Σε υψόμετρο 1.200 μέτρων βρίσκεται η Αρτοτίνα, το χωριό της Φωκίδας στο οποίο μόνασε ο Αθανάσιος Διάκος πριν ξεσπάσει η Ελληνική Επανάσταση και το οποίο αποκαλείται από πολλούς «μπαλκόνι των Βαρδουσίων» λόγω της φυσικής ομορφιάς του. Είναι ένα από τα πολλά ελληνικά χωριά που θα έκαναν θραύση στα social media με τις ινστραγκραμικές φωτογραφίες τους και τα σχόλια για το πόσο ωφέλιμο είναι να ζει κάποιος σε έναν τέτοιο τόπο, να βρίσκεται σε συνεχή επαφή με τη φύση, μακριά από το άγχος της καθημερινότητας των μεγάλων πόλεων.
Αυτή είναι η ωραιοποιημένη πλευρά. Γιατί στην Αρτοτίνα, όπως και σε εκατοντάδες άλλα όμορφα χωριά της ελληνικής περιφέρειας, οι κάτοικοι αντιμετωπίζουν άλλα άγχη: τι θα συμβεί αν προκύψει ένα ξαφνικό πρόβλημα υγείας και το κοντινότερο νοσοκομείο βρίσκεται δύο ώρες μακριά με το αυτοκίνητο, τι δουλειά θα κάνει ένας νεοφερμένος, πώς αντιμετωπίζονται οι καθημερινές ανάγκες των παιδιών και των ηλικιωμένων.
Αυτά τα ερωτήματα επιχειρεί να απαντήσει η έρευνα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου με τίτλο «Ενισχύοντας τις Απαραίτητες Υπηρεσίες στις Περιοχές της Ευρωπαϊκής Ενωσης: Ο Ρόλος της Πολιτικής Συνοχής». Από την έρευνα αυτή προκύπτει ότι μεγάλα τμήματα της ελληνικής επικράτειας, από τη Θράκη έως την Κρήτη, απέχουν με το αυτοκίνητο τουλάχιστον μισή ώρα από απαραίτητες υπηρεσίες, όπως νοσοκομεία και μονάδες φροντίδας παιδιών και ηλικιωμένων. Στην πράξη, αυτό τις καθιστά μη ελκυστικές για όλους όσοι θα σκέφτονταν να φύγουν από τα αστικά κέντρα, επιδεινώνοντας το πρόβλημα της εγκατάλειψης της επαρχίας. Και, φυσικά, καταρρίπτει τον μύθο ότι η επιστροφή στο χωριό -ιδίως για ανθρώπους με οικογένεια και σε παραγωγική ηλικία- είναι κάτι σαν την επιστροφή στην Εδέμ.

