«Τελειώνοντας την έκτη δημοτικού υπήρχε τρομερός ανταγωνισμός. Σταματούσαν κόσμο στον δρόμο και τους ζητούσαν να τους κάνουν follow. Μια φίλη της κόρης μου είχε ξεφύγει τελείως: πλήρωνε δέκα ευρώ σε κάποιους “famous” τύπους που γνώριζε, για να ανεβάσουν μια σέλφι μαζί της ώστε να αυξήσει τους followers της», μας αναφέρει η Γιάννα, μητέρα 15χρονων διδύμων από την Καλαμάτα. Κατά τη διάρκεια της συζήτησης, χρησιμοποίησε αρκετά συχνά τη φράση «είχα πάθει σοκ». Η ίδια, παρά τις αμφιβολίες για το αν το μέτρο απαγόρευσης των social media μπορεί να εφαρμοστεί στην πράξη, τάσσεται υπέρ.
Η συζήτηση για την απαγόρευση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης σε παιδιά κάτω των 16 ετών έχει ανοίξει για τα καλά και στην Ελλάδα, ακολουθώντας το παράδειγμα της Αυστραλίας, που από τον Δεκέμβριο του 2025 έχει εφαρμόσει πλήρως το μέτρο σε παιδιά και εφήβους, προκαλώντας ένα ντόμινο αντιδράσεων διεθνώς. Η ελληνική κυβέρνηση βρίσκεται στην τελική ευθεία για τη λήψη αυστηρών μέτρων. Γονείς καταθέτουν στην «Κ» τις εμπειρίες τους από τις συνέπειες της υπερβολικής έκθεσης των παιδιών τους στα κοινωνικά δίκτυα και γενικότερα στο κινητό τηλέφωνο, και τοποθετούνται σε σχέση με τις σχεδιαζόμενες απαγορεύσεις.
Εφαρμογές ελέγχου
Η Σωτηρία, μητέρα τριών παιδιών ηλικίας 19, 17 και 15, η οποία μένει σε ένα χωριό λίγο έξω από τη Θήβα, είναι σύμφωνη με την απαγόρευση των social media σε παιδιά κάτω των 16 ετών. «Μπαίνουν σε πολλά σάιτ, ακόμα και σε πονηρά. Επίσης, ασχολούνται πολύ με τον καλλωπισμό. Δεν το χρησιμοποιούν για να δουν θέματα που τους ενδιαφέρουν όπως π.χ. για το σχολείο. Το σχολείο είναι σε τελευταία μοίρα. Το πρώτο που κοιτάνε οι 15χρονες κοπέλες, όπως η κόρη μου, είναι το μακιγιάζ, τα ρούχα, οι influencers. Θα προτιμούσα να μην έμπαιναν καθόλου στα social media μέχρι τα 16», αναφέρει.
Η ίδια έχει επιστρατεύσει την υπηρεσία Family Link προκειμένου να έχει μια εικόνα για το ποιες εφαρμογές χρησιμοποιεί η μικρή της κόρη. Παρά την όλη προσπάθεια όμως, δεν καταφέρνει πάντα να έχει τον έλεγχο του χρόνου που περνά παρακολουθώντας ή συνομιλώντας στα social media. Μάλιστα, όταν η κόρη της πηγαίνει στα σπίτια φίλων της, εκεί όπου η Σωτηρία δεν μπορεί να έχει πλήρη επίβλεψη της κατάστασης, γνωρίζει ότι περνούν αμέτρητες ώρες μπροστά από την οθόνη. «Οι άλλοι γονείς είναι πιο χαλαροί και δεν έχουν τέτοιες εφαρμογές ελέγχου», λέει, αναδεικνύοντας και μια άλλη πτυχή του προβλήματος.
Για να μπορέσουν να ελέγξουν τη χρήση των social media αρκετοί γονείς έχουν εγκαταστήσει την υπηρεσία Family Link. Τα παιδιά ωστόσο βρίσκουν τρόπο να ξεφύγουν μέσα από τα κινητά των φίλων τους.
Σε έρευνες που έχουν διεξαχθεί, παρά το γεγονός ότι το 80% της ελληνικής κοινής γνώμης τάσσεται υπέρ του μέτρου, το 57% δηλώνει επιφυλακτικό για το κατά πόσο μπορεί να εφαρμοστεί. «Τα παιδιά σήμερα δεν μιλάνε σχεδόν καθόλου μεταξύ τους. Ακόμα και όταν πηγαίνει στη φίλη της, πάλι στο κινητό είναι. Χθες μου είπε η ίδια η κόρη μου “βαρέθηκα”, γιατί κάθονταν μισή ώρα και δεν έκαναν τίποτα άλλο πέρα από το να κοιτάνε τα κινητά τους. Βλέπω έξω παρέες, δύο κορίτσια να πίνουν καφέ και η καθεμία να είναι στο κινητό της», κλείνει τη συζήτηση η Σωτηρία.
Η μεγάλη μου κόρη έχει όριο μία με δύο ώρες την ημέρα και η μικρή μισή ώρα.
