Τριάντα χρόνια συμπληρώνονται από τη νύχτα των Ιμίων, που στοίχισε τη ζωή σε τρία στελέχη του Πολεμικού Ναυτικού: τον υποπλοίαρχο Χριστόδουλο Καραθανάση, τον υποπλοίαρχο Παναγιώτη Βλαχάκο και τον αρχικελευστή Εκτορα Γιαλοψό. Η «Κ» τιμά τη μνήμη τους μέσα από μαρτυρίες συγγενών των τριών ηρώων: της Τίνας Καραθανάση, της Μαρίας Γιαλοψού και του Νίκου Βλαχάκου.
Τα ξημερώματα της 31ης Ιανουαρίου 1996, το ελικόπτερο τύπου Agusta Bell 212 ASW του Πολεμικού Ναυτικού, με αναγνωριστικό «Π.Ν. 21», προερχόμενο από τη βάση ελικοπτέρων στο Κοτρώνι, λαμβάνει εντολή απονήωσης από τη φρεγάτα «Ναυαρίνο». Σκοπός της αποστολής: η επιβεβαίωση πληροφοριών περί παρουσίας τουρκικών δυνάμεων στη μία από τις δύο βραχονησίδες των Ιμίων.

Στις 04.59 το ελικόπτερο μεταδίδει μέσω ασυρμάτου την ένδειξη «Master Caution», ενώ δύο λεπτά αργότερα χάνεται από τα ραντάρ. Η συντριβή του καταγράφεται στη θαλάσσια περιοχή βορείως της Καλολίμνου, με το πόρισμα του Πολεμικού Ναυτικού να καταλήγει ότι «το ελικόπτερο κατέπεσε λόγω κακοκαιρίας και απώλειας προσανατολισμού του πιλότου».
Μικρές λεπτομέρειες
Σήμερα, κάποιες αναμνήσεις επιστρέφουν όχι ως εικόνες, αλλά ως μικρές λεπτομέρειες στη μνήμη των συγγενών. Για την Τίνα Καραθανάση, αδελφή του Χριστόδουλου, η λεπτομέρεια ήταν ένας αποχαιρετισμός διαφορετικός από όλους τους άλλους. «Ημασταν πάρα πολύ δεμένοι ως οικογένεια», αφηγείται. «Κάθε φορά που ο αδελφός μου έφευγε σε μια αποστολή δεν μας αποχαιρετούσε, όμως εκείνη τη φορά, πριν φύγει, το έκανε. Ηξερε ότι πήγαινε σε μια δύσκολη αποστολή. Τη στιγμή που συνέβη δεν το εισέπραξα ως κάτι ιδιαίτερο.
»Οταν ανέλαβε την αποστολή δεν είχε βάρδια, έγινε μια διαδικασία και κατέληξε να πάει. Ο αδελφός μου επέλεξε τελικά και πήγε. Δεν μας είπε ένα σκέτο αντίο, ήταν λίγο παραπάνω. Δηλαδή να προσέχουμε… Ηταν η πρώτη και η τελευταία φορά που έγινε κάτι τόσο ιδιαίτερο».
Για την αδελφή του Εκτορα Γιαλοψού, Μαρία, «ο Εκτορας ήταν ένας χαμογελαστός άνθρωπος, μέσα στη ζωντάνια, αγαπούσε το Πολεμικό Ναυτικό, ήταν ο τρόπος ζωής του και κάθε αποστολή του είχε νόημα, γιατί ήθελε να υπηρετεί με τιμή και αφοσίωση. Μία βδομάδα πριν ο αδελφός μου ήταν σε αποστολή στα Δωδεκάνησα. Επέστρεψε την Παρασκευή και την Κυριακή (28/1) τον ειδοποίησαν να ξαναφύγει. Μέσα σε αυτό το ελάχιστο που τον είδαμε, Σάββατο και Κυριακή, μας είπε ότι αυτά τα κάνουν συνέχεια οι Τούρκοι, είναι μια καθημερινότητα. Δεν έδωσε έμφαση σε πιο πλήρη ανάλυση για να μη μας ανησυχήσει».
