Η ανακοίνωση εμφανίστηκε το βράδυ της Τετάρτης στο Facebook. Μέσα σε λίγες γραμμές, ακόμα ένα μικρό αλλά σημαντικό βιβλιοπωλείο της Αθήνας ενημέρωσε ότι στις 15 Μαρτίου κατεβάζει ρολά. Το «Λεξικοπωλείο» στην πλατεία Προσκόπων λειτουργούσε 14 χρόνια, και για όσους πέρασαν από εκεί δεν ήταν απλώς ένας βιβλιοφιλικός χώρος. Ο πάνω όροφος με τα ξενόγλωσσα και τα μεταχειρισμένα βιβλία, η γωνιά με την ποίηση και τα παιδικά, η προσεγμένη ταξινόμηση των τίτλων ανά εκδοτικό οίκο – όλα αυτά το έκαναν ένα σταθερό σημείο συνάντησης στον αριθμό 13 της οδού Στασινού.
Ανοιξε το 2011 από την Οντίλ Μπρεγιέ και αρχικά εξειδικευόταν σε λεξικά και γαλλόφωνη βιβλιογραφία. Βασικός συνεργάτης ο Διαμαντής Διαμαντίδης, ο οποίος συντόνιζε τις εκδηλώσεις και τις περίφημες λέσχες ανάγνωσης. Σύντομα, το βιβλιοπωλείο αναπτύχθηκε και έγινε ακόμα μία αναγνωστική όαση στη συνοικία των βιβλίων, το Παγκράτι. «Ηταν μια φωλιά στην καρδιά της γειτονιάς που μας πότιζε λέξεις και ιδέες», λέει στην «Κ» η συγγραφέας Λένα Διβάνη, η οποία στενοχωρήθηκε πολύ με αυτή την εξέλιξη. «Αδειασε η φωλιά; Μείναμε άστεγοι και διψασμένοι αναγνώστες και συγγραφείς. Θα μας διώξουν και απ’ αλλού. Δεν πειράζει».
Ο συγγραφέας Θοδωρής Ρακόπουλος τονίζει ότι αυτό ήταν το βιβλιοπωλείο του. Εχοντας την κάρτα πιστότητας του πελάτη, για κάθε αγορά των 20 ευρώ έπαιρνε μια στάμπα με το βατραχάκι-σήμα κατατεθέν. «Το επισκεπτόμουν ακόμα και για μια απλή βόλτα, ενώ συχνά έφευγα με βιβλία -από ποίηση έως παιδικά- μετά από κουβέντα και ακούγοντας τις προτάσεις του προσωπικού στην όμορφα διαμορφωμένη ειδική πτέρυγα». Για τον Ιάκωβο Ανυφαντάκη, οι αναμνήσεις από το «Λεξικοπωλείο» περνούν μέσα από τα μοναδικά ευρήματα. «Περνούσα συχνά από εκεί και μια φορά βρήκα μεταχειρισμένο το πρώτο βιβλίο του Τζον Απνταϊκ, “Rabbit Run” (1960). Χάρηκα πολύ», θυμάται ο συγγραφέας.
Η φιλική ατμόσφαιρα και το πολιτισμικό αποτύπωμα του χώρου συμπυκνώνονται και στα λόγια του Αχιλλέα Κυριακίδη. «Το “Λεξικοπωλείο” είναι (δεν πάει το στόμα μου να πει “ήταν”) μια ζεστή φωλιά ευγένειας, ήθους, πολιτισμού με την όσο το δυνατόν ευρύτερη έννοια του όρου. Και λέω “ζεστή” γιατί αυτό είναι που κυρίως αισθάνεται κανείς όχι μόνο όταν βρίσκεται εκεί, αλλά και όταν το φέρνει στον νου του: τη θαλπωρή της αγκαλιάς, τη θαλπωρή που σου χαρίζει ένα καλό βιβλίο πέρα από την αισθητική απόλαυση», σημειώνει ο συγγραφέας, μεταφραστής, σεναριογράφος και σκηνοθέτης.
