«Πρωί πρωί τους φόρτωσαν σε μεγάλα γερμανικά αυτοκίνητα και αλυσοδεμένους τους πέρασαν μέσα από τους Αθηναϊκούς δρόμους. Γύρω στον τόπο της εκτέλεσης στην Καισαριανή, τον Γολγοθά της Αθήνας, μαζεύτηκαν χιλιάδες κόσμου, μανάδες, γυναίκες, αδέρφια κι αδερφές να μάθουν αν είναι κι ο δικός τους άνθρωπος μέσα. Τα παιδιά μας κρατήθηκαν παληκαρίσια μπροστά στις μπούκες των ντουφεκιών. Ολοι μαζί τραγουδούσαν τον εθνικό ύμνο, έβριζαν κι έφτυναν κατάμουτρα Γερμανούς και τσολιάδες, ζητωκραύγασαν ως τον ουρανό για τη λευτεριά. Ούτε ένας δεν έχασε το θάρρος του. Η φωνή τους αντηχούσε παντού: “Αδέρφια, πεθαίνουμε για την Ελλάδα, για τη λευτεριά! Εκδικηθείτε μας, εκδικηθείτε μας!”. Ο ένας έσφιγγε το χέρι του άλλου, φώναζαν μεταξύ τους και στον κόσμο “Θάρρος! Θάρρος!”».
Η περιγραφή που συγκλονίζει δίνει «φωνή» στις πιο πολυσυζητημένες φωτογραφίες αυτών των ημερών. Ξεφυλλίζοντας αρχειακά ντοκουμέντα που περιλαμβάνονται στις συλλογές των Γενικών Αρχείων του Κράτους (ΓΑΚ) για την περίοδο της Κατοχής, η ματιά πέφτει στο πρωτοσέλιδο της εφημερίδας «Απελευθερωτής», με ημερομηνία 17 Μαΐου 1944.

Από τις πρώτες γραμμές, καταλαβαίνει κανείς ότι στο άρθρο, που έχει τίτλο «Οι σφαγές της Αθήνας», περιγράφεται η πιο μαζική εκτέλεση εκείνης της άνοιξης, στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής. Οι φωτογραφίες που εμφανίστηκαν προ ημερών σε δημοπρασία στο e-Bay και φέρεται να απεικονίζουν τις τελευταίες στιγμές των 200 που εκτελέστηκαν την Πρωτομαγιά του 1944, στην Καισαριανή, ζωντανεύουν μέσα από τις σοκαριστικές λεπτομέρειες εκείνης της θλιβερής μέρας.
«Τους εκτέλεσαν σε ομάδες από 20, μέσα σε 2 ώρες»
«Οι Γερμανοί έστεκαν σαν κτήνη και δίπλα τους οι τσολιάδες. Ο κόσμος από μακριά συγκινημένος έκλαιγε, έσφιγγε τη γροθιά του. Πέντε αστυφύλακες λιποθύμησαν. Οι καμπάνες της Καισαριανής χτυπούσαν πένθιμα σε όλη τη διάρκεια της εκτέλεσης. Ως την τελευταία στιγμή κι ενώ το πολυβόλο θέριζε, τα παιδιά μας ολόρθα φώναξαν: Πεθαίνουμε για την Ελλάδα! Πεθαίνομε για τη λευτεριά! Εκδίκηση! Εκδίκηση! Ζήτω το ΕΑΜ! Ζήτω ο εθνικός αγώνας!».
Κάθε ομάδα που ερχόταν η σειρά της έστεκε για το μακελειό στην ίδια πάντοτε θέση, δίπλα στον σωρό που σχημάτιζαν τα τρυπημένα απ’ τις σφαίρες κορμιά των συναγωνιστών τους, με τα πόδια βουτηγμένα μέσα στη λίμνη απ’ το αίμα, ακούγοντας τους στερνούς βόγγους, βλέποντας τις τελευταίες σπασμωδικές κινήσεις των παληκαριών που ξεψύχαγαν.
