Μουκορμύκωση. Την αποκαλούν και «μαύρο μύκητα». Είναι μια πολύ επιθετική και ταχέως εξελισσόμενη λοίμωξη, που συνήθως προσβάλλει τα ιγμόρεια, τους πνεύμονες, τα μάτια, τον εγκέφαλο και το δέρμα και σε ποσοστό περίπου 50% οδηγεί στον θάνατο. Προκαλείται από μύκητες της τάξης Mucorales – τους μουκορμύκητες. Μπορεί να εμφανιστεί όταν κάποιος εισπνεύσει σπόρια των συγκεκριμένων μυκήτων ή όταν αυτά εισέλθουν στο σώμα μέσω τραύματος. Τα παθογόνα εκκρίνουν τότε μια τοξίνη που προκαλεί νέκρωση των ιστών, συχνά μέσα σε λίγες ώρες. Ιδιαίτερα ευάλωτα είναι άτομα με εξασθενημένο ανοσοποιητικό σύστημα (λόγω ασθένειας ή μεταμόσχευσης), υποσιτισμό και αρρύθμιστο διαβήτη, καθώς και ασθενείς με σοβαρή COVID-19.
Μέχρι πρόσφατα η μουκορμύκωση δεν είχε μελετηθεί εκτενώς, κυρίως επειδή δεν μεταδίδεται από άνθρωπο σε άνθρωπο. Υπήρχε και υποκαταγραφή περιστατικών. Παρ’ όλα αυτά, ο «μαύρος μύκητας» εξακολουθούσε να κινείται κάτω από τα επιδημιολογικά ραντάρ και να προσβάλλει ετησίως περίπου 2,5 εκατομμύρια ανθρώπους παγκοσμίως. Το γεγονός ότι μετά το δεύτερο κύμα της COVID-19, το 2021, καταγράφηκαν δεκάδες χιλιάδες θάνατοι στην Ινδία τον έφερε στο προσκήνιο.
Πρώτοι καρποί
Ο Γιώργος Χαμηλός, καθηγητής Κλινικής Μικροβιολογίας και Μικροβιακής Παθογένεσης στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Κρήτης, ασχολείται σχεδόν 15 χρόνια με τους μουκορμύκητες. Πολύ πριν επιστρέψει στην Ελλάδα, όταν εργαζόταν στο MD Anderson Cancer Center στο Τέξας, είχε διαπιστώσει πόσο επικίνδυνοι μπορούν να γίνουν σε ασθενείς με κακοήθειες, αιματολογικές και μη. Η έρευνά του επικεντρώθηκε, λοιπόν, στους τρόπους εξουδετέρωσής τους. Πριν από λίγες εβδομάδες η προσπάθειά του απέδωσε τους πρώτους καρπούς. Μελέτη που δημοσιεύτηκε στο κορυφαίο επιστημονικό περιοδικό Nature αποκαλύπτει τον μέχρι σήμερα άγνωστο ρόλο της αλβουμίνης –πρωτεΐνης η οποία βρίσκεται σε αφθονία στο ανθρώπινο αίμα– στην προστασία έναντι της μουκορμυκητίασης. Πραγματοποιήθηκε από ομάδα κλινικών γιατρών και ερευνητών από το Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο Κρήτης, το Πανεπιστήμιο Κρήτης και το Ινστιτούτο Μοριακής Βιολογίας και Βιοτεχνολογίας του ΙΤΕ, σε συνεργασία με ερευνητικά ιδρύματα από την Ευρώπη, τις ΗΠΑ και την Ινδία. Ο ίδιος ήταν επικεφαλής, αν και στη συνομιλία μας ζήτησε επανειλημμένα να αποδοθούν τα εύσημα στους τρεις πρώτους συγγραφείς της μελέτης –Αντώνη Πίκουλα, Ιωάννη Μοριανό και Βασίλη Νιδρή από το Πανεπιστήμιο Κρήτης–, οι οποίοι έφεραν εις πέρας τον μεγαλύτερο όγκο των πειραμάτων. Τα ευρήματα είναι ιδιαίτερα σημαντικά, καθώς ανοίγουν τον δρόμο για τη χορήγηση αλβουμίνης με στόχο τόσο τη θεραπεία όσο και την πρόληψη της μουκορμύκωσης.


Φυσικός φραγμός
Η πρώτη εύλογη ερώτηση είναι πώς μπορεί κανείς να εκτεθεί στους φονικούς μύκητες. «Στη φύση οι μουκορμύκητες υπάρχουν παντού και, με δεδομένο ότι δεν ζούμε σε αποστειρωμένο περιβάλλον, κάθε μέρα εισπνέουμε εκατοντάδες σπόρια τους», λέει στην «Κ» ο κ. Χαμηλός. «Οι υγιείς οργανισμοί, όμως, δεν νοσούν. Οχι μόνο διαθέτουν μηχανισμούς εξουδετέρωσης, αλλά η επαφή μαζί τους λειτουργεί και ως “γυμναστική” για το ανοσοποιητικό σύστημα: έτσι εκπαιδεύεται να μπλοκάρει την παραγωγή τοξινών και να τους αντιμετωπίζει αποτελεσματικά».
