην Αλεξάνδρεια, στη Μασσαλία και στην Τεργέστη τον 19ο αιώνα μέχρι βοσκούς, γεωργούς, ψαράδες και κτηνοτρόφους. Από τους Μικρασιάτες πρόσφυγες του ’22 έως τους μετανάστες που φτάνουν ακόμη με βάρκες και τους Ισραηλινούς με τα εξοχικά σπίτια που έχουν βρει μια δεύτερη πατρίδα τα τελευταία 20 χρόνια. Είναι και μια στεριά επιστροφής για όσους είχαν μετοικήσει στην Αθήνα και επέστρεψαν με την οικονομική κρίση.
Οπως η Ελένη Σιβρή και ο σύζυγός της Δημήτρης, οι οποίοι –όταν οι τράπεζες μείωναν προσωπικό το 2013– άφησαν τις καριέρες τους για να εγκατασταθούν στο πατρογονικό χωριό της πρώτης. Την ορεινή Φίλια των 600 κατοίκων με παράδοση τυροκομική. Εκείνη άνοιξε μια καταπληκτική μικρή επιχείρηση με ροδόσταμα, μια τέχνη που είχε μάθει από τη γιαγιά της. Και εκείνος αγόρασε εννέα πρόβατα, που με τα χρόνια τα έκανε 100. Πριν από λίγο καιρό τα πούλησε και τώρα βοηθάει ενεργά τη γυναίκα του.

«Ο Δημήτρης, που καταγόταν επίσης από τη Μυτιλήνη, ήθελε να επιστρέψει στον τόπο των παιδικών καλοκαιριών. Το ‘χε λίγο στο μυαλό του πιο ρομαντικά, σαν το “Μικρό σπίτι στο λιβάδι”. Εγώ πάλι, που μεγάλωσα στη Φίλια, είχα μεγαλύτερη γνώση των δυσκολιών, ο πατέρας μου είναι εν ενεργεία κτηνοτρόφος. Ηξερα ότι θα ξεκινούσαμε όχι από το μηδέν, αλλά από το μείον. Αλλού θα έλεγαν πως είμαι τρελή επειδή άφησα τη θέση της προϊσταμένης ή πως ήρθαμε τραπεζικοί από την Αθήνα να το παίξουμε καλλιεργητές και τσοπάνοι. Κι όμως, όλο το χωριό αγκάλιασε εμάς και το παιδί μας και στήριξε την προσπάθειά μας. Οι παλιοί συνάδελφοι στην αρχή μάς έπαιρναν τακτικά τηλέφωνο. “Το μετανιώσατε;”, μας ρωτούσαν. Οχι μόνον δεν το μετανιώσαμε, αλλά απολαμβάνουμε πια ένα άλλο επίπεδο ζωής και μάλιστα φίλοι πια από την Αθήνα μας λένε “σας ζηλεύουμε”. Χρειάστηκε κόπος, αγώνας, θάρρος και η αίσθηση της κοινότητας που πήραμε από το χωριό για να τα καταφέρουμε».
Κατηφορίσαμε με την Ελένη για σαρδέλες στην Καλλονή, αλλά και για να συναντήσουμε τον Παναγιώτη Νανίδη, ο οποίος έχει υπάρξει πρόεδρος των συλλόγου των αλιέων του νησιού. Μαζεύοντας τα γεμάτα δίχτυα του μας εξηγούσε ότι σε αντίθεση με τις Κυκλάδες όπου τα ιχθυαποθέματα λιγοστεύουν, η Μυτιλήνη, με τη γεωμορφολογία της των δύο κλειστών κόλπων, παραμένει ένα ξεχωριστό οικοσύστημα με μεγάλο πλούτο σε ψάρια και όστρακα: «Με τα φετινά μελτέμια η σαρδέλα ήταν τόση, που έβγαινε έξω από το νερό. Ομως το πρόβλημα είναι ότι για εμάς τους νησιώτες και για όλους τους Ελληνες ψαράδες την πολιτική για τη αλιεία διαμορφώνουν άνθρωποι στα υπουργεία. Οχι μόνον δεν έχουν μπει σε βάρκα στη ζωή τους και δεν έχουν ιδέα, αλλά φέρνουν πάντα περισσότερα εμπόδια παρά λύσεις. Γι’ αυτό και μειώνεται ο αριθμός των επαγγελματιών ακόμη και εκεί όπου έχει ψάρι, διότι εκτός από ψαράς, πρέπει να ‘σαι λογιστής και δικηγόρος για να τα φέρεις βόλτα, έτσι όπως αλλάζουν τους νόμους».

