Ελάχιστα βελτιωμένη σε σχέση με τις προηγούμενες δύο χρονιές είναι η βαθμολογία της Ελλάδας στον Δείκτη Αντίληψης Διαφθοράς που δημοσιεύει κάθε χρόνο η Διεθνής Διαφάνεια.
Συγκεκριμένα, η χώρα μας συγκέντρωσε 50 στους 100 βαθμούς, σε μια κλίμακα όπου το 0 υποδεικνύει την ύψιστη διαφθορά, καταλαμβάνοντας την 56η θέση ανάμεσα σε 182 χώρες. Τα έτη 2023 και 2024 η Ελλάδα είχε συγκεντρώσει 49 βαθμούς, ενώ μάλιστα το 2023 ήταν χώρα υπό παρακολούθηση από τη Διεθνή Διαφάνεια.
Στην έκθεσή της, η Διεθνής Διαφάνεια αναφέρει πως σκάνδαλα διαφθοράς που αφορούν δημόσιους πόρους, όπως η υπόθεση μεγάλης κλίμακας αγροτικής απάτης και ξεπλύματος χρήματος, στην Ελλάδα συναντώνται πολύ συχνά, υπογραμμίζοντας την ανάγκη για περισσότερες δικλίδες ασφαλείας ώστε να μετριαστεί αυτός ο κίνδυνος.
Οι χώρες που θα ήρθαν πρώτες είναι η Δανία (89), η Φινλανδία (88) και η Σιγκαπούρη (84), ενώ την πρώτη πεντάδα συμπλήρωσαν η Νορβηγία και η Σουηδία.
Σε σχόλιο συνολικά για τη Δυτική Ευρώπη η Διεθνής Διαφάνεια υπογράμμισε πως, παρότι οι χώρες της Δυτικής Ευρώπης καταλαμβάνουν εννέα από τις δέκα πρώτες θέσεις, την τελευταία δεκαετία οι προσπάθειες κατά της διαφθοράς έχουν σε μεγάλο βαθμό μείνει στάσιμες, με τον μέσο όρο βαθμολογίας της περιοχής να υποχωρεί από το 66 στο 64. «Από το 2012, 13 χώρες έχουν παρουσιάσει σημαντική επιδείνωση και μόλις 7 έχουν παρουσιάσει σημαντική βελτίωση», σημειώνεται στην έκθεση, η οποία αναφέρει ότι πολύ συχνά παρατηρείται αποτυχία άσκησης τολμηρής ηγεσίας και λογοδοσίας, γεγονός που τροφοδοτεί την απώλεια εμπιστοσύνης του κοινού στις κυβερνήσεις.
«Σε μια περίοδο παγκόσμιας στασιμότητας, αποτελεί σίγουρα θετικό γεγονός πως η Ελλάδα ανήκει στην περιορισμένη ομάδα περίπου 30 χωρών που βελτίωσαν τη βαθμολογία ανάμεσα στις 180», δήλωσε στην «Κ» ο Γιώργος Χατζηγιαννάκης, πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου της Διεθνούς Διαφάνειας Ελλάδος, σημειώνοντας πως μεταρρυθμίσεις που προωθήθηκαν, δράσεις και νομοθετικές πρωτοβουλίες, όπως ενδεικτικά αυτές που έγιναν στον χώρο της Δικαιοσύνης, κρίθηκαν ότι είναι προς τη σωστή κατεύθυνση.
Οπως επισήμανε, ωστόσο, τα σκάνδαλα που ήρθαν στο προσκήνιο το τελευταίο διάστημα δείχνουν πως η χώρα συνεχίζει να αντιμετωπίζει σημαντικές προκλήσεις όσον αφορά τη διαφθορά στον δημόσιο τομέα. «Η περαιτέρω ενίσχυση και θωράκιση ανεξάρτητων αρχών, η προστασία δημοσιογράφων και οι μεταρρυθμίσεις στην απονομή της δικαιοσύνης θα ενισχύσουν τη διαφάνεια και τη λογοδοσία στη χώρα», σχολίασε.
«Τα σκάνδαλα βγαίνουν συνήθως γιατί κάποιος μιλάει», ανέφερε ο Δημήτρης Καφτεράνης, αναπληρωτής καθηγητής Νομικής στο Πανεπιστήμιο του Κόβεντρι και μέλος του Δ.Σ. της Διεθνούς Διαφάνειας Ελλάδος, υπογραμμίζοντας την ανάγκη να ενισχυθεί ο θεσμός του καταγγέλλοντος (whistleblower). Οπως σημείωσε, πρέπει και να αλλάξει η κουλτούρα στη χώρα μας για τον καταγγέλλοντα που βοηθάει στην αποκάλυψη υποθέσεων διαφθοράς, ενώ σχολίασε πως το αντίστοιχο θεσμικό πλαίσιο που υπάρχει στην Ελλάδα έχει μεγάλα περιθώρια βελτίωσης.
Ο ίδιος στάθηκε και στην προσπάθεια της Ευρώπης να αντιμετωπίσει τη διαφθορά με την πρώτη οδηγία που πέρασε τον Δεκέμβριο του 2025 να έχει στόχο την εναρμόνιση των ποινικών νομοθεσιών για τη διαφθορά. Ο κ. Καφτεράνης εκτιμά πως, παρότι η οδηγία είναι στη σωστή κατεύθυνση, θα μπορούσε να είχε υιοθετήσει πολύ πιο τολμηρά βήματα, ωστόσο η Ιταλία και η Γερμανία αντιτάχθηκαν σε αυτό.
Οπως αναφέρεται και στην έκθεση της Διεθνούς Διαφάνειας, η Ιταλία μπλόκαρε την ποινικοποίηση της κατάχρησης εξουσίας από δημόσιους αξιωματούχους, ενώ με τη στάση της η Γερμανία αποδυνάμωσε την υποχρέωση θέσπισης οικονομικών εργαλείων για τη μακροπρόθεσμη πρόληψη της διαφθοράς και περιόρισε τη συλλογή στατιστικών στοιχείων σχετικά με την εφαρμογή της νομοθεσίας κατά της διαφθοράς από κάθε κράτος-μέλος.
«Η εφαρμογή της ευρωπαϊκής οδηγίας κατά της Διαφθοράς πρέπει να αποτελέσει αφετηρία για πιο φιλόδοξες μεταρρυθμίσεις και όχι το τέλος της διαδρομής. Θέλουμε κάτι καλύτερο», σημείωσε στο ίδιο μήκος κύματος ο κ. Χατζηγιαννάκης.
Το ίδιο ισχύει και σε παγκόσμιο επίπεδο, καθώς πρώτη φορά έπειτα από περισσότερα από δέκα χρόνια ο παγκόσμιος μέσος όρος του Δείκτη Αντίληψης της Διαφθοράς (CPI) μειώθηκε φτάνοντας μόλις τις 42 μονάδες στις 100. Με χώρες όπως οι ΗΠΑ να οπισθοχωρούν στη βαθμολογία, η Διεθνής Διαφάνεια κρούει τον κώδωνα του κινδύνου σημειώνοντας πως η «πολυετής αδράνεια των κυβερνήσεων στην αντιμετώπιση της διαφθοράς έχει αποδυναμώσει τη δημοκρατία και έχει επιτρέψει την ενίσχυση του οργανωμένου εγκλήματος, με σοβαρές επιπτώσεις στα ανθρώπινα δικαιώματα και στην ασφάλεια».