Ο Γιάννης Χριστοδούλου είναι 72 χρόνων και επέστρεψε στην Αρτοτίνα όταν συνταξιοδοτήθηκε, πριν από 12 χρόνια. Ως πρόεδρος της κοινότητας γνωρίζει πολύ καλά τι συμβαίνει στο χωριό του. «Θέλουμε να έρθουν νέοι άνθρωποι αλλά είναι δύσκολο. Ακόμα κι αν ένα ζευγάρι έπαιρνε αυτή την απόφαση, θα υποχρεωνόταν να φύγει όταν τα παιδιά θα έφταναν σε ηλικία για να πάνε σχολείο», λέει στην «Κ».
Αν ένας από τους 18 ανθρώπους που ζουν τον χειμώνα στην Αρτοτίνα χρειαστεί νοσοκομείο, θα πρέπει να πάει στην Αμφισσα, που βρίσκεται 80 χιλιόμετρα μακριά. Το σχολείο του χωριού έχει κλείσει εδώ και 25 χρόνια, ενώ επαγγελματική φροντίδα παιδιών και ηλικιωμένων δεν υπάρχει σε ακτίνα δεκάδων χιλιομέτρων. «Κατά καιρούς έχουμε αγροτικούς γιατρούς που έρχονται 2-3 φορές την εβδομάδα. Επιδίωξή μας είναι να έχουμε κάθε μέρα», λέει ο κ. Χριστοδούλου.
H ίδια ιστορία επαναλαμβάνεται με μικρές παραλλαγές σε άλλα χωριά της Ελλάδας. Ο 73χρονος Ευστράτιος Τσαταλίδης ζει στα Πετρωτά Ορεστιάδας, χωριό το οποίο έχει 74 μόνιμους κατοίκους. Οσο για τον νεότερο; Είναι ένας 40χρονος στρατιωτικός ο οποίος υπηρετεί στην περιοχή και συνεχίζει να μένει στον τόπο καταγωγής του, χωρίς να έχει κάνει οικογένεια. Αλλωστε, όπως λέει ο κ. Τσαταλίδης τα Πετρωτά δεν αφήνουν πολλά περιθώρια σε όποιον θα σκεφτόταν να ζήσει εκεί. «Οι μόνες επιλογές είναι η γεωργία και η κτηνοτροφία. Αυτά κάνουμε εδώ. Αλλά δεν υπάρχουν μεγάλες εκτάσεις στις οποίες μπορεί να επενδύσει κάποιος. Υπάρχουν μόνο μικρά χωράφια έως τρία στρέμματα τα οποία πάνε από γενιά σε γενιά. Δεν υπάρχει τίποτα νέο για να κρατήσει ή να φέρει κόσμο εδώ», λέει στην «Κ».
Οι κάτοικοι των Πετρωτών πηγαίνουν για ψώνια στα Δίκαια τα οποία βρίσκονται 18 χιλιόμετρα μακριά, ενώ ακόμη και το ΚΑΠΗ, που ήταν μια διέξοδος για τους ηλικιωμένους κατοίκους του χωριού, έκλεισε πριν από δύο χρόνια.
Το πλησιέστερο νοσοκομείο βρίσκεται στο Διδυμότειχο, σε απόσταση 70 χιλιομέτρων, ενώ για σχολεία, βρεφονηπιακούς και παιδικούς σταθμούς και κέντρα φροντίδας ηλικιωμένων ούτε λόγος. «Εχουμε ιατρείο και κάποτε είχαμε και γιατρό. Πλέον έρχονται κάπου κάπου γιατροί του Στρατού που εξυπηρετούν τα χωριά μας, για να μας εξετάσουν», προσθέτει ο κ. Τσαταλίδης.
Οι κάτοικοι των Πετρωτών πηγαίνουν για ψώνια στα Δίκαια τα οποία βρίσκονται 18 χιλιόμετρα μακριά, ενώ ακόμη και το ΚΑΠΗ, που ήταν μια διέξοδος για τους ηλικιωμένους κατοίκους του χωριού, έκλεισε πριν από δύο χρόνια. «Είναι δύσκολη η ζωή εδώ, αλλά τι να κάνουμε», συμπληρώνει.
Μερικές εκατοντάδες χιλιόμετρα νοτιότερα, στην Πουρναριά Γορτυνίας των 60 μόνιμων κατοίκων, οι κάτοικοι έχουν περισσότερες ευκολίες αλλά όχι τη σιγουριά που εξασφαλίζουν βασικές υπηρεσίες. Το Νοσοκομείο της Τρίπολης απέχει μια ώρα με το αυτοκίνητο. Το ασθενοφόρο που εξυπηρετεί τους κατοίκους των χωριών της περιοχής σταθμεύει στα Τρόπαια. Από τη στιγμή που θα γίνει η κλήση από την Πουρναριά θα χρειαστεί 90 λεπτά για να παραλάβει τον ασθενή και να τον μεταφέρει στην Τρίπολη, αλλά μόνο αν βρίσκεται στη βάση του και δεν κάνει άλλη διακομιδή. Κέντρα φροντίδας ηλικιωμένων δεν υπάρχουν, όπως και παιδικοί σταθμοί.