Καλλιέργεια χρυσή και απειλούμενη
Εκτός από την κτηνοτροφία και την αλιεία, το σπουδαιότερο αγαθό της Μυτιλήνης είναι το λάδι της. Ο Σταύρος Γρυπιώτης, από τους μεγαλύτερους γνώστες στο εμπόριο αυτού του είδους, μας περίμενε στο γραφείο του στα Λουτρά. «Εχουμε μια παγκόσμια πρωτοτυπία στη Λέσβο. Για περίπου 100.000 πληθυσμό διαθέτουμε 12 εκατομμύρια ελαιόδενδρα, άρα έχουμε τη μεγαλύτερη αναλογία ανά κάτοικο. Αυτό το προϊόν έδωσε ευμάρεια στο νησί, που απέκτησε ιστορικά τις πρώτες εξελιγμένες εγκαταστάσεις παραγωγής λαδιού και σαπουνιού. Η ποιότητά του είναι εξαιρετική, μόνο που τα τελευταία χρόνια αντιμετωπίζουμε δύο προβλήματα. Την έλλειψη εργατικών χεριών, μια και οι Αλβανοί πλέον δεν ασχολούνται τόσο πολύ, ενώ εργαζόμενοι από τρίτες χώρες πρέπει να εκπαιδευτούν. Επίσης, η κλιματική αλλαγή έχει αλλάξει πολύ τα δεδομένα με τις παρατεταμένες ανομβρίες. Οι παλιοί έλεγαν ότι η ελιά είναι η χειρότερη μάνα. Οταν το δένδρο δεν έχει νερό να ζήσει, αποβάλλει άνθος και καρπούς για να επιβιώσει. Οσες και αν είναι οι δυσκολίες, πάντως, η Λέσβος έχει τη δική της δυναμική, που με σωστές πολιτικές θα γνώριζε μεγάλη ανάπτυξη. Τώρα πολλά νέα παιδιά που είναι δεμένα με τα χωριά τους αναγκάζονται να τα εγκαταλείψουν, είτε για να βρουν δουλειά στην Αθήνα και αλλού είτε για να εγκατασταθούν στην πρωτεύουσα του νησιού».

«Οι παλιοί έλεγαν ότι η ελιά είναι η χειρότερη μάνα. Οταν το δένδρο δεν έχει νερό να ζήσει, αποβάλλει άνθος και καρπούς για να επιβιώσει. Οσες και αν είναι οι δυσκολίες, πάντως, η Λέσβος έχει τη δική της δυναμική».
Το φαινόμενο της εσωτερικής αστυφιλίας μάς το επιβεβαίωσε και ο παλιός εκπαιδευτικός και πρόεδρος του ιστορικού Αναγνωστηρίου της Αγιάσου, Κλεάνθης Κορομηλάς. Συνταξιούχος φιλόλογος, τον οποίο όλοι προσφωνούν με τον παλιό σεβασμό της λέξης «δάσκαλε», έχει εργαστεί για να διασώσει έναν φορέα που ιδρύθηκε το 1894, πολύ προτού η Λέσβος γίνει τμήμα της Ελλάδας. Το Αναγνωστήριο διαθέτει μια τεράστια βιβλιοθήκη με 25.000 τόμους, διαπρέπει όμως και στο θέατρο και στη μουσική, ένα κύτταρο ζωντανό και χρήσιμο για την κοινότητα.

Στην παρέα μας ήταν και ο Παναγιώτης Σκορδάς και ο επίσης εκπαιδευτικός Γιώργος Ξενέλλης: «Εχουμε παρατηρήσει από το 1980 πόσο μικραίνουν τα τμήματα στα σχολεία», λένε, επισημαίνοντας ότι η Αγιάσος από 7.000 κατοίκους έπεσε στις 2.000. Ενας από τους λόγους είναι ότι εδώ και δεκαετίες υπάρχει μεγάλη παράδοση αριστείας στα σχολεία της και τα παιδιά περνούν μαζικά σε καλές σχολές. Σπουδάζουν αλλού και δεν ξαναγυρίζουν πίσω. «Είμαστε θύματα της επιτυχίας μας εμείς οι δάσκαλοι, αλλά και της αγάπης για την καλλιέργεια που έχει το χωριό μας», συμφωνούν.