Η ομάδα του διαπίστωσε ότι οι ασθενείς με μουκορμυκητίαση έχουν σημαντικά χαμηλότερα επίπεδα αλβουμίνης σε σύγκριση με ασθενείς που πάσχουν από άλλες διηθητικές μυκητιάσεις, ενώ η σοβαρή υποαλβουμιναιμία αποτελεί τον ισχυρότερο προγνωστικό δείκτη κακής έκβασης. «Η αλβουμίνη δρα εντυπωσιακά: αναστέλλει επιλεκτικά την ανάπτυξη των μυκήτων Mucorales», εξηγεί ο Γιώργος Χαμηλός. «Τα δεσμευμένα στο μόριό της ελεύθερα λιπαρά οξέα παίζουν κρίσιμο ρόλο στην άμυνα του οργανισμού. Μπορούν να εισέλθουν στον μύκητα και να τον εμποδίσουν να ενεργοποιήσει γονίδια απαραίτητα για την ανάπτυξή του. Με άλλα λόγια, καθιστούν το παθογόνο ανίκανο να προκαλέσει νόσο». Η χορήγησή της γίνεται με ενδοφλέβια έγχυση και, «σε αντίθεση με αντιμυκητιασικά φάρμακα που ενδέχεται να προκαλέσουν παρενέργειες, δεν έχει τοξικότητα, δεν είναι σε καμιά περίπτωση επιβλαβής για τους ασθενείς». Οι Ελληνες επιστήμονες, σε συνεργασία με κορυφαίο αιματολογικό κέντρο της Ευρώπης, ετοιμάζουν τη δεύτερη φάση της μελέτης, η οποία θα συμπεριλάβει αιματολογικούς ασθενείς με πολύ χαμηλά επίπεδα αλβουμίνης. Σε αυτούς θα χορηγηθεί η πρωτεΐνη και θα αξιολογηθεί η ανοσολογική τους απόκριση.
Η συζήτηση έρχεται στην κλιματική κρίση – και πώς ευνοεί την εξάπλωση των μυκητιασικών λοιμώξεων. «Από τα εκατομμύρια των μυκήτων λίγοι είναι επιβλαβείς για τον άνθρωπο. Συνήθως συμβιώνουμε χωρίς προβλήματα μαζί τους, χάρη στο “φράγμα θερμοκρασίας”: στην πλειονότητά τους, άλλωστε, δεν πολλαπλασιάζονται σε θερμοκρασίες άνω των 30 °C, οπότε η θερμοκρασία του σώματός μας (~37 °C) λειτουργεί προστατευτικά. Ομως, η κλιματική κρίση έρχεται να αλλάξει τα δεδομένα. Ορισμένοι μύκητες, όπως το Candida auris, που αποτελεί σημαντική απειλή στα ελληνικά νοσοκομεία, αναπτύσσουν ιδιότητες οι οποίες τους επιτρέπουν να αντέχουν σε πιο υψηλές θερμοκρασίες και να αποικίζουν ανθρώπινους ξενιστές».
H έρευνα στην Ελλάδα
Η δημοσίευση στο Nature έδωσε μεγάλη χαρά στους Ελληνες ερευνητές. Οι δυσκολίες που αντιμετωπίζουν καθημερινά, όμως, κάνουν τη γεύση της διεθνούς αναγνώρισης γλυκόπικρη. «Επέστρεψα στην Ελλάδα στα χρόνια της κρίσης για οικογενειακούς λόγους. Ηταν ένα άλμα στο κενό, μια και δεν είχα εξασφαλίσει καμιά θέση», λέει ο Γιώργος Χαμηλός. «Με πολλή δουλειά και χάρη σε μια χρηματοδότηση από το ERC δημιουργήθηκε το εργαστήριό μας. Ομως σήμερα πάμε, ως ερευνητική κοινότητα, από το κακό στο χειρότερο. Εχουμε τεράστια αγωνία για το αν θα καταφέρουν να επιβιώσουν τα εργαστήριά μας. Δεν υπάρχει υγιής μηχανισμός χρηματοδοτήσεων ούτε σταθερή υποστήριξη της βασικής έρευνας. Χωρίς ενδιαφέρον από την πολιτεία, μόνοι μας προσπαθούμε και ο ένας βοηθάει τον άλλον: έχουμε κοινοκτημοσύνη στα αναλώσιμα για να μπαλώσουμε τρύπες. Αν δεν γίνει κάτι ουσιαστικό τους επόμενους μήνες, πολλοί νεότεροι συνάδελφοι θα ξενιτευτούν. Για ποιο brain gain μιλάμε; Μιλάμε με συναδέλφους από το εξωτερικό και ντρεπόμαστε να τους περιγράψουμε τι συμβαίνει στη χώρα μας. Το να καμαρώνουμε για μια σημαντική δημοσίευση, λοιπόν, είναι θεμιτό, αλλά η κατάσταση είναι τραγική για τη βασική έρευνα. Εμείς είχαμε υποβάλει το πρότζεκτ μας για την αλβουμίνη στο πρόγραμμα “Εμπιστοσύνη στα αστέρια μας – Trust your Stars” και οι αξιολογητές το κατέταξαν πρώτο από το τέλος! Τι άλλο να σας πω;».