«Να προσέχεις»
Ο Νίκος Βλαχάκος θυμάται τις τελευταίες στιγμές με τον αδελφό του: «Στις 29 του μηνός έφυγε από τη βάση ελικοπτέρων στο Κοτρώνι. Μιλήσαμε την Κυριακή (28/1) το απόγευμα που τον είχα πάρει τηλέφωνο, επειδή έβλεπα την κρίση που είχε δημιουργηθεί και τις δύσκολες στιγμές που αντιμετώπιζε η χώρα μας και ανησυχούσα. Ηξερα ότι ο αδελφός μου ήταν πάντοτε στην πρώτη γραμμή με το ελικόπτερο και του λέω “Τάκη, θέλω να προσέχεις. Τίποτα περισσότερο”. Στην αποστροφή του λόγου του μου λέει “Αδελφέ, μην ανησυχείς, ό,τι και να γίνει, εμείς τους έχουμε” και του απάντησα “Θα τα πούμε το επόμενο Σαββατοκύριακο που δεν εφημερεύω και δεν έχω υπηρεσία. Καληνύχτα και να προσέχεις”.
»Τη Δευτέρα, κάποια στιγμή το βραδάκι μιλώντας με τον πατέρα μου, έμαθα ότι έφυγε για αποστολή προκειμένου να πάει να προσγειωθεί στη φρεγάτα “Ναυαρίνο”. Πέρασαν δύο μέρες και το ξημέρωμα της Τετάρτης, ξυπνώντας προκειμένου να πάω στην εργασία μου γύρω στις 06.00-06.30 άκουσα την ανακοίνωση από την τηλεόραση, ότι το ελικόπτερο είχε χαθεί από τα ραντάρ.
»Επικοινώνησα με τον πατέρα μου, ο ίδιος είχε ήδη ενημερωθεί και με τρεμάμενη φωνή μού λέει: “Νικόλα, την πατήσαμε”. Και του λέω: “ΟΚ, μπαμπά, θα πάω στη δουλειά και θα είμαστε σε επικοινωνία”. Δεν μπορούσα να κάνω διαφορετικά, είχα εφημερία. Ομως, περνώντας η ώρα δεν ένιωθα καλά, συζήτησα με τον πρόεδρο του νοσοκομείου και πήρα το αυτοκίνητο και ανέβηκα στον Πειραιά. Το σπίτι είχε γεμίσει με κόσμο που ήθελαν να μάθουν. Δεν είχε δώσει κάποιο σημάδι. Οι έρευνες ήταν άκαρπες μέχρι που αργά το μεσημέρι, γύρω στις 14.30, βρέθηκε το άψυχο σώμα του Χριστόδουλου Καραθανάση. Η αγωνία μας κορυφώθηκε.
»Οι μέρες περνούσαν και τελικά βρέθηκαν οι δύο ήρωες επτά μέρες αργότερα. Βρέθηκαν στον βυθό. Ο Τάκης και ο Εκτορας ήταν δεμένοι στα καθίσματά τους. Και από εκεί ξεκίνησε η διαδικασία ανέλκυσης της ατράκτου του ελικοπτέρου. Μία μέρα αργότερα μεταφέρθηκαν με μεταγωγικό C-130 στην Ελευσίνα, όπου παραλάβαμε τη σορό του αδελφού μου».
Το είδαν στην τηλεόραση
Η Μαρία Γιαλοψού αφηγείται πως ενημερώθηκε για την πτώση του ελικοπτέρου από την τηλεόραση. «Η μητέρα μου παρακολουθούσε την τηλεόραση επειδή ήταν επικίνδυνη η κατάσταση και φαινόταν ότι πηγαίναμε σε πόλεμο και ακούσαμε την είδηση για το ελικόπτερο».