Και αυτοί που δεν μπαίνουν στα πανεπιστήμια; «Εκεί το πράγμα είναι χειρότερο. Τους έκανε το κράτος συνοριοφύλακες και τους χάσαμε διά παντός επειδή διορίζονται σε άλλα μέρη». Και οι τρεις τους πιστεύουν πως εκτός από τα λιοτρίβια, τις ποτοποιίες, τα τυροκομεία, το νησί θα μπορούσε να «σηκώσει» και άλλες επαγγελματικές και οικονομικές δραστηριότητες διότι οι άνθρωποι έχουν μόρφωση, αγάπη για τον τόπο και νόστο να επιστρέψουν. Δουλειές αντίστοιχες των προσόντων τους, όμως, δεν υπάρχουν. «Είναι κρίμα διότι κάποτε η Μυτιλήνη ήταν από τα πιο προηγμένα μέρη στη Μεσόγειο επειδή συναπάρτιζε μια νοητή γεωγραφική ενότητα με το Αϊβαλί και τη Σμύρνη και τα οικονομικά νταραβέρια τους. Μετά την Καταστροφή, από το κέντρο της δραστηριότητας αυτής βρέθηκε μόνη στην άκρη του χάρτη, μακριά από την πρωτεύουσα. Αυτό της στέρησε πολλά. Και της στερεί ακόμη».
Στο έμπα της Αγιάσου, βρήκαμε και έναν από τους παραδοσιακούς κεραμοποιούς της Μυτιλήνης, τον Δημήτρη Χατζηγιάννη που δουλεύει τον τροχό. Ο πρόσφυγας παππούς του και ο πατέρας του άφησαν μεγάλο όνομα στο νησί. Το ταλέντο το έχουν πάρει και τα παιδιά του, που συχνά παρατούν το κινητό για να ασχοληθούν με τον πηλό, «αλλά μετά πάλι νικάει η τεχνολογία», ομολογεί. «Το καλό είναι τουλάχιστον ότι μεγαλώνουν σε ένα χωριό όπου ο ένας ξέρει τον άλλο, πλάι στη φύση, και ότι χαίρονται την παιδική τους ηλικία. Οσο για μένα και αυτό που κάνω, χρειάζεται γαλήνη και ηρεμία».
Κάναμε μια μικρή στάση για ουζάκι στο ονομαστό καφενείο της πλατείας του χωριού, που οι ντόπιοι ονομάζουν για πλάκα «Εξάρχεια» διότι όταν ανάβουν οι συζητήσεις, σπάει και κανένα ποτήρι. Με την τηλεόραση να παίζει στο βουβό ένα τηλεπαιχνίδι, βοσκοί και αγρότες τσιμπολογούσαν άγρια μανιτάρια που κάποιος είχε μαζέψει το πρωί και τους είχε φιλέψει. Μας φίλεψαν και εμάς.
Η αρχιτεκτονική μνήμη
Για να φτάσουμε ώς το στέκι, περάσαμε μέσα από τα στενά με τα καταπληκτικά παλιά σπίτια. Χωρίς υπερβολή η Μυτιλήνη με τα χωριά της έχει το μεγαλύτερο, το πιο αξιόλογο και πλέον ανεκμετάλλευτο αρχιτεκτονικό απόθεμα στην Ελλάδα. Ακόμη και στα πιο φτωχά χωριά θα βρει κανείς υπέροχες πετρόκτιστες κατοικίες. Σε πλατφόρμες ακινήτων βγαίνουν για πώληση σε τιμές πολύ χαμηλές, καθώς οι περισσότερες θέλουν ριζική ή μερική ανακαίνιση: «Η απόσταση από την Αθήνα και τα ακριβά μεταφορικά που μας χωρίζουν είναι ο λόγος που τα σπίτια αυτά σώθηκαν μαζί με το γεγονός ότι υπήρχε πάντα ήπια τουριστική ανάπτυξη.