Στο ίδιο μήκος κύματος βρίσκεται και η Μαρία, μητέρα δύο κοριτσιών 13 και 16 ετών, από τη Ραφήνα. Και οι δύο της κόρες έχουν κινητό, αλλά μόνο η μεγάλη έχει Instagram. Το πρόβλημα για την ίδια δεν είναι μόνο τα social media αλλά ότι το κινητό έχει γίνει προέκταση του χεριού τους: «Είναι στο χέρι τους όλες τις ώρες, εκτός από τις ώρες του σχολείου και του ύπνου. Ακόμα κι αν δεν μιλάνε, σίγουρα το κρατάνε. Η μεγάλη ακούει πολλή μουσική και βλέπει βιντεάκια», αναφέρει. Για να μπορέσει να ελέγξει τη χρήση των social media έχει εγκαταστήσει και αυτή την υπηρεσία του Family Link και φαίνεται πως έχει κάποια αποτελέσματα. «Τους δώσαμε κινητό με την προϋπόθεση ότι θα έχουν αυτή την εφαρμογή μέχρι τα 18», υπογραμμίζει. Θέτει κάθε ημέρα τη μέγιστη ώρα χρήσης. Μετά η εφαρμογή, λ.χ. το Instagram, κλειδώνει αυτόματα και η μόνη χρήση που μπορεί να κάνει είναι κλήσεις ή και να ακούσει μουσική. «Η μεγάλη έχει όριο μία με δύο ώρες την ημέρα και η μικρή μισή ώρα», αναφέρει. Και η Μαρία τάσσεται υπέρ του μέτρου.
Εθισμός
Για την οικογένεια της Γιάννας, όλα ξεκίνησαν την περίοδο του κορωνοϊού. Η κόρη της, δέκα ετών τότε, απέκτησε την πρώτη της συσκευή. Ηταν ένα απλό κινητό χωρίς κάρτα SIM με μοναδική λειτουργία την πρόσβαση στο διαδίκτυο. Της το αγόρασαν οι γονείς της -1,5 χρόνο νωρίτερα από ότι υπολόγιζαν να αγοράσουν κινητό στα παιδιά τους- γιατί το χρειαζόταν για μαθήματα μέσω Zoom. Τρεις μήνες μετά ο δίδυμος αδελφός της ζήλεψε πολύ, και ζήτησε από τους γονείς του να αγοράσουν και στον ίδιο. Συμφώνησαν. Σήμερα, έπειτα από πεντέμισι χρόνια, το κινητό τηλέφωνο αποτελεί μόνιμη πηγή έντασης και τσακωμών στο σπίτι.
Στην ηλικία των παιδιών της, είναι πολύ δύσκολο, λέει, να θέσεις όρια. Τον γιο της «δεν τον ενδιαφέρει καθόλου το σχολείο. Μόνο να έχει το κινητό στα χέρια του». Μάλιστα, έχει τύχει να εκδηλώσει ακόμα και πιο επιθετική συμπεριφορά για να μπορέσει να το πάρει πίσω. «Μέχρι σε ψυχολόγο έχουμε πάει. Είναι σαν εθισμός, σαν να παίρνεις ναρκωτικά», σημειώνει. Παρόλο που τάσσεται υπέρ, θεωρεί και αυτή πως το μέτρο απαγόρευσης των κοινωνικών δικτύων είναι δύσκολο να εφαρμοστεί σε όλες τις ηλικιακές ομάδες. «Πιστεύω ότι για τα παιδιά 16 ετών είναι πολύ δύσκολο, αλλά τουλάχιστον μέχρι τα 13-14 θα ήταν πάρα πολύ χρήσιμο να εφαρμοστεί», υποστηρίζει.
Καθημερινές μάχες
«Είμαι 100% υπέρ του μέτρου της απαγόρευσης», τονίζει ο Στέλιος, πατέρας δύο παιδιών, 15 και 17,5 ετών, που μένει στην Αθήνα. Θεωρεί πως τα social media ασκούν εθιστική δράση στα παιδιά στερώντας τους τη δυνατότητα να κάνουν άλλες, πιο παραγωγικές δραστηριότητες. «Εχουμε ακούσει μέχρι και το επιχείρημα “Δεν πηγαίνω εκδρομή, έχω να παίξω ηλεκτρονικά με τους φίλους μου”. Δίνουμε καθημερινές μάχες», σημειώνει στην «Κ». «Παρατηρώ μεγάλες αλλαγές στη συμπεριφορά του ύπνου τους. Ξενυχτάνε κολλημένα στο TikTok· είναι απλώς χάσιμο χρόνου», υπογραμμίζει.
Την πρώτη εβδομάδα έπεσαν μερικές αποβολές για τα μάτια του κόσμου, και τώρα όλοι είναι μέσα στην τάξη με το κινητό στο χέρι. Αν δεν υπάρχει πρόθεση εφαρμογής, θα βρεθεί παραθυράκι.
Οσο για τη συγκέντρωσή τους, θεωρεί πως επειδή τα παιδιά του έχουν συνηθίσει αυτούς τους πολύ γρήγορους ρυθμούς εναλλαγής εικόνας, αντιμετωπίζουν με έναν αντίστοιχο τρόπο και τα μαθήματά τους: «Γρήγορα, τσαπατσούλικα και επιδερμικά». Κλείνοντας, υποστηρίζει πως για να μην αποτύχει το μέτρο, όπως αυτό της απαγόρευσης των κινητών στα σχολεία, χρειάζεται σαφής πρόθεση εφαρμογής του: «Την πρώτη εβδομάδα έπεσαν μερικές αποβολές για τα μάτια του κόσμου, και τώρα όλοι είναι μέσα στην τάξη με το κινητό στο χέρι. Αν δεν υπάρχει πρόθεση εφαρμογής, θα βρεθεί παραθυράκι», καταλήγει.