Από τις πρώτες ώρες της πτώσης του ελικοπτέρου οι συνθήκες δεν έγιναν αμέσως γνωστές, ενώ ο υπουργός Αμυνας Γεράσιμος Αρσένης δήλωσε ως αιτία θανάτου το «vertigo», δηλαδή τον αποπροσανατολισμό.
«Ανυπόγραφο πόρισμα»
Ο Νίκος Βλαχάκος έως σήμερα αναζητάει απαντήσεις: «Δεν έχουμε μάθει όλη την αλήθεια», τονίζει, «κάποια γεγονότα που μεσολάβησαν ήταν εκείνα που μας πυροδότησαν τη βεβαιότητα ότι δεν γνωρίζουμε όλη την αλήθεια. Το πρώτο γεγονός είναι ότι παραλάβαμε ένα πόρισμα ανυπόγραφο, δεκατριών σελίδων, το οποίο δεν έκανε ουσιαστικά παρά μια απλή περιγραφή του συμβάντος. Θυμάμαι χαρακτηριστικά ότι άφηνε να εννοηθεί πως η πτώση οφειλόταν μάλλον στις κακές καιρικές συνθήκες, χωρίς όμως να αναφέρεται ξεκάθαρα σε κάτι συγκεκριμένο».
«Ο κυβερνήτης του “Ναυαρίνο”», συμπληρώνει, «ανέφερε ότι πουθενά στον πίνακα οργάνων δεν υπήρχε ένδειξη κάποιας βλάβης στα υδραυλικά, φωτιάς ή απώλειας περιστροφής, δεδομένα που ένα τέτοιο ελικόπτερο μπορεί να καταγράψει. Και μάλιστα δεν ακούστηκε ούτε η λέξη “πέφτουμε”, κάτι που θα ήταν απολύτως λογικό να ακουστεί σε μια τέτοια περίπτωση. Το ελικόπτερο απλώς χάθηκε από το ραντάρ. Αυτό είναι το πρώτο γεγονός».
Το «χαμένο» κράνος
«Το δεύτερο γεγονός, που πυροδότησε ακόμη περισσότερο τη δυσπιστία μας, ήταν αυτό που ακολούθησε μερικούς μήνες αργότερα. Τότε κάλεσαν τον πατέρα μου και τον ναύαρχο Καραθανάση, πατέρα του Χριστόδουλου, στο υπουργείο Εθνικής Αμυνας, για να τους παραδώσουν κράνη. Στον πατέρα μου είπαν: “Αυτό είναι το κράνος του γιου σας”. Το κράνος αυτό, όμως, δεν είχε καμία σχέση με τον Τάκη. Ηταν ένα άσπρο κράνος, χωρίς καμία ένδειξη ή όνομα επάνω. Tο πραγματικό κράνος του αδελφού μου ήταν κόκκινο, με χαραγμένο το όνομά του και πίσω την ομάδα αίματός του.
»Ο πατέρας μου εξοργίστηκε εκείνη τη στιγμή και είπε: “Αυτό δεν είναι του παιδιού μου. Κρατήστε το”. Ακολούθησε έντονη συζήτηση με τους υπευθύνους του υπουργείου Εθνικής Αμυνας και αποχώρησαν. Το πραγματικό κράνος του αδελφού μου βρέθηκε επτά χρόνια πριν, δηλαδή 23 χρόνια μετά την πτώση του ελικοπτέρου. Το ανέσυρε από τον βυθό ένας ψαράς και, μέσω τρίτων και αξιωματικών του Πολεμικού Ναυτικού, έφθασε τελικά στα χέρια μου. Ολα αυτά είναι που μας έκαναν να πιστεύουμε ότι γνωρίζουμε μόνο τη μισή αλήθεια».