Η Βίκυ Κατσαρού αναδεικνύει τη ζωντανή διάσταση του βιβλιοπωλείου. «Η σχέση μου με τον χώρο ήταν βιωματική: είχα συμμετάσχει σε λέσχες ανάγνωσης, είχα ακούσει βιβλιοπαρουσιάσεις, γνώρισα πρόσωπα πίσω από τα κείμενα και τους σπουδαίους ανθρώπους που εργάζονταν εκεί», λέει η συγγραφέας και υπεύθυνη έκδοσης στις εκδόσεις Διόπτρα. Με αγάπη για τα βιβλιοπωλεία, η αρχιτέκτονας Τζίνα Σωτηροπούλου, η οποία επισκέπτεται τακτικά την πλατεία Προσκόπων, σταματούσε συχνά στο κατάστημα της γωνίας με τις κόκκινες τέντες. «Ηταν η καθοριστική πινελιά στον χάρτη που έδινε στη γειτονιά εκείνο το συναίσθημα ευφορίας: ένα σημείο συνάντησης όπου τέμνονταν τα νέα της ημέρας και καλλιεργούνταν δεσμοί μέσα από κείμενα και συζητήσεις. Τοπόσημο πολιτισμού και πολύτιμη ψηφίδα συντροφικότητας».

«Μια επικίνδυνη πολιτισμική συρρίκνωση»
Το κλείσιμο ενός βιβλιοπωλείου -και μάλιστα συνοικιακού- δεν συνιστά απλώς μια τυπική διακοπή λειτουργίας. Πρόκειται για πλήγμα στον πολιτισμό και στην παιδεία μιας πόλης. Ο συγγραφέας και δραματουργός Μάνος Λαμπράκης επισημαίνει ότι «κάθε τέτοιος χώρος συγκροτεί μια άτυπη κοινότητα ανάγνωσης, πολιτισμικής μνήμης και στοχασμού, που δύσκολα αντικαθίσταται από άλλες μορφές αστικής δραστηριότητας». Επομένως, όταν εξαφανίζεται, «χάνεται σταδιακά μαζί του και η δημόσια εμπειρία της γλώσσας, η σχέση με το χαρτί, η αργή κατοίκηση της σκέψης». Η κ. Κατσαρού εξηγεί ότι απώλεια ενός τέτοιου χώρου φτωχαίνει όχι μόνο την αγορά του βιβλίου αλλά και τη δημόσια ζωή. «Η πόλη χάνει έναν τόπο όπου ο πολιτισμός δεν καταναλώνεται, αλλά κοινωνείται».
Το πρόβλημα, ωστόσο, δεν περιορίζεται μόνο στο «Λεξικοπωλείο». Τους τελευταίους μήνες έκλεισαν και άλλα μικρά βιβλιοπωλεία, όπως το «Επί Λέξει»στην οδό Ακαδημίας αλλά και η «Σύγχρονη Εκφραση» στη Λιβαδειά, που μετρούσε 44 χρόνια λειτουργίας. «Τρία βιβλιοπωλεία-κύτταρα πολιτισμού, με πολύχρονη παρουσία, έκλεισαν σχεδόν αθόρυβα. Τρεις εστίες λόγου που σβήνουν, αφήνοντας πίσω τους ένα κενό στην πόλη. Τι σηματοδοτεί αυτή η διαδοχική αποχώρηση μικρών πολιτιστικών σκητών από τα κέντρα των πόλεων και ποια μετατόπιση αξιών αποκαλύπτει;», διερωτάται ο κ. Λαμπράκης. «Σε μια πόλη που αναδιατάσσεται συνεχώς με όρους κατανάλωσης και απόδοσης, το βιβλιοπωλείο μοιάζει σχεδόν ξένο σώμα. Είναι μια επικίνδυνη πολιτισμική συρρίκνωση που δύσκολα αντιστρέφεται».
Κι ενώ η ευρύτερη εικόνα δείχνει τον περιορισμό των μικρών βιβλιοπωλείων, για όσους γνώρισαν το «Λεξικοπωλείο» η απώλειά του παραμένει βαθιά προσωπική. «Ηταν μια όαση ειλικρίνειας σε μια γειτονιά που παραμιλάει από το ράλι στις τιμές των ακινήτων. Πουλούσε βιβλία και περιοδικά εκεί που άλλοι πουλάνε φρουτοκοκτέιλ και θόρυβο. Μια πόλη χωρίς σινεμά, βιβλιοπωλεία και χώρους τέχνης στο κέντρο της γίνεται εύκολα μονοθεματική και βαρετή», λέει η συγγραφέας Βίβιαν Στεργίου. «Εμείς είμαστε η πόλη, τα μέρη που φροντίζουμε και χρηματοδοτούμε».
Για τον κ. Κυριακίδη, αλλά και άλλους πολλούς, το βιβλιοπωλείο στη Στασινού «θα είναι πάντα ανοιχτό, θα βρίσκονται πάντα εκεί η Οντίλ, ο Διαμαντής, ο Γιώργος και τα άλλα παιδιά. Θα είναι πάντα το καταφύγιο των κατατρεγμένων της τεχνητής ή όχι κρατικής α-νοημοσύνης και της γενικότερης βαρβαρότητας».