Το δημοσίευμα είναι γεμάτο με λεπτομέρειες από τη στιγμή των εκτελέσεων. «Οι Γερμανοί τούς εκτέλεσαν με σφαίρες ντουμ-ντουμ, σε ομάδες από 20, μέσα σε 2 ώρες. Κάθε ομάδα που ερχόταν η σειρά της, έστεκε για το μακελειό στην ίδια πάντοτε θέση, δίπλα στον σωρό που σχημάτιζαν τα τρυπημένα απ’ τις σφαίρες κορμιά των συναγωνιστών τους, με τα πόδια βουτηγμένα μέσα στη λίμνη απ’ το αίμα, ακούγοντας τους στερνούς βόγγους, βλέποντας τις τελευταίες σπασμωδικές κινήσεις των παληκαριών που ξεψύχαγαν. Υστερα φόρτωσαν τα πτώματα σε 3 μεγάλα αυτοκίνητα και με συνοδεία δική τους και τσολιάδων που γελούσαν και τραγουδούσαν τους μετέφεραν στο Νεκροταφείο και τους έθαψαν σε κοινούς λάκκους. Με τον ίδιο τρόπο συνεχίστηκαν και τις ερχόμενες ημέρες οι εκτελέσεις».
Το άρθρο κλείνει με ένα δυναμικό κάλεσμα προς τους Αθηναίους πολίτες. «Ομως, ο Αθηναϊκός λαός, αν και βουτηγμένος στο πένθος για τα ηρωικά παιδιά του, συνεχίζει αλύγιστος τον αγώνα του. Η τρομοκρατία δεν τον γονατίζει. Η ώρα πλησιάζει που οι ασυνείδητοι γερμανοτσολιάδες φονιάδες του θα πληρώσουν εκατονταπλάσια με το αίμα τους τα εγκλήματά τους. Φωτιά και τσεκούρι στους προδότες. Θάνατος στον αιμοσταγή βάρβαρο κατακτητή».

Το βαρύ κλίμα εκείνης της ημέρας αποτυπώνεται και σε πρωτοσέλιδο άρθρο του «Ριζοσπάστη», στις 10 Μαΐου του 1944, που βρίσκουμε μέσα σε έναν φάκελο συλλογής εντύπων των ΓΑΚ από την περίοδο της Κατοχής. «[…] Αγέρωχοι προϋπάντησαν τον σκληρό θάνατο οι ήρωες του έθνους μας. Σ’ όλη τη διάρκεια της θλιβερής πομπής πετούσαν απ’ τα παράθυρα των αυτοκινήτων χαρτάκια που έγραφαν ότι πεθαίνουν για τη λευτεριά, για τη Λαϊκή Δημοκρατία. Τραγουδούσαν τον εθνικό ύμνο, “Εχε γεια καημένε κόσμε” και ζητωκραύγαζαν για την Ελλάδα, τον λαό, τ’ ατσαλένιο Κ.Ε.Ε. […] Ολη την ώρα που τουφέκιζαν στον ματωμένο τοίχο της Καισαριανής τα καταστήματα έκλεισαν, οι καμπάνες χτυπούσαν λυπητερά και ο τηλεβόας με τα λόγια του ανατάραζε τις ψυχές του αγαναχτισμένου λαού που υποσχόταν εκδίκηση!».

Τα δημοσιεύματα της εποχής, από τον «Απελευθερωτή» έως τον «Ριζοσπάστη», δεν καταγράφουν απλώς ένα γεγονός. Μέσα από τις περιγραφές, τα συνθήματα, τις λεπτομέρειες της θηριωδίας, διασώζεται με ακόμη έναν τρόπο η μνήμη του γεγονότος, όπως τη βίωσε και την κατέγραψε η Αντίσταση.
Το κρίσιμο επόμενο βήμα
Σήμερα, οκτώ δεκαετίες μετά, οι φωτογραφίες που εμφανίστηκαν αναπάντεχα στο Διαδίκτυο έρχονται να προστεθούν -εφόσον αποδειχθούν αυθεντικές- στην αφήγηση μιας από τις πιο τραυματικές σελίδες της Νεότερης Ελληνικής Ιστορίας. Οπως επισημαίνει στην «Κ» ο πρόεδρος της Εφορείας των Γενικών Αρχείων του Κράτους, Δημήτρης Σωτηρόπουλος, το κρίσιμο βήμα σε αυτή τη φάση είναι η συστηματική έρευνα. Οχι μόνο για τη γνησιότητα των εικόνων αλλά και για τη διαδρομή τους στον χρόνο, τις συνθήκες παραγωγής τους και τον τρόπο με τον οποίο χρησιμοποιήθηκαν μεταπολεμικά.