Στο ερώτημα αν έχουν ενδείξεις ότι το ελικόπτερο μπορεί να εβλήθη, ο Νίκος Βλαχάκος σημειώνει: «Μας έχουν ρωτήσει πολλές φορές για αν το πυροβόλησαν. Εμείς, οι οικογένειες, που είδαμε τα συντρίμμια όταν μεταφέρθηκαν στη βάση ελικοπτέρων στο Κοτρώνι, είδαμε ότι τα κομμάτια του ελικοπτέρου δεν έφεραν ίχνη βολής. Επίσης, απέκλεισαν την περίπτωση ηλεκτρονικής παρεμβολής, λέγοντας ότι αυτού του τύπου τα ελικόπτερα δεν δέχονται παρεμβολές. Δεν μπορώ πραγματικά να ξέρω με ποιον τρόπο έπεσε το ελικόπτερο».
«Κάθε χρόνο ζούμε την ίδια μέρα»
Για τη Μαρία Γιαλοψού τα αναπάντητα ερωτήματα συμπυκνώνονται στο γεγονός ότι δεν τους δόθηκε ποτέ μια υπογεγραμμένη και τεκμηριωμένη εξήγηση για το τι συνέβη. «Αυτό βαραίνει τις οικογένειές μας», σημειώνει. Από την άλλη, η Τίνα Καραθανάση δεν αναζητάει τι συνέβη με το ελικόπτερο, αλλά ποια γεγονότα οδήγησαν στην πτώση του. «Δεν ψάχνω τίποτα», δηλώνει, «αυτό που θα έψαχνα θα ήταν ο αδελφός μου. Δεν πρόκειται να τον βρω ποτέ, οπότε δεν έχω κάτι να αναζητήσω. Εκείνο το βράδυ έκαναν το ύψιστο καθήκον. Και εκεί τελειώνει για μένα. Δεν έχω κάτι άλλο. Δεν είναι ο θάνατός τους αυτός που τους έδωσε την ηρωική ιδιότητα. Αυτό που τους την έδωσε είναι όλο το πριν. Αν εβλήθη ή όχι, ειλικρινά δεν με αφορά καθόλου». «Αυτό που πρέπει να μας απασχολεί», προσθέτει, «είναι αν υπάρχει πια –ή αν θα υπάρξει ποτέ ξανά– το μπάχαλο που υπήρξε εκείνο το βράδυ, από όλες τις πλευρές: πολιτικές και στρατιωτικές. Το πριν είναι το πρόβλημα. Το πώς φτάσαμε σε αυτό το τραγικό γεγονός. Δεν το χρωματίζω κομματικά, αλλά όλοι αυτοί οι άνθρωποι είχαν στα χέρια τους και χειρίζονταν τις ζωές στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων. Εκεί βρίσκεται το άδικο και το αχρείαστο».
Τριάντα χρόνια μετά, οι αναμνήσεις των συγγενών μάς στιγματίζουν. Ο Νίκος Βλαχάκος, σήμερα βουλευτής, αναφέρει: «Στο διάλειμμα συνεδρίασης βγήκα έξω και έκανα βόλτα στον Εθνικό Κήπο. Εκεί πηγαίναμε μικροί με τον αδελφό μου και τους παππούδες μας». Η Μαρία Γιαλοψού προσθέτει: «Ζούμε κάθε χρόνο την ίδια μέρα, όσα χρόνια και αν περάσουν ο πόνος είναι ίδιος. Για μένα τα 30 χρόνια των Ιμίων δεν είναι μια επέτειος, αλλά 30 χρόνια απουσίας. Ο χρόνος πέρασε, αλλά ο πόνος όχι». Η Τίνα Καραθανάση μάς αποχαιρετά ως εξής: «Θα ήθελα ο αδελφός μου να ζει, να είναι καλά και να βλέπει το παιδί του να μεγαλώνει. Αυτό τελείωσε πριν από 30 χρόνια. Είναι πάρα πολύ μεγάλος ο πόνος και αυτό δεν αλλάζει, απλώς μαθαίνεις να ζεις με αυτόν».