Σπουδαίο και το πλαίσιο προστασίας που έκανε ο αρχιτέκτων Νίκος Σηφουνάκης, ο οποίος διετέλεσε νομάρχης, βουλευτής και υπουργός», λέει ο μεσίτης Αντώνης Λεωνής. «Αυτοί που αγοράζουν είναι κυρίως Αθηναίοι με καταγωγή από εδώ, παιδιά μεταναστών που πήγαν στην Αμερική και σε άλλα μέρη του πλανήτη. Υπάρχουν και κάποιοι ψηφιακοί νομάδες και Ευρωπαίοι που μπαίνουν στον κόπο να αποκαταστήσουν σπίτια».
Ωστόσο, η μεγαλύτερη ομάδα είναι οι Ισραηλινοί, που έχουν επιλέξει το Πλωμάρι και την Ερεσό. «Εχουν δώσει ζωή, έχουν σεβαστεί τα σπίτια, έχουν χτίσει νέες κατοικίες μέσα σε ελαιοκτήματα. Η κοινότητά τους αυξάνεται χρόνο με τον χρόνο την τελευταία 20ετία. Γενικά έχουν τη συνήθεια όπου πάει ένας, να ακολουθούν μετά δεκάδες. Κινούνται ομαδικά και αυτό έχει βγει σε καλό για μέρη που έχαναν σταδιακά τον πληθυσμό τους», λέει ο μεσίτης, ο οποίος θεωρεί ότι το κράτος πρέπει να δώσει μεγαλύτερα κίνητρα για να σωθεί το μεγάλο αυτό αρχιτεκτονικό κεφάλαιο της παράδοσης της Μυτιλήνης, όπως λ.χ. στη φορολογία. Οσες οικογένειες, πάντως, βρέθηκαν να κληρονομούν αρχοντικά, τα φέρνουν δύσκολα βόλτα, καθώς το φορολογικό κόστος της διατήρησης και τα έξοδα συντήρησης είναι απίστευτα.

Με τον φωτογράφο μας Νίκο Κοκκαλιά περάσαμε ένα βράδυ το κατώφλι ενός από τα ιστορικότερα και εντυπωσιακότερα οικοδομήματα της Λέσβου, που ανήκε σε συγγενή του Οδυσσέα Ελύτη. Κτίστηκε από τον αδελφό του πατέρα του, Θρασύβουλο Αλεπουδέλλη, το 1910. Εκτός από τον νομπελίστα, από τις σάλες του πέρασαν πολλές προσωπικότητες, όπως ο Εμπειρίκος, ο Τεριάντ και ο Βενιζέλος, ο οποίος άφησε και φωτογραφίες με αφιέρωση.
Τα αρχικά έπιπλα ήταν στη θέση τους, μαρτυρώντας ένα επίπεδο ζωής εντελώς κοσμοπολίτικο. Θέρμανση, βεβαίως, για τα 700 τετραγωνικά του θα ήταν πανάκριβη και ασύμφορη, οπότε συναντήσαμε δύο από τους κληρονόμους στο μόνο δωμάτιο πλάι στο σαλόνι που είχε σόμπα: την Ολγα Ιωάννου, χήρα του πρωτοξάδελφου του Ελύτη, Κωστή Ιωάννου –που κατοικεί στο σπίτι του κηπουρού– και τη νεαρή εξ αγχιστείας συγγενή της Εριφύλλη Χαλκιάδου – που μένει σε μία από τις κρεβατοκάμαρες του ορόφου. Στην παρέα μας ήταν και η συντηρήτρια, ανιψιά της πρώτης, Δέσπω Πίτσιου.
Το σπίτι δέχεται συχνά επισκέψεις σχολείων. Ρώτησα αν τα παιδιά εντυπωσιάζονται με αυτό το κομμάτι του παρελθόντος: «Μου φαίνεται ότι τη νέα γενιά δεν τη συγκινούν τέτοια πράγματα πια», λέει λίγο μελαγχολικά η κ. Ιωάννου, η οποία έχει στη μορφή και στους τρόπους την παλιά ευγένεια. «Μα ούτε και η πολιτεία έχει ασχοληθεί σοβαρά με το ζήτημα αυτό. Τις δεκαετίες του 1960 και του 1970 αλλά και αργότερα, πολλά τέτοια σπίτια καταστράφηκαν, ενώ σε άλλα ο κήπος τεμαχίστηκε και ανηγέρθησαν νέα κτίρια, στερώντας τους ζωτικό χώρο. Η αντιπαροχή στάθηκε καταλυτική ώστε σπουδαία οικοδομήματα που είχαν γίνει από Μυτιληνιούς που έβγαλαν χρήματα στην Οδησσό και στην Αίγυπτο να χαθούν μια για πάντα. Ομως και πολλά από αυτά που έχουν απομείνει κινδυνεύουν, καθώς οι απόγονοι-κληρονόμοι είναι πολλοί και δεν δύνανται οικονομικά να τα συντηρήσουν. Αλλα έχουν περάσει σε ιδιοκτησία των τραπεζών για χρέη», τονίζει, ενώ η συντηρήτρια ανιψιά της προσθέτει πως ακόμη και μια οροφογραφία να θες να συντηρήσεις, τα έξοδα είναι δυσανάλογα πολλά.