Τα λίγα παιδιά του χωριού πηγαίνουν σχολείο στη Δάφνη η οποία βρίσκεται σε απόσταση δέκα λεπτών με το αυτοκίνητο και έχει δημοτικό, γυμνάσιο και λύκειο. «Δεν ξέρουμε για πόσο καιρό θα λειτουργούν αυτά τα σχολεία. Σε λίγα χρόνια θα κλείσουν, γιατί πλέον έχουν μείνει λίγες δεκάδες παιδιά από τα χωριά που βρίσκονται σε ακτίνα 50 χιλιομέτρων. Η παιδεία και η υγεία είναι τα μεγαλύτερα προβλήματα. Αν δεν μπορείς να τα λύσεις, τότε τα μαζεύεις και πηγαίνεις να ζήσεις στην Τρίπολη», λέει στην «Κ» ο πρόεδρος της κοινότητας, Γιώργος Μπακάλης.
Το ασθενοφόρο που εξυπηρετεί την Πουρναριά σταθμεύει στα Τρόπαια. Από τη στιγμή που θα γίνει η κλήση, δεν κάνει άλλη διακομιδή – θα χρειαστεί 90 λεπτά για να παραλάβει τον ασθενή και να τον μεταφέρει στην Τρίπολη.
Ο κ. Μπακάλης είναι γέννημα θρέμμα του χωριού και -στα 40 του- ένας από τους νεότερους κατοίκους. Ζει στην Πουρναριά με τη σύζυγο και τα τρία παιδιά του και εργάζεται ως μελισσοκόμος. Οπως εξηγεί, «είναι καλή η ζωή, απλώς είναι ερημωμένα. Δεν υπάρχει κάτι που θα μπορούσε να προσελκύσει μόνιμα τους νέους στο χωριό. Οι πιο πολλοί έρχονται εδώ μετά τη σύνταξη και σκέφτονται πρώτα τα θετικά της ζωής στο χωριό και μετά αν θα χρειαστούν νοσοκομείο», λέει και προσθέτει: «Καταφέρνουμε να μη μας λείπει κάτι. Περνά κινητό μίνι μάρκετ, παντοπώλης και αρτοποιός. Και όταν χρειάζεται να κάνεις κι άλλα ψώνια, πηγαίνεις στην Τρίπολη μια φορά στις 15 ημέρες», προσθέτει.
Η μελέτη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου
Στη μελέτη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου τονίζεται ότι τα προβλήματα της πρόσβασης σε απαραίτητες υπηρεσίες οφείλονται στη διατήρηση ενός φαύλου κύκλου. Οι κάτοικοι πολλών περιοχών της περιφέρειας κατευθύνονται προς τα αστικά κέντρα όπου οι ευκαιρίες επαγγελματικής αποκατάστασης είναι περισσότερες -ο χάρτης αποκαλύπτει ότι στο μεγαλύτερο μέρος της ελληνικής επικράτειας η πυκνότητα του πληθυσμού είναι μικρότερη από 50 κατοίκους ανά τετραγωνικό χιλιόμετρο-, με αποτέλεσμα η περιφέρεια να ερημώνει.

Αυτή η ερήμωση κάνει πιο δύσκολη και οικονομικά ασύμφορη τη διατήρηση ποιοτικών κοινωνικών υπηρεσιών. Ετσι, οι περιοχές που χάνουν τον πληθυσμό τους παύουν να είναι ελκυστικές για όλους όσοι θα σκέφτονταν να ζήσουν σε αυτές. Από αυτή την άποψη, η γεωγραφία της Ελλάδας με τους μεγάλους ορεινούς όγκους να καλύπτουν σημαντικό ποσοστό της επιφάνειάς της αποτελεί ακόμα ένα μειονέκτημα.
Οι χάρτες που καταγράφουν την κατάσταση στην Ελλάδα είναι αποκαλυπτικοί. Μεγάλα τμήματα της Πελοποννήσου, της Στερεάς Ελλάδας, της Ηπείρου, της Θράκης και της νότιας Κρήτης βρίσκονται σε απόσταση τουλάχιστον 30 λεπτών με το αυτοκίνητο από το πλησιέστερο νοσοκομείο.


Ακόμα χειρότερη είναι η εικόνα για τις μονάδες φροντίδας παιδιών και ηλικιωμένων. Αυτές, όπως προκύπτει από τους χάρτες, υπάρχουν μόνο σε περιοχές που βρίσκονται σε απόσταση μικρότερη των 30 λεπτών από κάποια μεγάλη πόλη.

Οι προτάσεις της μελέτης περιλαμβάνουν μεταξύ άλλων την ενίσχυση του ρόλου της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, την αύξηση της χρηματοδότησης για απαραίτητες υπηρεσίες στις απομακρυσμένες περιοχές, την αύξηση των επενδύσεων και την εκπόνηση στρατηγικών για να αποφευχθεί η περαιτέρω μείωση του πληθυσμού στις περιοχές που εγκαταλείπονται.