«Πέρα από τη γνησιότητα πρέπει να δούμε κάτω από ποιες συνθήκες τραβήχτηκαν αυτές οι φωτογραφίες: ποιος και γιατί τις τράβηξε και πώς στη συνέχεια χρησιμοποίησε αυτό το υλικό», σημειώνει ο κ. Σωτηρόπουλος τονίζοντας ότι και ο ίδιος, ως ιστορικός, έχει κάνει τη δική του έρευνα για την υπόθεση των φωτογραφιών της Καισαριανής.

«Το υλικό πιθανότατα προέκυψε από τη φωτογράφιση ενός αξιωματικού της υπηρεσίας προπαγάνδας του Γκέμπελς, ο οποίος αναλάμβανε να κάνει αυτές τις δουλειές. Μεταπολεμικά -και αυτό είναι κάτι που πρέπει να διερευνηθεί- φέρεται να δημιούργησε ένα περιοδικό με τίτλο “Wildente” – «Αγριόπαπια», το οποίο απευθυνόμενο σε νοσταλγούς του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου δημοσίευε υλικό από βετεράνους που είχαν υπηρετήσει σε διάφορα σώματα του γερμανικού στρατού, όπως η Βέρμαχτ ή τα SS. Μένει λοιπόν να δούμε αν το υλικό χρησιμοποιήθηκε όσο οι ναζί ήταν ακόμη στην εξουσία ή αν πρωτοδημοσιεύθηκε μεταγενέστερα σε αυτό το περιοδικό», σημειώνει ο κ. Σωτηρόπουλος.
Ο καθηγητής Σύγχρονης Πολιτικής Ιστορίας του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου τονίζει ότι η ιστορική μνήμη δεν αρκεί να συγκινεί – πρέπει να τεκμηριώνεται. Ο ίδιος επισημαίνει τον θεσμικό ρόλο των Γενικών Αρχείων του Κράτους σε αυτή την υπόθεση. «Το ελληνικό κράτος πρέπει να είναι απολύτως βέβαιο για το υλικό που θα αγοράσει και στη συνέχεια θα διαθέσει στην ελληνική κοινωνία. Ο ρόλος των ΓΑΚ είναι κρίσιμος ως προς αυτό. Είναι ο φορέας που έχει την αρμοδιότητα και την τεχνογνωσία να συμβάλει σε αυτή την υπόθεση, μετατρέποντας το υλικό της μνήμης σε διασταυρωμένο δημόσιο τεκμήριο, αλλά και ο φορέας που διαθέτει τους μηχανισμούς να οργανώσει αρχεία και να προστατεύσει τη μνήμη. Τα ΓΑΚ θα υπάρχουν και μετά από εμάς. Επομένως, ένα τέτοιο αρχείο θα διασφαλιστεί διαχρονικά και θα είναι διαθέσιμο σε όλους, όπως όλα τα αρχεία τους», λέει στην «Κ» ο κ. Σωτηρόπουλος.
«Μπορείς να εμπορεύεσαι ένα μαζικό έγκλημα;»
Κι ενώ η δημοπρασία έχει ανασταλεί προσωρινά, o πρόεδρος της Εφορείας των Γενικών Αρχείων του Κράτους θέτει ένα βαθύτερο ερώτημα που ξεπερνά την αρχειακή τεκμηρίωση. Τι σημαίνει να τίθενται προς πώληση εικόνες ανθρώπων λίγα δευτερόλεπτα πριν από την εκτέλεσή τους; Πού τελειώνει η νόμιμη κυριότητα και πού αρχίζει το ηθικό όριο;
«Υπάρχει ένα ηθικό ζήτημα γύρω από το κατά πόσο αρχεία που αφορούν εγκλήματα πολέμου και μάλιστα τέτοιας έκτασης -την εκτέλεση 200 ανθρώπων- μπορούν να αποτελούν αντικείμενα οικονομικής συναλλαγής. Γνωρίζω ότι δεν μπορούμε να υπερβούμε τα νομικά επιχειρήματα, από την άλλη δεν μπορεί να αποφύγει κανείς το ερώτημα πώς μπορείς να εμπορεύεσαι ένα μαζικό έγκλημα», σημειώνει ο κ. Σωτηρόπουλος και καταλήγει: «Το ερώτημα ίσως να μην απαντάται νομικά. Ωστόσο, την ώρα που το ελληνικό κράτος επιδιώκει να αποκτήσει ένα τέτοιο αρχείο -και πρέπει να το κάνει- εισέρχεται ταυτόχρονα σε μία οικονομική συναλλαγή που δεν μπορεί να αποφορτιστεί από το ηθικό της βάρος».