Η επόμενη επίσκεψή μας στο αρχοντικό Γούτου – Αλεπουδέλλη που σχετίζεται πάλι με την οικογένεια του ποιητή, μαρτυρεί τον λώρο που κόπηκε από το 1922: «Σκεφτείτε ότι η Σμύρνη κάηκε, τα αρχοντικά της πλέον δεν υπάρχουν, όμως αυτό εδώ το κτίριο που κτίστηκε για τον Λουκά Γούτο –διατηρητέο τόσο στην όψη όσο και στο εσωτερικό– μας γυρίζει νοητά στην πόλη. Καθώς έγινε από τον αρχιτέκτονα Ιγνάτιο Βαφειάδη στο ύφος των εκεί αρχοντικών και τα έπιπλα ήρθαν από τη Μικρασία», λέει ο Αργύρης Χατζημαλλής.
«Κάποτε η Μυτιλήνη ήταν από τα πιο προηγμένα μέρη στη Μεσόγειο επειδή συναπάρτιζε μια νοητή γεωγραφική ενότητα με το Αϊβαλί και τη Σμύρνη. Μετά την Καταστροφή, βρέθηκε μόνη στην άκρη του χάρτη».
Με σπουδές βιβλιοθηκονομίας, ο Μυτιληνιός έζησε κάποια χρόνια στην Αθήνα, αλλά αποφάσισε να επιστρέψει στα πάτρια. Κάποια στιγμή έκανε το όνειρό του να ασχοληθεί με την υφαντική και τους αργαλειούς πραγματικότητα. Γνωρίζοντας τη δουλειά του, η τελευταία κληρονόμος του σπιτιού, Μαρίνα Λεωνιδοπούλου, κόρη της αγαπημένης ανιψιάς του Ελύτη, είχε μια πρωτότυπη ιδέα. Η ίδια δεν ζούσε πλέον στη Μυτιλήνη και οι κλέφτες είχαν βάλει το σπίτι στο μάτι. Ετσι, τον προσκάλεσε να μείνει εκείνος και να μεταφέρει σε ένα δωμάτιο τον αργαλειό του. Εκτοτε εργάζεται εκεί και ταυτόχρονα συντηρεί και αναδεικνύει αντικείμενα που βρίσκει στα συρτάρια των παλιών επίπλων.

«Κάποιος έχει πει σοφά πως ό,τι μας απέμεινε από τη Μικρασία είναι η Μυτιλήνη και έχει απόλυτο δίκιο», λέει ο κ. Χατζημαλλής, με πατέρα από τη Σμύρνη και μητέρα από την Πέργαμο. «Οι γεύσεις, ο χορός, τα χούγια, η αγάπη για την ομορφιά είναι αυτό που διατηρούμε σήμερα εδώ από τις χαμένες πατρίδες. Κάθε μέρα αισθάνομαι ότι το σπίτι αυτό μου ψιθυρίζει. Μου λέει ιστορίες την ώρα που υφαίνω. Χαίρεται που έχει συντροφιά. Το “απέναντι” για την υπόλοιπη Ελλάδα είναι αόριστο. Για εμάς είναι κάτι απτό. Οχι μόνον μια ξηρά στον ορίζοντα, αλλά ένα κομμάτι της ψυχής μας».

Εντυπωσιακό είναι ότι ακόμη και μέλη της νέας γενιάς, όπως ο αρχιτέκτων Ευάγγελος Αλατζάς, ο οποίος γεννήθηκε και μεγάλωσε στο νησί, αισθάνεται εντονότατα τη μικρασιατική ταυτότητα. Σπούδασε στην Αθήνα, αλλά επέστρεψε και αυτός το 2012 για να ανοίξει γραφείο. Με τη Χανιώτισσα γυναίκα του και το νεογέννητο παιδί τους έχουν μια ποιοτική καθημερινότητα. Βλέπει από πρώτο χέρι τα καταπληκτικά σπίτια και μέσα από τη δουλειά του παλεύει να σώσει όσα μπορεί, ξεκινώντας από τον οικογενειακό πύργο. Οσο για τη Μυτιλήνη, θεωρεί ότι έχει όλα τα φόντα για να ζεις καλά: «Είναι μεγάλη και δεν τη βαριέσαι, κάθε πλευρά της έχει διαφορετική φύση, οι άνθρωποι είναι ζεστοί και φιλόξενοι. Το φαγητό είναι υπέροχο, ο τουρισμός δεν μας έχει πνίξει. Και το πιο βασικό, στο αντικείμενό μου έχει δουλειά».

Μετά την περιπέτεια του προσφυγικού
Στην οικονομία του νησιού οι επισκέπτες από την Τουρκία παίζουν μεγάλο ρόλο. Τα τελευταία χρόνια, με τη «βίζα πόρτας» οι γείτονες είναι αυτοί που αιμοδοτούν το νησί και τον χειμώνα. Νιώθουν σαν στο σπίτι τους, ελεύθεροι να πιουν και να γλεντήσουν. Μια τέτοια παρέα Σμυρνιών έτρωγε δίπλα μας στην ταβέρνα όπου συναντήσαμε τον Στρατή Πόθα και τη Νέλλη Χατζηδάκη. Οι δυο τους είναι από τα ιδρυτικά μέλη της οργάνωσης «Συνύπαρξη και Επικοινωνία στο Αιγαίο» που ιδρύθηκε στα τέλη της δεκαετίας του ’90, μετά τα γεγονότα των Ιμίων, τα οποία κόντεψαν να μας φέρουν σε πολεμική σύρραξη. Εκτοτε με επισκέψεις, εκδηλώσεις και συνεργασίες έχουν φτιάξει ένα δίκτυο ανθρώπων από τις δύο πλευρές, που πιστεύουν ότι υπάρχει χώρος για ειρηνική συνύπαρξη. Από το 2015 και μετά ασχολήθηκαν πολύ και με το μεταναστευτικό.
«Ενα μέρος του νησιού που βρισκόταν κοντά στη Μόρια και σε άλλα μέρη όπου έφταναν βάρκες σαφέστατα πέρασε πολύ δύσκολα εκείνο το χρονικό διάστημα. Ο αριθμός των μεταναστών ήταν τεράστιος σε σύγκριση με τους κατοίκους. Από την άλλη, ντόπιοι επαγγελματίες σε διάφορους τομείς έβγαλαν πολλά χρήματα πουλώντας βασικά αγαθά σε υψηλότατες τιμές, ενώ τα ενοίκια των σπιτιών ανέβηκαν από τα μέλη των ΜΚΟ. Γέφυρες με τους απέναντι πάντα υπήρχαν και πάντα θα υπάρχουν, γιατί μοιραζόμαστε πολλά από το παρελθόν, τρώμε τα ίδια, γελάμε και κλαίμε με τα ίδια, έχουμε το ίδιο βλέμμα στη ζωή».

«Σε γιατρεύει»
Τελικά, πού στέκεται η Μυτιλήνη; Πού χτυπάει η καρδιά της; Στην Ανατολή ή στη Δύση; Ο καταξιωμένος καρδιοχειρουργός Στρατής Παττακός ταξίδεψε από την Αθήνα ώς το νησί μόνο και μόνο για να μας δείξει το χωριό του, τον Πολυχνίτο, να θυμηθεί τα παιδικά του χρόνια και τον δύσκολο αγώνα που έδωσε για να σπουδάσει στις ΗΠΑ, με ελάχιστα μέσα: «Ζώντας σε αυτό το σημείο του χάρτη, ανάμεσα σε δύο ηπείρους, οι άνθρωποι έμαθαν να είναι προσαρμοστικοί, να εργάζονται σκληρά, να είναι ευέλικτοι, να συνεννοούνται με όλους γιατί είναι στο γεωγραφικό μεταίχμιο. Η ιστορία του Δουκάκη, ο οποίος καταγόταν από ένα φτωχό χωριό και έφτασε σχεδόν στον Λευκό Οίκο, τα λέει όλα. Σε έναν κόσμο που γίνεται όλο και πιο απρόβλεπτος, η Μυτιλήνη προσφέρει το καλύτερο αντίδοτο. Εδώ θα πιεις ένα ουζάκι, θα φας ένα φρέσκο όστρακο, θα πιάσεις κουβέντα με τον διπλανό, θα δεις το ηλιοβασίλεμα και θα πεις μέσα σου “είμαι ζωντανός, αυτό αρκεί”. Αυτό το νησί έχει το ανθρώπινο που σε γιατρεύει…».

